Αρκεί η απλή η απλή άρνηση του κατόχου προς απόδοση του πράγματος μετά τη λήξη της σύμβασης ή απαιτείται να αντιποιείται αυτός τη νομή του εκμισθωτή για να είναι παραδεκτή η άσκηση των ένδικων της αγωγής αποβολής από τη νομή και της αίτησης ασφαλιστικών μέτρων;
Καταρχάς, αν ο κάτοχος, π.χ ο μισθωτής, ενός ακινήτου μετά το τέλος της μισθωτικής σχέσης αρνείται να αποδώσει το μίσθιο πράγμα, ο εκμισθωτής δικαιούται να ζητήσει την απόδοσή του ασκώντας την αγωγή από τη σύμβαση (α. 599 ΑΚ), που εκδικάζεται κατά τη διαδικασία των μισθωτικών διαφορών 614 επ. ΚπολΔ.
Παράλληλα όμως δικαιούται να ασκήσει και την αγωγή αποβολής από τη νομή ή να αιτηθεί την λήψη ασφαλιστικών μέτρων σε περίπτωση υπάρξεως επείγουσας περίπτωσης, εφόσον βέβαια συντρέχουν οι όροι του νόμου.
Στην περίπτωση αυτή γεννήθηκε το ζήτημα αν για την άσκηση αγωγής ή αίτησης ασφαλιστικών μέτρων νομής αρκεί η απλή άρνηση του κατόχου προς απόδοση του πράγματος μετά τη λήξη της σύμβασης ή απαιτείται να αντιποιείται αυτός τη νομή του εκμισθωτή.
Στο σημείο αυτό θα πρέπει να αποσαφηνιστεί ότι ως «αντιποίηση» της νομής θεωρείται η εξωτερίκευση της θελήσεως του κατόχου (λ.χ του μισθωτή-ένοικου) να έχει στο εξής για τον εαυτό του. Με απλά λόγια ο κάτοχος οικειοποιείται κάτι χωρίς να έχει σχετικό δικαίωμα (π.χ μια ενεργή σύμβαση μίσθωσης).
Κατά την ορθότερη και κρατούσα στη νομολογία και θεωρία άποψη, εφόσον πρόκειται για τη νομή, που ασκείται με αντιπρόσωπο, όπως είναι και ο μισθωτής, θεωρείται ότι αποβλήθηκε ο αντιπροσωπευόμενος νομέας κατά το άρθρο 982 ΑΚ μόνον από τη στιγμή που ο αντιπρόσωπος θελήσει να την αντιποιηθεί τη νομή για τον εαυτό του και εκδηλώσει αυτό στον αντιπροσωπευόμενο. Τούτο διότι η νομή διατηρείται υπέρ του αντιπροσωπευόμενου και στην περίπτωση που ο αντιπρόσωπος αρνείται την απόδοση του πράγματος, εφόσον ο τελευταίος εξακολουθεί να κατέχει το πράγμα χωρίς τη θέλησή του να γίνει νομέας.
Επομένως, αν δεν υπάρχει η θέληση του αντιπροσώπου-κατόχου να αντιποιηθεί την νομή για τον εαυτό του και δεν εκδηλώσει τη θέληση του αυτή στον αντιπροσωπευόμενο κύριο του πράγματος δεν χωρεί η από το άρθρο 982 ΑΚ αγωγή αποβολής και ακόλουθα ούτε τα ασφαλιστικά νομής.
Βέβαια ο εναγόμενος μισθωτής έχει δικαίωμα να επικαλεστεί ότι κατέχει το πράγμα με βάση τη μισθωτική σύμβαση και δεν αντιποιείται την νομή του εκμισθωτή νομέα, διότι αυτή δεν έληξε, αλλά παρατάθηκε, οπότε δεν χωρεί αντιποίηση της νομής και επομένως αποβολή.
Στην περίπτωση αυτή ο εκμισθωτής μπορεί να ασκήσει μόνον τα δικαιώματά του από τη σύμβαση και μάλιστα την αγωγή αποδόσεως του μισθίου κατ’ άρθρο 599 του ΑΚ.
Είναι βέβαια φανερό ότι η προαναφερόμενη επίκληση της μισθώσεως και η αμφισβήτηση για τη μη λύση της πρέπει να είναι ευλογοφανής. Διότι αν είναι φανερά αστήρικτη θα πρόκειται για συγκαλυμμένη αντιποίηση της νομής, η οποία αποδεικνυόμενη θα έχει ως συνέπεια την παραδοχή της αγωγής νομής ή της αίτησης ασφαλιστικών μέτρων νομής.
Επομένως, αφού αρκεί η συγκαλυμμένη αντιποίηση της νομής, δεν ωφελεί το μισθωτή η ρηματική απλώς αναγνώριση της νομής του ενάγοντος, αν δεν στηρίζεται σε εύλογη αιτία ή η άρνηση της αποδόσεως δεν συνοδεύεται από οποιαδήποτε αιτιολογία ή όταν από παρά τη ρηματική αναγνώρισή της αποδεικνύονται πράξεις που υποδηλώνουν αντιποίηση-οικειοποίηση της νομής όπως π.χ εκμίσθωση του πράγματος παρά την απαίτηση του νομέα για απόδοση του.
Πηγές: Κωνσταντίνος Α. Παπαδόπουλος, Αγωγές Εμπραγμάτου Δικαίου, Αθήνα 1989, σελ. 160-161, ΕιρΠειρ 47/2019, ΕιρΘες. 7880/2013
Ναταλία Κ. Νεραντζάκη
info@efotopoulou.gr