Δικηγορικό Γραφείο Ευγενίας Α. Φωτοπούλου
Βασιλίσσης Σοφίας 6 Αθήνα 106 74
Τηλέφωνο: 210 36 24 769, 211 7 80 80 80
210 30 09 019
Email: info@efotopoulou.gr

Σε ποιες περιπτώσεις μπορεί να ζητηθεί η εξαίρεση ή αντικατάσταση του διορισθέντος πραγματογνώμονα. Προϋποθέσεις άσκησης της σχετικής αίτησης

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 368 παρ. 1 ΚΠολΔ, το δικαστήριο μπορεί να διορίσει έναν ή περισσότερους πραγματογνώμονες, αν κρίνει πως πρόκειται για ζητήματα που απαιτούν για να γίνουν αντιληπτά ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης.

Ο διορισμός μπορεί να γίνεται κατ’ αρχήν από τον κατάλογο των πραγματογνωμόνων, με την επιλογή προσώπου, που έχει την ίδια ή άλλη ειδικότητα από τον αντικατασταθέντα, εφόσον στην τελευταία περίπτωση, η επιλογή της ειδικότητας δεν ήταν η απαιτούμενη για τη διάγνωση της διαφοράς. Το Δικαστήριο μπορεί να διορίσει πραγματογνώμονες και εκτός καταλόγου, αν δεν υπάρχει τέτοιος κατάλογος, αν δεν αναφέρονται σ’ αυτόν πρόσωπα με την απαιτούμενη ειδικότητα ή για οποιονδήποτε άλλο λόγο, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίσης του (ΑΠ 1508/1995, 4577/2018 ΜΠΑ). Δεν αποκλείεται ο διορισμός προσώπου και εκτός του καταλόγου αν σ’ αυτόν δεν περιλαμβάνονται πρόσωπα της ειδικότητας που απαιτείται στη συγκεκριμένη υπόθεση ή και αν ακόμη περιλαμβάνονται εφόσον κρίνεται άλλο πρόσωπο της ιδίας ειδικότητας καταλληλότερο ή προσώπου που κατοικεί ή διαμένει στην περιφέρεια άλλου δικαστηρίου ή στην αλλοδαπή, οπότε πρέπει να διορισθεί και εντεταλμένος δικαστής, στον οποίον δεν αποκλείεται να ανατεθεί η επιλογή και ο διορισμός των πραγμτογνωμόνων αυτών. (ΕφΑΘ 1646/1992 ΝΟΜΟΣ, Βαθρακοκοίλης, ΚΠολΔ άρθρο 370 σημ. 6, άρθρο 372 σημ. 1, Κεραμεύς-Κονδύλης-Νίκας άρθρο 372 σημ. 1).

Από τη διάταξη του άρθρου 370 παρ. 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το Δικαστήριο που διόρισε τους πραγματογνώμονες, πρωτοβάθμιο ή δευτεροβάθμιο, μετά από αίτηση των διαδίκων ή και αυτεπάγγελτα, μπορεί να τους αντικαταστήσει για εύλογη αιτία, δικάζοντας κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων (ΑΠ 1003/2015, ΕφΘεσ 1236/2011, ΕφΔωδ 6/2011 Τ.Ν.Π. Νόμος).

Στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο οφείλει να προβεί στην αντικατάσταση και δεν μπορεί να ανακαλέσει την προγενέστερη απόφαση του και να ερευνήσει στην ουσία της την υπόθεση, κρίνοντας μη αναγκαίο τον διορισμό πραγματογνώμονα, καθόσον κατά το στάδιο αυτό (διαδικασία αντικαταστάσεως) δεν έχει τέτοια δικαιοδοσία. Κατά την εκδίκαση τέτοιας αιτήσεως πρέπει να καλούνται από τον αιτούντα (όταν επισπεύδεται από διάδικο), ή από το δικαστήριο όλοι οι διάδικοι (ΕφΑθ 2453/2015, Τ.Ν.Π. Νόμος, ΕφΘεσ 1236/2011, ΕφΛαρ 50/2004, ΕφΑθ 2321/2000, ΕφΠατρ 967/2003 ό.π.). Η ερημοδικία οποιουδήποτε διαδίκου στη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δεν συνεπάγεται βλαβερές δικονομικές συνέπειες γι’ αυτόν, δεδομένου ότι στη διαδικασία αυτή ισχύει το ανακριτικό σύστημα και συνεπώς σε περίπτωση ερημοδικίας διαδίκου αυτός δικάζεται σαν να ήταν παρών. Το δικαστήριο όμως προβαίνει πάντα σε αυτεπάγγελτη έρευνα κατ’ άρθρο 110 παρ. 2 του ΚΠολΔ για τη νομιμότητα και το εμπρόθεσμο της κλήτευσης του απόντος διαδίκου, σε περίπτωση δε που η κλήτευση δεν έγινε καθόλου ή έγινε εκπρόθεσμα ή κατά τρόπο μη νόμιμο κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της υπόθεσης (Βαθρακοκοίλη, ΚΠολΔ, τόμος Δ, σελ. 86, Τζίφρα, Ασφαλιστικά Μέτρα, εκδ. 1985, σελ. 26).

Η απόφαση αντικατάστασης του πραγματογνώμονα για εύλογη αιτία δεν αποτελεί ασφαλιστικό μέτρο, αλλά εκδίδεται κατά την διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων για να επιτευχθεί η ταχεία εκκαθάριση της σχετικής διαφοράς (ΕφΠειρ 78/2022).

Ακόμη, σύμφωνα με το άρθρο 376 ΚΠολΔ «Οι Πραγματογνώμονες μπορούν να ζητήσουν οι ίδιοι να εξαιρεθούν, ή να εξαιρεθούν από διάδικο 1) αν συντρέχει κάποιος από τους λόγους του άρθρου 52 παραγρ. 1 εδ. α` έως γ` και στ` 2) αν είναι δημόσιοι υπάλληλοι και η προϊσταμένη τους αρχή τους απαγόρευσε εγγράφως να ενεργήσουν την πραγματογνωμοσύνη για λόγους που αφορούν την υπηρεσία τους, 3) αν συντρέχει άλλος σπουδαίος λόγος», ενώ σύμφωνα με το άρθρο 377 ΚΠολΔ «1. Την εξαίρεση την προτείνει ο πραγματογνώμονας ή ένας από τους διαδίκους με γραπτή αίτηση που υποβάλλεται στο δικαστήριο ή στον εντεταλμένο δικαστή που διόρισε τους Πραγματογνώμονες. Η αίτηση κατατίθεται στην γραμματεία του δικαστηρίου μέσα σε πέντε ημέρες αφότου κοινοποιήθηκε η απόφαση που διορίζει τους Πραγματογνώμονες. Αργότερα η αίτηση για εξαίρεση είναι απαράδεκτη, εκτός αν ο λόγος της εξαίρεσης προέκυψε κατόπιν. 2. Η αίτηση για εξαίρεση μπορεί να γίνει και με δήλωση στην γραμματεία του Δικαστηρίου ή στον εντεταλμένο Δικαστή που διορίζει τους Πραγματογνώμονες. 3. Η αίτηση για εξαίρεση πρέπει να περιέχει τους λόγους της εξαίρεσης, αλλιώς είναι απαράδεκτη.». Η αίτηση δεν απαιτείται να στρέφεται κατά κάποιου προσώπου, πρέπει, όμως, να καλούνται κατά τη συζήτηση τόσο οι διάδικοι όσο και ο πραγματογνώμονας (βλ. Ιωάννη Κατρά, Σύστημα ασφαλιστικών μέτρων, αναγκαστικής εκτέλεσης και διαταγών πληρωμής και απόδοσης, έκδ. 2010, παρ. 136 Β, σελ. 812-3, Ερμηνεία ΚΠολΔ Κεραμέας/Κονδύλης/Νίκας, άρθρο 378, σελ. 728, Εκδόσεις Σάκκουλας Αθήνα-Θεσσαλονίκη, Τόμος I, έτος έκδ. 2000, ΜΠρΚοζ 136/2016 Νόμος, ΕφΠειρ 694/2015 Νόμος).

Εύλογη αιτία αντικατάστασης του πραγματογνώμονα, αφού ο νόμος δεν προσδιορίζει, αποτελεί οποιοδήποτε πραγματικό περιστατικό, που εμποδίζει είτε την έναρξη είτε την τελείωση της πραγματογνωμοσύνης με τη σύνταξη της σχετικής έκθεσης και την κατάθεση της εντός της καθορισθείσας από το Δικαστήριο προθεσμίας. Μεταξύ των περιπτώσεων που έχουν κριθεί από τη νομολογία των ελληνικών δικαστηρίων ως εύλογη αιτία είναι η αδυναμία επιτελέσεως των καθηκόντων του λόγω φόρτου εργασίας, η υπερβολική καθυστέρηση περατώσεως της πραγματογνωμοσύνης χωρίς αιτία, η μη εμφάνιση του πραγματογνώμονα προς όρκιση ή η μη αποδοχή του διορισμού του και η ανεπιτηδειότητα του (ΑΠ 1080/1988, Δ/νη 1990/68, ΕφΑθ 3346/2017, Εφ Πειρ 46/2017 ΤΝΠ ΔΣΑ, βλ. Κεραμέα – Κονδύλη – Νίκα «Ερμηνεία ΚΠολ Δ. άρθρο 370 παρ. 8, σελ. 724).

Η ένταξη των περιστατικών στην έννοια της εύλογης αιτίας απόκειται στην κρίση του δικαστηρίου, το οποίο ερευνά σε κάθε περίπτωση τα συγκεκριμένα περιστατικά που συντρέχουν στο πρόσωπο του πραγματογνώμονα και προβάλλονται ή είναι γνωστά στο δικαστήριο, τέτοια δε μπορεί να είναι ενδεικτικά η απουσία στην αλλοδαπή, η ηλικία, η αδυναμία διενέργειας της πραγματογνωμοσύνης, λόγοι ασθένειας, έλλειψη των ειδικών γνώσεων για την υπόθεση (βλ. σχετ. ΜΠρΘεσ 1847/2021, ΕφΘεσσ 1236/2011 δημοσιευμένη στην ΤρΝομΠληρ ΝΟΜΟΣ, ΕφΛαρ 50/2004 Δικογραφία 2004. 431, ΕΑ 2321/2000 ΕλλΔνη 2000. 1424).

Άννα Ρεγκούτα, Δικηγόρος

e-mail: info@e-fotopoulou.gr

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Το email σας δεν θα δημοσιευτεί