Απόρριψη αγωγής λόγω μη καταβολής δικαστικού ενσήμου
Κατά της αποφάσεως που απορρίπτει την αγωγή λόγω μη καταβολής του τέλους δικαστικού ενσήμου ο ενάγων δικαιούται να ασκήσει έφεση, μοναδικός λόγος της οποίας δύναται να είναι η άρση της ειρημένης παραλείψεως, δηλαδή η εκ των υστέρων καταβολή του άνω τέλους (ΑΠ 181/2023, ΑΠ 65/2022). Αν ο λόγος αυτός είναι βάσιμος, η πρωτόδικη απόφαση εξαφανίζεται. Μετά δε την εξαφάνισή της χωρεί ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, νέα συζήτηση της υποθέσεως, κατά την οποία ο ενάγων, κατ’ ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 528 ΚΠολΔ, δύναται να προτείνει όλους τους πραγματικούς ισχυρισμούς, τους οποίους και πρωτοδίκως ηδύνατο να προτείνει, χωρίς να δεσμεύεται από τους περιορισμούς του άρθρου 527 του ΚΠολΔ (ΑΠ 538/2019, ΑΠ 668/2015, ΑΠ 1572/2013, ΑΠ 1095/2006). Επίσης, ο ενάγων σε περίπτωση που δικάστηκε πρωτοδίκως ερήμην και απορρίφθηκε η αγωγή του λόγω μη καταβολής δικαστικού ενσήμου, καίτοι δεν είχε υποχρέωση καταβολής αυτού, μπορεί να ασκήσει έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης, προβάλλοντας ως λόγο την έλλειψη υποχρέωσής του να καταβάλει δικαστικό ένσημο, οπότε το Εφετείο, αν κρίνει βάσιμο το λόγο αυτό, θα κάνει δεκτή την έφεση και θα εξαφανίσει την πρωτόδικη απόφαση. Άλλως, αν δηλαδή το Εφετείο κρίνει εσφαλμένως ότι ήταν υποχρεωμένος να καταβάλει δικαστικό ένσημο και απορρίψει την έφεση, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, η οποία με το ίδιο σκεπτικό απέρριψε την αγωγή, ιδρύεται ο αναιρετικός λόγος από τον αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Ειδικότερα, κατά την έννοια δηλαδή του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, ως κανόνας ουσιαστικού δικαίου, η παραβίαση του οποίου ιδρύει λόγο αναίρεσης της απόφασης, νοείται εκείνος ο οποίος περιέχει αφηρημένους κανόνες εξ αντικειμένου δικαίου από τους οποίους επέρχονται έννομες συνέπειες αν συντρέξουν ορισμένες προϋποθέσεις. Τέτοιο όμως κανόνα δεν περιέχει η διάταξη του άρθρου 2 του Ν. ΓΠΟΗ/1912 “περί δικαστικού ενσήμου”, όπως συμπληρώθηκε με τα άρθρα 7 παραγρ. 2 του ΝΔ 1544/42 και 11 του ΝΔ 4189/61, γιατί εντάσσεται, ως εκ του περιεχομένου της, στο πλαίσιο των δικονομικών και όχι των ουσιαστικού δικαίου, υπό την προαναφερθείσα έννοια, διατάξεων, εφόσον καθορίζει τις προϋποθέσεις δικαστικής προστασίας στο πλαίσιο δικονομικού δικαίου (ΑΠ 2031/2017, ΑΠ 491/2015, ΑΠ 1077/2014, ΑΠ 181/2013, ΑΠ 1320/2010, αντίθ. ΑΠ 538/2019, ΑΠ 315/2010, που έκριναν ότι αυτή αποτελεί ουσιαστικού δικαίου διάταξη). Επίσης, σε περίπτωση μη καταβολής από τον ενάγοντα του οφειλομένου κατά το άρθρο 2 του ν. ΓΠΟΗ/1912 τέλους δικαστικού ενσήμου, δεν επέρχεται απαράδεκτο της αγωγής ή της συζητήσεώς της, αλλά ο ενάγων λογίζεται, κατά νόμιμο πλάσμα, ως μη εμφανιζόμενος και δικάζεται ερήμην (ΑΠ 5/2020), η δε αγωγή του απορρίπτεται κατ’ ουσίαν λόγω της πλασματικής αυτής ερημοδικίας. Η απόρριψη, όμως, αυτή έχει την έννοια ότι αναφέρεται σε κήρυξη ακυρότητας λόγω μη προσήκουσας παράστασης του ενάγοντος, όπως αυτή επιβάλλεται από την ανωτέρω δικονομικού δικαίου διάταξη του άρθρου 2 του ν. ΓΠΟΗ/1912 επί αγωγής υποκείμενης σε τέλος δικαστικού ενσήμου, η οποία ακυρότητα, που εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως, συνεπάγεται ακολούθως και την πλασματική ερημοδικία αυτού και την απόρριψη της αγωγής, ανεξαρτήτως μάλιστα εάν ο ενάγων θεωρήθηκε ως κατ’ αντιμωλία δικαζόμενος, αφού τελικώς η αγωγή απορρίπτεται λόγω μη καταβολής του δικαστικού ενσήμου. Επομένως, σε περίπτωση, κατά την οποία η αγωγή απορρίφθηκε, εσφαλμένως, από το Εφετείο λόγω μη καταβολής δικαστικού ενσήμου, μολονότι ο ενάγων δεν είχε υποχρέωση καταβολής του εν λόγω τέλους, ιδρύεται ο από τον αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως της παρά νόμο κήρυξης ακυρότητας (ΑΠ 65/2022 ΝΟΜΟΣ).
Ευγενία Φωτοπούλου, δικηγόρος
info@efotopoulou.gr