Δικηγορικό Γραφείο Ευγενίας Α. Φωτοπούλου
Βασιλίσσης Σοφίας 6 Αθήνα 106 74
Τηλέφωνο: 210 36 24 769, 211 7 80 80 80
210 30 09 019
Email: info@efotopoulou.gr

Λύση γάμου λόγω ισχυρού κλονισμού της εγγάμου συμβιώσεως

Ο γάμος μπορεί να λυθεί, εφόσον διαπιστώνονται σε αυτόν παθολογικά φαινόμενα που αναιρούν τη δυνατότητα της εκπλήρωσης της κοινωνικής του αποστολής. Στις περιπτώσεις αυτές, η διατήρηση του γάμου δεν έχει νόημα και η λύση του θεωρείται επιτρεπτή από την έννομη τάξη. Σύμφωνα με το άρθρο 1439 ΑΚ, όπως αυτό τροποποιήθηκε με το άρθρο 3 του Ν. 3500/2006, «1. Καθένας από τους συζύγους μπορεί να ζητήσει το διαζύγιο, όταν οι μεταξύ τους σχέσεις έχουν κλονισθεί τόσο ισχυρά, από λόγο που αφορά το πρόσωπο του εναγομένου ή και των δυο συζύγων, ώστε βάσιμα η εξακολούθηση της έγγαμης σχέσης να είναι αφόρητη για τον ενάγοντα. 2. Εφόσον ο εναγόμενος δεν αποδεικνύει το αντίθετο, ο κλονισμός τεκμαίρεται σε περίπτωση διγαμίας ή μοιχείας αυτού, εγκατάλειψης του ενάγοντος ή επιβουλής της ζωής του από τον εναγόμενο, καθώς και σε περίπτωση άσκησης από τον εναγόμενο ενδοοικογενειακής βίας εναντίον του ενάγοντος».

Με την ως άνω τροποποίηση εξομοιώθηκε η άσκηση ενδοοικογενειακής βίας με τις λοιπές προβλεπόμενες από την εν λόγω διάταξη περιπτώσεις, που συνιστούν μαχητό τεκμήριο κλονισμού του γάμου, οπότε το θύμα της βίας, αν επιδιώξει τη λύση του γάμου λόγω ισχυρού κλονισμού, οφείλει να αποδείξει τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν έγκλημα ενδοοικογενειακής βίας και απαλλάσσεται από την απόδειξη του ψυχικού κλονισμού του γάμου. Για να μπορεί να επικαλεσθεί ο ενάγων αυτό το μαχητό τεκμήριο κλονισμού της έγγαμης συμβίωσης, η ενδοοικογενειακή βία πρέπει να είναι αξιόποινη πράξη κατά τις διατάξεις του Ν. 3500/2006 και ήδη μετά τη θέσπιση νέου Ποινικού Κώδικα (Ν. 4619/2019) κατά τις διατάξεις των άρθρων 312 ΠΚ (ενδοοικογενειακή σωματική βλάβη), 330 παρ. 2 ΠΚ (ενδοοικογενειακή παράνομη βία), 333 παρ. 2 ΠΚ (ενδοοικογενειακής απειλής), καθώς και των άρθ. 299 (ανθρωποκτονία με δόλο) και 311 (θανατηφόρα σωματική βλάβη) του Ποινικού Κώδικα, που παραπέμπονται από το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν. 3500/2006.

Η ως άνω ερμηνευτική εκδοχή βασίζεται αφενός στην αιτιολογική έκθεση του Ν. 3500/2006, που κάνει λόγο για «έγκλημα ενδοοικογενειακής βίας μεταξύ συζύγων», αφετέρου στο άρθρο άρ. 1 παρ. 1 (& άρθ. 6 επόμ.) Ν. 3500/2006, το οποίο ορίζει αυθεντικά ότι ως ενδοοικογενειακή βία για την εφαρμογή του Ν. 3500/2006 είναι η τέλεση αξιόποινης πράξης σε βάρος μέλους της οικογένειας.

Αυτονόητο είναι ότι η πράξη ενδοοικογενειακής βίας πρέπει να είναι υπαίτια και καταλογιστή στον δράστη, ενώ η κατάσταση άμυνας ή ανάγκης αποκλείει τη συνδρομή του μαχητού τεκμηρίου. Φυσικά, ως άμυνα νοείται αποκλειστικά η πράξη που τελεί ο σύζυγος που δέχεται επίθεση προς υπεράσπιση του ιδίου ή τρίτου οικείου του, και δεν νοείται η στάθμιση και ο συμψηφισμός με άλλες παράνομες πράξεις ή αντισυζυγική συμπεριφορά του άλλου συζύγου.

Σε περίπτωση, δε, που η συμπεριφορά του ενός συζύγου υπάγεται στο πραγματικό άλλων αξιόποινων προσβολών της σωματικής ακεραιότητας, της προσωπικής ελευθερίας, της γενετήσιας αξιοπρέπειας και της τιμής κατά τον ΠΚ, τότε οι εν λόγω προσβολές θα κριθούν ως κλονιστικά της έγγαμης συμβίωσης γεγονότα του άρθρου 1439 παρ. 1 ΑΚ, εκτός αν συνδυάζονται με πράξεις βίας που κατά τα παραπάνω θεμελιώνει τεκμήριο κλονισμού. Υποστηρίζεται, πάντως με πειστικά επιχειρήματα και η αντίθετη άποψη, ότι, δηλαδή, η άσκηση βίας δεν είναι απαραίτητο να είναι αξιόποινη, αλλά αρκεί να κριθεί από το Δικαστήριο ως σοβαρή και απεχθής, όπως προκύπτει και από την εισηγητική έκθεση του Ν. 3500/2006 και από το άρθρο 2 του Ν. 3500/2006, το οποίο απαγορεύει κάθε μορφής βία μεταξύ των μελών της οικογένειας.

Διχοστασία υπάρχει επίσης αν το τεκμήριο της ενδοοικογενειακής βίας θεμελιώνεται αποκλειστικά στην περίπτωση που έχει ασκηθεί ενδοοικογενειακή βία μόνο στον άλλο σύζυγο ή συντρέχει και όταν η βία κατευθύνεται και σε άλλα μέλη της οικογένειας. Η γραμματική διατύπωση του άρθρου «εναντίον του συζύγου», οδηγεί στο συμπέρασμα ότι το τεκμήριο κλονισμού λειτουργεί μόνο όταν η πράξη ή η παράλειψη που έχει τα χαρακτηριστικά της ενδοοικογενειακής βίας εκδηλώνεται από τον ένα σύζυγο προς τον άλλο. Συνεπώς, περιστατικά βίας που κατευθύνονται σε άλλα πρόσωπα, ακόμη και οικεία του ενάγοντος πρέπει να κρίνονται ως κλονιστικά υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 1439 παρ. 1 ΑΚ. Κατά την αντίθετη θέση, υποστηρίζεται ότι με βάση την τελεολογία του Ν. 3500/2006 και λαμβάνοντας υπόψη τη φύση και την αλληλεξάρτηση των οικογενειακών σχέσεων απαιτείται μια διασταλτική ερμηνεία του άρθ. 1439 παρ. 2 ΑΚ, προκειμένου το τεκμήριο της ενδοοικογενειακής βίας να στοιχειοθετείται και στην περίπτωση που ασκείται βία σε στενότατα συνδεόμενα με τον ενάγοντα σύζυγο πρόσωπα, τα οποία προβλέπονται στο άρθ. 1 παρ. 2 του Ν. 3500/2006. Διαφορετικά, θα ήταν άδικο να μπορεί να επικαλεστεί ο ενάγων το τεκμήριο, όταν είναι θύμα ο ίδιος και όχι όταν θύματα είναι τα παιδιά του ή οι οικείοι του.

Το δικαίωμα διάζευξης που βασίζεται σε υπαίτια κλονιστικά γεγονότα σε βάρος του ενός συζύγου είναι επιδεκτικό αφενός απόσβεσης, λόγω συγγνώμης ή συναίνεσης, αφετέρου καταχρηστικής άσκησης. Σε περιπτώσεις ενδοοικογενειακής βίας, ο εναγόμενος σύζυγος δύναται να ανταποδείξει ότι παρά τις πράξεις βίας δεν επήλθε κλονισμός στην έγγαμη σχέση, καθώς ο ενάγων σύζυγος ρητά ή σιωπηρά εξωτερίκευσε τη βούληση του να συμφιλιωθούν και να συνεχίσουν την έγγαμη συμβίωση μαζί παρά τον αρχικό κλονισμό που δημιουργήθηκε. Δεν πρέπει, όμως να παραγνωρίζεται από τον εφαρμοστή του δικαίου ο μηχανισμός του κύκλου της βίας στις περιπτώσεις ενδοοικογενειακής κακοποίησης κάθε μορφής, οπότε η βία εμφανίζει έναΝ κύκλο επανάληψης με εντάσεις για ασήμαντες αφορμές, εκρήξεις βίας και υφέσεις με πράξεις μεταμέλειας του θύτη και πρόσκληση προς το θύμα για οικογενειακή επανένωση ιδίως προς όφελος των τέκνων. Με το τελευταίο αυτό στάδιο, δεν κλείνει φυσικά ο κύκλος της βίας αλλά ανατροφοδοτείται, καθώς η επίδειξη της μετάνοιας συνιστά συνήθη επιμελώς σχεδιασμένη τακτική χειραγώγησης και ελέγχου. Με δεδομένο, λοιπόν, τον ως άνω κύκλο επανάληψης, ορθά γίνεται δεκτό από τη νομολογία ότι μόνη η παραμονή του συζύγου – θύματος βίας στο σπίτι, δεν έχει τον χαρακτήρα της παροχής συγγνώμης, όπως συνήθως υποστηρίζει ο εναγόμενος σύζυγος, αλλά της προσδοκίας της αλλαγής της συμπεριφοράς του εναγομένου και της εμπλοκής του σε ένα μηχανισμό απώθησης και άρνησης[1].

 

Αγγελική Πολυδώρου, Δικηγόρος

e-mail: info@efotopoulou.gr

[1] βλ. ΜΠρΘεσσαλ 10201/2023, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ (με περαιτέρω παραπομπές σε θεωρία και νομολογία).

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Το email σας δεν θα δημοσιευτεί