Συμψηφισμός – Προϋποθέσεις – Η ανταπαίτηση πρέπει να είναι ληξιπρόθεσμη – Η επίκληση στη δίκη εξώδικου συμψηφισμού συνιστά ένσταση εξόφλησης
Συμψηφισμός είναι η απόσβεση αμοιβαίων απαιτήσεων δύο προσώπων που επέρχεται με το συνυπολογισμό τους. Τα άρθρα 440 και 441 ΑΚ που ρυθμίζουν το συμψηφισμό ορίζουν, το μεν πρώτο, ότι «Ο συμψηφισμός επιφέρει απόσβεση των μεταξύ δύο προσώπων αμοιβαίων απαιτήσεων, όσο καλύπτονται, αν είναι ομοειδείς κατά το αντικείμενο και ληξιπρόθεσμες», το δε δεύτερο, ότι «Ο συμψηφισμός επέρχεται αν ο ένας τον επικαλεστεί με δήλωση προς τον άλλο. Η πρόταση του συμψηφισμού επιφέρει απόσβεση των αμοιβαίων απαιτήσεων από τότε που συνυπήρξαν». Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι το διαπλαστικό δικαίωμα της πρότασης του συμψηφισμού δημιουργείται από τη στιγμή που δύο αντίθετες απαιτήσεις που πληρούν τις προϋποθέσεις του συμψηφισμού θα συνυπάρξουν. Ο δικαιούχος της κάθε απαίτησης έχει συνεπώς από το χρονικό αυτό σημείο το δικαίωμα να αποσβέσει την απαίτηση του δανειστή του (κύρια ή ενεργητική απαίτηση), προτείνοντας την ανταπαίτησή του (ή παθητική απαίτηση) σε συμψηφισμό. Με την πρότασή του επέρχεται απόσβεση των αμοιβαίων απαιτήσεων στο μέτρο κατά το οποίο καλύπτονται αναδρομικά, ανεξάρτητα από το αν θα γίνει ή όχι αποδεκτή από εκείνον στον οποίο απευθύνεται.
Οι απαιτήσεις που συμψηφίζονται πρέπει να είναι ληξιπρόθεσμες, δηλαδή να έχει επέλθει ο χρόνος εκπλήρωσής της, όπως αυτός καθορίζεται από τη δικαιοπραξία ή από τις περιστάσεις ή από τη φύση της ενοχικής σχέσης, γίνεται όμως δεκτό ότι ληξιπρόθεσμη πρέπει να είναι η ανταπαίτηση, όχι και η απαίτηση (ΑΠ 450/2013), να μην τελούν υπό αίρεση ή προθεσμία, να μην υπόκεινται σε ανατρεπτική ή αναβλητική ένσταση και να είναι αγώγιμες, δηλαδή να μην είναι απλώς φυσικές ενοχές. Ο νόμος δεν απαιτεί, ως όρο του συμψηφισμού, ταυτότητα του νομικού λόγου που στηρίζει τις αμοιβαίες απαιτήσεις ή συνάφεια της αιτίας τους, αλλά ούτε και επιβάλλει η ανταπαίτηση που αντιτάσσεται προς συμψηφισμό να είναι εκκαθαρισμένη.
Η πρόταση του συμψηφισμού μπορεί να λάβει χώρα είτε εξώδικα είτε ενώπιον Δικαστηρίου με τη μορφή ένστασης (άρθρο 442 ΑΚ). Πρόταση συμψηφισμού που γίνεται πριν από τη δίκη ή κατά τη διάρκειά της με εξώδικη δήλωση προς τον αντίδικο εκείνου που προτείνει το συμψηφισμό επιφέρει την απόσβεση των αμοιβαίων απαιτήσεων από τότε που συνυπήρξαν. Μεταγενέστερη σε δίκη επίκληση του εξώδικου συμψηφισμού δεν αποτελεί προβολή της ομώνυμης ένστασης αλλά διαδικαστική πράξη, με την οποία ανακοινώνεται στο Δικαστήριο ότι η επίδικη απαίτηση έχει αποσβεσθεί. Ουσιαστικά πρόκειται για ένσταση εξόφλησης της επίδικης απαίτησης που επήλθε με το συμψηφισμό, η οποία αντιμετωπίζεται όπως οι κοινές ενστάσεις του δικονομικού δικαίου και δεν απολαύει την ιδιαίτερη δικονομική μεταχείριση της ένστασης συμψηφισμού (άρθρ. 442 ΑΚ), ούτε επιφέρει τα άλλα αποτελέσματα (άρθρ. 221 παρ. 2 ΚΠολΔ) που ο νόμος αναγνωρίζει στην τελευταία (ΑΠ 1655/2018 – ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 132/2017, ΑΠ 486/2016, ΑΠ 450/2013, ΑΠ 1460/2012).
Αγγελική Πολυδώρου, Δικηγόρος
e-mail: info@efotopoulou.gr