Επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, μετά την άσκηση έφεσης ή ανακοπής ερημοδικίας. Πώς πρέπει να διατυπώνεται το σχετικό αίτημα.
Σύμφωνα με το άρθρο 914 ΚπολΔ «αν το δικαστήριο δεχτεί την ανακοπή ερημοδικίας ή την έφεση οριστικά και κατ’ ουσίαν και απορρίψει, ολικά ή εν μέρει, την αγωγή, την ανταγωγή ή την κύρια παρέμβαση, εφόσον αποδειχθεί ότι η απόφαση που προσβάλλεται εκτελέστηκε, διατάζει, αν το ζητήσει εκείνος κατά του οποίου έγινε η εκτέλεση, την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που βρίσκονταν, πριν εκτελεστεί η απόφαση που εξαφανίστηκε ή μεταρρυθμίστηκε. Η αίτηση υποβάλλεται είτε με τα δικόγραφα της ανακοπής ή της έφεσης και των προσθέτων λόγων είτε με τις προτάσεις είτε με χωριστό δικόγραφο που κοινοποιείται στον αντίδικο. Η εκτέλεση της απόφασης πρέπει να προαποδεικνύεται». Συνεπώς, εάν η πρωτόδικη απόφαση κηρύχθηκε προσωρινώς εκτελεστή, ολικώς ή μερικώς και εκτελέσθηκε, το εφετείο, όταν δέχεται την έφεση και απορρίπτει εν όλω ή εν μέρει την αγωγή ως προς το εκκληθέν κεφάλαιο της, διατάσσει, μετά από αίτηση εκείνου κατά του οποίου έγινε η εκτέλεση, την επαναφορά των πραγμάτων στην πριν από την εκτέλεση κατάσταση. Επαναφορά των πραγμάτων διατάσσεται όχι μόνο όταν η απόφαση εκτελέσθηκε αναγκαστικά αλλά και όταν εκείνος, που καταδικάσθηκε, συμμορφώθηκε εκουσίως προς το περιεχόμενο της απόφασης, προς αποφυγή της επικείμενης σε βάρος του αναγκαστικής εκτέλεσης, όχι όμως για τα επιπλέον καταβληθέντα πέραν των επιδικασθέντων με την απόφαση που εκτελέστηκε [1].
Για να διαταχθεί η επαναφορά πρέπει όχι μόνο να γίνει δεκτή η έφεση ή η ανακοπή ερημοδικίας, αλλά πρέπει το Δικαστήριο να απορρίψει ολικά ή εν μέρει την αγωγή, αν δε η απόρριψη είναι μερική, μερική θα είναι και η επαναφορά (Μ.Μαργαρίτης- Α.Μαργαρίτη, Ερμ.ΚπολΔ, τόμος ΙΙ,εκδ.2η, αρθ.914, σελ.481).Η εκτέλεση θα πρέπει να έχει γίνει με δικαστική απόφαση και όχι με άλλο εκτελεστό τίτλο. Η ως άνω διάταξη, από τους περιοριστικά απαριθμούμενους στο άρθρο 904 εκτελεστούς τίτλους, αναφέρεται μόνο στη δικαστική απόφαση, που έχει κηρυχθεί προσωρινώς εκτελεστή, όχι δε και στους με τις δικαστικές αποφάσεις λειτουργικά εξομοιούμενους εκτελεστούς τίτλους, γιατί ναι μεν αποτελούν δικαστικές επιταγές, πλην όμως δεν εκδίδονται μετά από διαγνωστική δίκη, της οποίας το σφάλμα διορθώνει άλλο δικαστήριο [2].
Για την επαναφορά απαιτείται αίτηση του διαδίκου η οποία πρέπει να περιλαμβάνει σαφές αίτημα και δεν αρκεί η απλή διατύπωση στο δικόγραφο: «αιτούμαι την επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση». Η έννοια της επαναφοράς είναι συνυφασμένη με αναδρομική ενέργεια και σημαίνει ότι ο λήπτης της παροχής διά της εκτελέσεως της απόφασης που εξαφανίστηκε υποχρεούται να αποδώσει κάθε τι που έλαβε κατά τον χρόνο και όπως το έλαβε κι όχι ό,τι απομένει σήμερα. Το περιεχόμενο της απαιτήσεως του δικαιούχου της επαναφοράς, λοιπόν, έναντι του υπόχρεου πρέπει να προσαρμοσθεί προς την ιδιορρυθμία αυτήν της επαναφοράς των πραγμάτων στην κατάσταση που βρίσκονταν, πριν εκτελεστεί η απόφαση που εξαφανίστηκε ή μεταρρυθμίστηκε. Το κατά τον χρόνο τούτο ληφθέν αποτελεί το αντικείμενο της απαιτήσεως αυτού που πέτυχε την εξαφάνιση της απόφασης. Η απόδοση τούτου προσδιορίζει το αίτημα της επαναφοράς. Ανάλογο πρέπει να είναι και το περιεχόμενο του αιτήματος του διαδίκου, από το οποίο εξαρτάται και το διατακτικό της απόφασης που διατάσσει την επαναφορά. Η διατύπωση του αιτήματος και του διατακτικού της απόφασης απαιτεί ιδιαίτερη προσοχή προς αποφυγή δυσχερειών κατά την εκτέλεση. Η επανάληψη της φράσεως του νόμου και η καταδίκη απλώς στην επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που βρίσκονταν πριν εκτελεστεί η απόφαση, δεν αρκεί.
Προκειμένου π.χ. περί εκτελεσθείσης αποφάσεως κατά το άρθρο 943 ΚΠολΔ, το αίτημα πρέπει να περιλαμβάνει την αποβολή του διά της εκτελέσεως εγκατασταθέντος στη νομή ή κατοχή του ακίνητου και την εγκατάσταση του αποβληθέντος, σε τρόπο ώστε να καθίσταται εφικτή η εκτέλεση της απόφασης που θα εκδοθεί κατά τα άρθρα 941 επ. ΚΠολΔ [3]. Ακολούθως, η αίτηση επαναφοράς υποβάλλεται παραδεκτά, ως ορίζεται στο ως άνω άρθρο: α) με το δικόγραφο της ανακοπής ή της έφεσης, β) με το δικόγραφο των πρόσθετων λόγων, γ) με τις προτάσεις, δ) με χωριστό δικόγραφο που κοινοποιείται στον αντίδικο. Κατ’ αρχήν η αίτηση υποβάλλεται στο Δικαστήριo που δικάζει το ένδικο μέσο. Όταν όμως, έχει εκδοθεί η απόφαση του Εφετείου για την ενώπιον του διαφορά, τούτο έχει απεκδυθεί από κάθε δικαιοδοσία που είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την κατ’ ουσίαν εκδίκαση της υπόθεσης και ο διάδικος που παρέλειψε να την υποβάλει νομότυπα, δεν μπορεί να επανέλθει στο ίδιο δευτεροβάθμιο δικαστήριο για την εκδίκαση αυτοτελούς αίτησης μπορεί, ωστόσο να ασκήσει αυτοτελή, προς τούτο αγωγή στο αρμόδιο δικαστήριο, κατά τις γενικές διατάξεις (Μ.Μαργαρίτης- Α.Μαργαρίτη, ο.π. σελ. 482, Εφ.Αθ.5084/2001, Ελ.Δνη2003 σελ. 1413) με τη διαφορά ότι στην τελευταία αυτή περίπτωση η επαναφορά ρυθμίζεται από τις διατάξεις του Ουσιαστικού και του κοινού Δικονομικού Δικαίου ως προς τις προϋποθέσεις και τη διαδικασία και στην οποία τα διάδικα μέρη μπορούν να αντιτάξουν το σύνολο των ισχυρισμών τους [4].
Ακόμη, η αίτηση επαναφοράς προϋποθέτει αφενός ότι το ένδικο μέσο έγινε κατ’ ουσίαν δεκτό και απορρίφθηκε (έστω και για τυπικούς λόγους) η αίτηση δικαστικής προστασίας που είχε γίνει δεκτή με την προσωρινώς εκτελεστή απόφαση και αφετέρου ότι η απόφαση έχει εκτελεστεί, διά παντός νομίμου μέσου ή και εκουσίως. Πρέπει, ωστόσο, για την ευδοκίμηση της αίτησης να προαποδεικνύεται (με έγγραφα ή ομολογία αντιδίκου). Σημειώνεται δε, πως το αίτημα επαναφοράς στην προγενέστερη κατάσταση δεν θεμελιώνεται στην ακύρωση ή μεταρρύθμιση του τίτλου, της απόφασης δηλαδή που κηρύχθηκε προσωρινώς εκτελεστή. Το αίτημα, δηλαδή της επαναφοράς είναι ανεξάρτητο από την ύπαρξη του δικαιώματος στο οποίο στηρίζεται ο τίτλος και για την ικανοποίηση του οποίου έγινε η εκτέλεση, ο διάδικος δηλαδή που ζητάει την επαναφορά υποχρεώνεται να επικαλεσθεί και να αποδείξει την εξαφάνιση της απόφασης με την οποία έγινε η εκτέλεση και απορρίφθηκε η αγωγή του αντιδίκου ολικά ή εν μέρει (Β.Μπρακατσούλας, Αναγκαστική εκτέλεση, 2014, σελ. 140). Το επιληφθέν Δικαστήριο δε, αν συντρέχουν οι ανωτέρω προϋποθέσεις, δεν μπορεί να απορρίψει την αίτηση επαναφοράς. Με την παραδοχή της αίτησης διατάσσεται η απόδοση των καταβληθέντων ή του πράγματος ή ακυρώνεται η καταδίκη σε δήλωση βούλησης κλπ ανάλογα με τη φύση της εκτέλεσης που πραγματοποιήθηκε. Η υποχρέωση τοκοδοσίας αρχίζει από την επίδοση της απόφασης που διατάσσει την επαναφορά (Μ.Μαργαρίτης-Α.Μαργαρίτη, ο.π. σελ. 482, ΟλΑΠ 05/2001 Ελ.Δνη 2001, σελ. 379) [5].
Άννα Ρεγκούτα, Δικηγόρος
e-mail: info@efotopoulou.gr
[1] Α.Π. 1530/2006, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ
[2] ΑΠ 286/2005, ΑΠ 764/2001, ΑΠ 677/1996, ΑΠ 41/1992 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ
[3] ΜΠΡΘΕΣΣ 19129/01,ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ
[4] ΕφΑΘ 5084/2001, ΕλλΔ/νη 44.1412, ΠΠΑΘ 04/2012 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ
[3] ΕιρΚερκ 747/2020, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ