Δικηγορικό Γραφείο Ευγενίας Α. Φωτοπούλου
Βασιλίσσης Σοφίας 6 Αθήνα 106 74
Τηλέφωνο: 210 36 24 769, 211 7 80 80 80
210 30 09 019
Email: info@efotopoulou.gr

Πότε χωρεί εικονικότητα σε μονομερή δήλωση βουλήσεως, σε σύμβαση και σε πράξη δημόσιας αρχής

Το άρθρο 138 ΑΚ ορίζει στην πρώτη μεν παράγραφο ότι «δήλωση βούλησης που δεν έγινε σοβαρά παρά μόνον φαινομενικά (εικονική) είναι άκυρη», στη δε δεύτερη παράγραφο ορίζει ότι «άλλη δικαιοπραξία που καλύπτεται κάτω από την εικονική είναι έγκυρη, αν τα μέρη την ήθελαν και συντρέχουν οι όροι που απαιτούνται για τη σύστασή της». Από την πρώτη διάταξη (άρθρο 138 παρ. 1 ΑΚ) συνάγεται ότι η δήλωση βούλησης που δεν έγινε σοβαρά, παρά μόνο φαινομενικά αποκαλείται εικονική και είναι άκυρη, θεωρούμενη σαν να μην έγινε (άρθρο 180 ΑΚ). Εικονική είναι λοιπόν η δήλωση βούλησης, η οποία σε γνώση του δηλούντος δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα και έχει ως σκοπό να δημιουργήσει σε άλλους την εντύπωση μεταβολής ορισμένης νομικής κατάστασης, χωρίς να υπάρξει πρόθεση στο δηλούντα τέτοιας νομικής μεταβολής.

Εικονική μπορεί να είναι η δήλωση βούλησης όχι μόνο σε μονομερή δικαιοπραξία, αλλά και σε σύμβαση, στην τελευταία δε περίπτωση για την αντίστοιχη ακυρότητα της σύμβασης προϋποτίθεται γνώση της εικονικότητας από τον αντισυμβαλλόμενο του δηλούντος και συμφωνία όλων των κατά το χρόνο κατάρτισης συμβαλλομένων ότι η σύμβαση που συνάφθηκε δεν παράγει έννομες συνέπειες. Έτσι, για την εικονικότητα της σύμβασης αρκεί το γεγονός ότι η δηλωθείσα βούληση των δικαιοπρακτούντων βαρύνεται με ελάττωμα, το οποίο συνίσταται στο ότι δεν αποσκοπεί πράγματι στην παραγωγή των εννόμων αποτελεσμάτων της δικαιοπραξίας που καταρτίζεται. Ως εκ τούτου δεν είναι ανάγκη να προκύπτει ο σκοπός ή τα αίτια που οδήγησαν στην ελαττωματική αυτή δήλωση, εκτός αν υποκρύπτει άλλη δικαιοπραξία και μόνο για την έρευνα του κύρους ή μη αυτής κατά τη δεύτερη διάταξη του άρθρου 138 ΑΚ. Η τελευταία όμως αυτή διάταξη δεν είναι προσδιοριστική της κατά την πρώτη παράγραφο του άρθρου 138 ΑΚ εικονικότητας, υπό την έννοια ότι οριοθετεί απλώς την έκταση και την ενέργειά της, αλλά έχει αυτοτέλεια διότι στηρίζεται σε νέα πραγματικά γεγονότα, διαφορετικά από εκείνα που απαρτίζουν την εικονικότητα της εμφανούς δικαιοπραξίας (ΟλΑΠ32/1998, ΑΠ365/2015).

Η εικονικότητα όμως αποκλείεται επί πράξεων της δημόσιας αρχής, όταν αυτή εκδηλώνει ίδια βούληση, παραγωγική έννομης σχέσεως, και ενεργεί ως δικαιοπρακτούν πρόσωπο, όχι όμως όταν αυτή ενεργεί προς βεβαίωση αλλότριας βουλήσεως ή παρεμβαίνει γενικά προς εκπλήρωση άλλων σκοπών, που συνδέονται αμέσως ή εμμέσως με την υπό τέλεση σύμβαση, χωρίς όμως η προς τούτο γενομένη δήλωση να είναι δικαιοπρακτική και να αποτελεί την αναγκαία για την κατάρτιση της συμβάσεως δήλωση βουλήσεως του άλλου συμβαλλομένου (ΑΠ 298/2016 Δημοσίευση ΤΝΠ Νόμος). Για την ακυρότητα, επομένως, ως εικονικής μιας σύμβασης, ουσιώδες στοιχείο είναι η γνώση και η συμφωνία όλων των κατά το χρόνο της κατάρτισής της συμβαλλομένων, για το ότι η συναφθείσα σύμβαση είναι εικονική και δεν παράγει έννομες συνέπειες. Για την εικονικότητα δηλαδή, της δικαιοπραξίας αρκεί το γεγονός, ότι η δηλωθείσα βούληση των δικαιοπρακτούντων βαρύνεται με ελάττωμα, που συνίσταται στο ότι δεν αποσκοπεί πράγματι στην παραγωγή των εννόμων αποτελεσμάτων της δικαιοπραξίας που καταρτίζεται. Ως εκ τούτου, δεν είναι ανάγκη να προκύπτει ο σκοπός ή τα αίτια που οδήγησαν στην ελαττωματική αυτή δήλωση. Η κατά τα άνω ακυρότητα της δικαιοπραξίας είναι απόλυτη, δηλαδή μπορεί να προταθεί από καθένα που έχει έννομο συμφέρον, σύμφωνα με τις διατάξεις των όρθρων 180 ΑΚ και 68 και 70 ΚΠολΔ (ΑΠ 563/2016). Η εικονικότητα δε, δύναται να αποδειχθεί και με μάρτυρες (ΑΠ 1024/2018 Δημοσίευση ΤΝΠ Νόμος) [1]

 

Άννα Ρεγκούτα, Δικηγόρος

e-mail: info@efotopoulou.gr

[1] ίδετε ΕφΔυτΜακ 324/2019, δημοσιευμένη σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Το email σας δεν θα δημοσιευτεί