Η χρήση γενικών όρων συναλλαγών στη σύμβαση μεσιτείας διέπεται από τις διατάξεις του άρθρου 2 του ν. 2251/1994 σχετικά με την προστασία του καταναλωτή
Η σύμβαση μεσιτείας αποτελείται συνήθως από γενικούς όρους συναλλαγών (Γ.Ο.Σ), οι οποίοι έχουν διατυπωθεί εκ των προτέρων για απροσδιόριστο αριθμό μελλοντικών συμβάσεων και δεν αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης μεταξύ των μερών. Οι όροι αυτοί τίθενται προς προστασία του οικονομικά ισχυρότερου μέρους της σύμβασης. Λόγω της συμβατικής ανισορροπίας που δημιουργείται, το οικονομικά ασθενές μέρος της σύμβασης βρίσκεται αντιμέτωπο με υπέρτερες δεσμεύσεις για τις οποίες πολλές φορές ουδόλως είχε ενημερωθεί, με αποτέλεσμα οι όροι αυτοί να κρίνονται από το Δικαστήριο ως καταχρηστικοί. Παράδειγμα καταχρηστικού όρου στη σύμβαση μεσιτείας έχει κρίνει το Ειρηνοδικείο Αθηνών στην απόφασή του με αριθμό 367/2016. Συγκεκριμένα το Δικαστήριο απεφάνθη ότι: «Η χρήση γενικών όρων συναλλαγών στη σύμβαση μεσιτείας διέπεται από τις διατάξεις του αρθρ. 2 ν. 2251/1994{…..} ο όρος, που ισχυρίζεται η ενάγουσα ότι περιλαμβάνεται στο ιδιωτικό συμφωνητικό, ότι σε κάθε περίπτωση δικαιούται της αμοιβής, που συμφωνήθηκε, ακόμη και αν η σκοπούμενη σύμβαση του ακινήτου δεν έγινε με τη δική της μεσολάβηση ή την υπόδειξη, δεν είναι σύμφωνος με το νόμο. Με βάση το αρθρ. 361 ΑΚ, που προσβλέπει στην ελευθερία των συμβάσεων παρέχεται μεν η ελευθερία στους συμβαλλόμενους να ρυθμίσουν τους επί μέρους όρους της σύμβασης, όχι, όμως, να ανατρέψουν όσα ισχύουν στο νόμο, ενώ η «λεόντειος σύμβαση» με την οποία ένας των συμβαλλόμενων αποκτά υπέρμετρα δικαιώματα, σε σχέση με τις υποχρεώσεις του και τα δικαιώματα και υποχρεώσεις του άλλου συμβαλλόμενου μέρους, εξακολουθεί να μη επιτρέπεται και μη αναγνωρίζεται από τη δικαιική τάξη. Σύμφωνα με το νόμο, τέλος, αν η σκοπούμενη σύμβαση επιτεύχθηκε μετά τη λήξη της σύμβασης αποκλειστικής μεσιτείας και στο μεταξύ διάστημα ο αντισυμβαλλόμενος του μεσίτη έδωσε εντολή και σε άλλον μεσίτη, ο πρώτος, για να δικαιούται αμοιβής, πρέπει να αποδείξει ότι η σύμβαση συνάφθηκε λόγω δικής του μεσολάβησης ή υπόδειξης. Διότι δεν τεκμαίρεται στην περίπτωση αυτή, ότι πράγματι συνάφθηκε λόγω της εργασίας του πρώτου μεσίτη».
Χαρά Ζούκα, δικηγόρος
info@efotopoulou.gr