Υπό ποιες προϋποθέσεις αποφάσεις αλλοδαπών Δικαστηρίων παράγουν δεδικασμένο στην Ελλάδα. Τι ισχύει για διαζύγιο που εκδόθηκε στην Αυστραλία
Από τις διατάξεις των άρθρων 780, 905 παρ. 4 και 323 ΚΠολΔ προκύπτει ότι απόφαση αλλοδαπού δικαστηρίου, η οποία αφορά μεν στην προσωπική κατάσταση, εμπίπτει δε στις κατά το ελληνικό δίκαιο, ως δίκαιο της lex fori [1] εκδιδόμενες κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας αποφάσεις, έχει στην Ελλάδα, χωρίς άλλη διαδικασία, την ισχύ που της αναγνωρίζει το δίκαιο του κράτους του δικαστηρίου, που την εξέδωσε, εφόσον συντρέχουν οι αναφερόμενες στη διάταξη του άρθρου 780 ΚΠολΔ προϋποθέσεις, εκτός αν υπάρχει διεθνής σύμβαση, που ορίζει διαφορετικά. Αντίθετα, αν πρόκειται για απόφαση αλλοδαπού πολιτικού δικαστηρίου, που αφορά στην προσωπική κατάσταση κι εμπίπτει στις κατά το ελληνικό δίκαιο, ως δίκαιο της lex fori, εκδιδόμενες κατά την αμφισβητούμενη δικαιοδοσία αποφάσεις, ισχύει και αποτελεί δεδικασμένο στην Ελλάδα, χωρίς άλλη διαδικασία, εφόσον συντρέχουν οι αναφερόμενες στη διάταξη του άρθρου 323 ΚΠολΔ προϋποθέσεις, εκτός αν υπάρχει διεθνής σύμβαση, που ορίζει διαφορετικά.
Τέτοια διεθνής σύμβαση που να διέπει τις σχέσεις μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας και της Αυστραλίας, ως προς την αναγνώριση δικαστικών αποφάσεων του ενός κράτους στο άλλο, δεν υφίσταται, με αποτέλεσμα απόφαση διαζυγίου, μη συναινετικού, που εκδόθηκε στο ένα κράτος, να αναγνωρίζεται στο άλλο κράτος σύμφωνα με τους όρους που θέτει η διάταξη του άρθρου 323 ΚΠολΔ. Ειδικότερα, οι προϋποθέσεις για την αναγνώριση της ισχύος και του απορρέοντος από απόφαση αλλοδαπού δικαστηρίου δεδικασμένου, σύμφωνα με την τελευταία αυτή διάταξη, είναι: α) η απόφαση να αποτελεί δεδικασμένο σύμφωνα με το δίκαιο του τόπου όπου εκδόθηκε, β) η υπόθεση κατά τις διατάξεις του ελληνικού δικαίου να υπαγόταν στη δικαιοδοσία των δικαστηρίων του κράτους, στο οποίο ανήκε το δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση, γ) ο διάδικος που νικήθηκε να μη στερήθηκε του δικαιώματος της υπεράσπισης και γενικά της συμμετοχής στη δίκη, εκτός αν η στέρηση έγινε σύμφωνα με διάταξη που ισχύει και για τους υπηκόους του κράτους, στο οποίο ανήκει το δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση, δ) η απόφαση να μην είναι αντίθετη προς απόφαση ελληνικού δικαστηρίου που εκδόθηκε στην ίδια υπόθεση και αποτελεί δεδικασμένο για τους διαδίκους μεταξύ των οποίων εκδόθηκε η απόφαση του αλλοδαπού δικαστηρίου και ε) η απόφαση να μην είναι αντίθετη προς τα χρηστά ήθη ή προς τη δημόσια τάξη. Ας σημειωθεί ότι αναφορικά με τη δεύτερη προϋπόθεση της διάταξης αυτής, η υπόθεση θεωρείται ότι υπάγεται στη δικαιοδοσία των δικαστηρίων του αλλοδαπού κράτους, όταν τα ελληνικά δικαστήρια, υπεισερχόμενα υποθετικά στη θέση του δικαστηρίου του αλλοδαπού κράτους, θα είχαν δικαιοδοσία για την υπόθεση σύμφωνα με τις διατάξεις του ελληνικού δικαίου [2], κατά δε τη διάταξη του άρθρου 3 παρ.1 ΚΠολΔ, στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων υπάγονται Έλληνες και αλλοδαποί, εφόσον υπάρχει αρμοδιότητα (κατά τόπο) ελληνικού Δικαστηρίου.
Αυτό συμβαίνει και στην περίπτωση της διάταξης του άρθρου 39 ΚΠολΔ, σύμφωνα με την οποία γαμικές διαφορές, όπους αυτές που αφορούν στη λύση του γάμου με διαζύγιο (άρθρο 592 παρ. 1 ΚΠολΔ), μπορούν να εισαχθούν και στο δικαστήριο στην περιφέρεια του οποίου βρίσκεται ό τόπος της τελευταίας κοινής διαμονής των συζύγων. Περαιτέρω, η έννοια της δημόσιας τάξης εκλαμβάνεται υπό την αναφερόμενη στη διάταξη του άρθρου 33 ΑΚ έννοια της διεθνούς, κατά την ορολογία που επικράτησε, δημόσιας τάξης, που αποτελείται από θεμελιώδεις κανόνες και αρχές, που κρατούν σε ορισμένο χρόνο στη χώρα και απηχούν τις κοινωνικές, οικονομικές, πολιτειακές, πολιτικές, θρησκευτικές, ηθικές και άλλες αντιλήψεις, που διέπουν το βιοτικό ρυθμό αυτής και αποτελούν το φράγμα εφαρμογής στην ημεδαπή κανόνων αλλοδαπού δικαίου, η οποία μπορεί να προξενήσει διαταραχή στην αρμονία του ρυθμού αυτού, που κυριαρχεί στη χώρα και διέπεται από τις εν λόγω αρχές. Άλλωστε, οι διατάξεις που εκφράζουν τις ανωτέρω θεμελιώδεις αρχές, που διέπουν το βιοτικό ρυθμό της χώρας, συνιστούν και την έκφραση της υπό την εκτεθείσα έννοια δημόσιας τάξης, γι` αυτό και η προς αυτές αντίθεση αλλοδαπής απόφασης δεν συγχωρεί την αναγνώριση του δεδικασμένου ή της ισχύος της στην Ελλάδα, εφόσον αυτή θα έχει ως συνέπεια τη διαταραχή, ολική ή μερική, της έννομης τάξης [3].
Εξάλλου, ο όρος «δικαστική αρχή» ή «δικαστήριο» δηλώνει οποιαδήποτε αρχή, η οποία έχει την αρμοδιότητα να καταγιγνώσκει, διευθετεί ή αποφασίζει επί αστικών, οικογενειακών ή ποινικών υποθέσεων, σύμφωνα με τη νομοθεσία του κράτους της. Υπό τον όρο δε «απόφαση» αλλοδαπού πολιτικού δικαστηρίου θα πρέπει να νοηθεί, ενόψει του ότι ο ως άνω χαρακτηρισμός θα κριθεί με βάση το δίκαιο της πολιτείας, στην οποία ανήκει το όργανο που την εξέδωσε, οιαδήποτε κρίση οργάνου της αλλοδαπής πολιτείας που, κατά το δίκαιό της, είναι επιφορτισμένο, έχοντας τη σχετική δικαιοδοσία, με την επίλυση ιδιωτικών διαφορών κατά προδιαγεγραμμένη, έστω και συνοπτική, διαδικασία, είναι δε αδιάφορος ο χαρακτηρισμός της από το δίκαιο της αλλοδαπής πολιτείας ως απόφασης, διάταξης, πράξης ή πιστοποιητικού [4], καθώς και το αν περιβάλλεται ή όχι τον τύπο και αν φέρει ή μη τη μορφή που καθορίζουν οι ημέτεροι δικονομικοί κανόνες, έστω και αν οι τελευταίοι ανάγονται στην εσωτερική δημόσια τάξη και έχουν χαρακτήρα αναγκαστικού δικαίου [5].
Ας σημειωθεί ότι, ειδικά για αποφάσεις εκδιδόμενες κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, δεν μπορεί να γίνει λόγος για παραγόμενο από αυτές δεδικασμένο και, συνεπώς, όταν ζητείται η αναγνώριση τέτοιων αποφάσεων στην ημεδαπή, ουσιαστικά ζητείται η αναγνώριση όχι του απορρέοντος από αυτές δεδικασμένου (καθώς τέτοιο δεν υφίσταται), αλλά της ισχύος τους, όπως προκύπτει και από τη γραμματική διατύπωση της διάταξης του άρθρου 780 ΚΠολΔ, υπό την έννοια της διαπλαστικής ή διαπιστωτικής ενέργειας, που αυτές αναπτύσσουν, η οποία διαμέσου των ρυθμίσεων του ουσιαστικού δικαίου διαμορφώνει ή κατοχυρώνει την υπόσταση ή το περιεχόμενο ορισμένης έννομης σχέσης ή κατάστασης [6].
Άννα Ρεγκούτα, Δικηγόρος
e-mail: info@efotopoulou.gr
Απόσπασμα της υπ’ αριθμ. 190/2018 αποφάσεως του ΜΠΡ ΣΑΜΟΥ (ΕΚΟΥΣΙΑ)
[1] EφΑΘ 727/2006 ΕλλΔνη 2007 σελ. 1708, ΠολΠρΑΘ 9970/1997 ΕλλΔνη 1998/677, ΜονΠρωτΘεσ 14678/2010 ΤΝΠ ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ, ΜονΠρΠειρ 262/2009 ΕΠολΔ 2009 σελ. 385
[2] ΑΠ 1053/2003 ΧρΙΔ 2005 σελ. 150, ΑΠ 193/1983 ΕΕΝ 50 σελ. 712, ΕφΘεσ 3836/1996 Αρμ 1997 σελ. 823, ΕφΑΘ 10601/1995 ΕλλΔνη 1998 σελ. 147, ΜονΠρωτΚερκ 1451/2014 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΜονΠρωτΘεσ 11/2013 ΕλλΔνη 2014 σελ. 222
[3] ΟλΑΠ 17/2008 ΕλλΔνη 2008 σελ. 977, ΑΠ 2154/2013 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ
[4] ΜονΠρΑΘ 420/2015 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ
[5] AΠ 496/1994 ΝοΒ 43 σελ. 552, ΕφΑΘ 6341/1998 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΜονΠρΘεσ 3231/2015 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ
[6] ΕφΔωδ 327/2005 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΜονΠρωτΣερ 92/2013 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΜονΠρωτΡοδ 472/2013 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΜονΠρωτΘεσ 14678/2010