Δικηγορικό Γραφείο Ευγενίας Α. Φωτοπούλου
Βασιλίσσης Σοφίας 6 Αθήνα 106 74
Τηλέφωνο: 210 36 24 769, 211 7 80 80 80
210 30 09 019
Email: info@efotopoulou.gr

Προϋπόθεση εφαρμογής του άρθρου 949 ΚΠολΔ είναι η ύπαρξη προϋφιστάμενης υποχρέωσης απορρέουσας από νόμο/σύμβαση/μονομερή δικαιοπραξία

Το άρθρο 949 ΚΠολΔ δεν θεμελιώνει το ίδιο, αλλά προϋποθέτει ως δεδομένη από το ουσιαστικό δίκαιο την αξίωση για δήλωση βουλήσεως (Πελ. Γέσιου – Φαλτσή, Δίκαιο Αναγκαστικής Εκτέλεσης, έτος 2001, σελ. 71). Με άλλα λόγια, η υποχρέωση του εναγομένου να προβεί στη δήλωση βούλησης προς τον ενάγοντα πρέπει να ευρίσκει νόμιμο έρεισμα στις διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή να στηρίζεται σε πραγματικά γεγονότα που δημιουργούν νόμιμη υποχρέωση του εναγομένου να προβεί στη συγκεκριμένη δικαιοπραξία. Η υποχρέωση αυτή μπορεί να απορρέει, είτε απευθείας από το νόμο (π.χ. άρθρα 424, 758, 896 και 1945 Α.Κ.), είτε από σύμβαση, ιδίως περιουσιακού χαρακτήρα (πώληση, ανταλλαγή, δωρεά, εταιρία κλπ), ή από άλλες υποσχετικές συμβάσεις, όπως λ.χ. η εντολή, η εταιρία, η εργολαβία δίκης, τις οποίες ο νόμος εξοπλίζει με δεσμευτικότητα (άρθρα 166, 361 ΑΚ), είτε από μονομερή δικαιοπραξία (π.χ. προκήρυξη). Αν το ουσιαστικό δίκαιο δεν παρέχει αγωγή, δεν χωρεί εξαναγκασμός κατά τη διάταξη του άρθρου 949 ΚΠολΔ. Προέχουσα, δηλαδή, προϋπόθεση εφαρμογής του άρθρου αυτού είναι η ύπαρξη ορισμένης αξίωσης προς δήλωση βούλησης, η οποία πρέπει να απορρέει από το ουσιαστικό δίκαιο, καθώς η διάταξη αυτή δεν θεμελιώνει, αλλά προϋποθέτει ως δεδομένη την αξίωση προς δήλωση βούλησης από το ουσιαστικό δίκαιο, και αυτή ρυθμίζει μόνο την πραγμάτωσή της αναγκαστικώς (ΑΠ 1511/2013 ΧρΙΔ 2014, 211, ΑΠ 499/2011 ΕλλΔνη 2011, 1052, ΑΠ 2122/2009 ΧρΙΔ 2011, 121, ΑΠ 76/2004 ΧρΙΔ 2004, 431). Αφετηρία για την αναζήτηση της έννοιας της δήλωσης βούλησης στο ανωτέρω άρθρο αποτελεί η γενική έννοια της δήλωσης βούλησης κατά το αστικό δίκαιο. Δήλωση βούλησης υπό ευρεία έννοια είναι η εξωτερίκευση και πραγμάτωση ιδιωτικής βούλησης μέσω ορισμένης συμπεριφοράς με σκοπό την παραγωγή συγκεκριμένου εννόμου αποτελέσματος, το οποίο μπορεί να συνίσταται στη δημιουργία, αλλοίωση ή κατάργηση ορισμένης έννομης σχέσης. Χαρακτηριστικό της δηλώσεως βουλήσεως είναι η άμεση σύνδεσή της βουλήσεως προς τις επιδιωκόμενες έννομες συνέπειες. Από τον παραπάνω ορισμό προκύπτει, επίσης, ότι η έννοια της δηλώσεως βουλήσεως του αστικού δικαίου αναφέρεται αποκλειστικά σε εξωτερίκευση και πραγμάτωση ιδιωτικής βουλήσεως, δηλαδή βουλήσεως που διέπεται από τους κανόνες του ιδιωτικού δικαίου. Δεν εμπίπτουν, συνεπώς, στην παραπάνω έννοια δηλώσεις βουλήσεως του δημοσίου δικαίου, όπως οι δηλώσεις ιδιωτών αφορώσες σχέσεις δημοσίου δικαίου (Ευαγγελία Ποδηματά, Η καταδίκη σε δήλωση βουλήσεως κατά το άρθρο 949 ΚΠολΔ, 1989, σελ. 95-96, 77/2021 ΕφΑιγαίου).

Λαμπρινή Σταμέλου, δικηγόρος

info@efotopoulou.gr

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Το email σας δεν θα δημοσιευτεί