Δικηγορικό Γραφείο Ευγενίας Α. Φωτοπούλου
Βασιλίσσης Σοφίας 6 Αθήνα 106 74
Τηλέφωνο: 210 36 24 769, 211 7 80 80 80
210 30 09 019
Email: info@efotopoulou.gr

Αποτελέσματα υπαναχώρησης – Διάκριση αυτής σε νόμιμη και συμβατική

Κατά τη διάταξη του άρθρου 389 ΑΚ, «Στη σύμβαση μπορεί κανείς να επιφυλάξει στον εαυτό του το δικαίωμα της υπαναχώρησης. Η υπαναχώρηση επιφέρει απόσβεση των υποχρεώσεων για παροχή που πηγάζουν από τη σύμβαση και οι συμβαλλόμενοι έχουν αμοιβαία υποχρέωση να αποδώσουν τις παροχές που έλαβαν κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό». Αναφορικά με τη νομική φύση της υπαναχώρησης, με αυτή λύνεται η ενοχική σύμβαση με μονομερή δήλωση από τον ένα συμβαλλόμενο προς τον άλλο. Ειδικότερα, ως υπαναχώρηση νοείται καταρχήν η μονομερής πράξη του ενός συμβαλλόμενου, με την οποία αυτός ανατρέπει τη σύμβαση και μάλιστα μια υποσχετική σύμβαση. Στοιχεία της υπαναχώρησης είναι αφενός ότι αυτή αποτελεί μονομερή ενέργεια του ενός συμβαλλομένου (δικαιοπραξία) και αφετέρου ότι επιφέρει ανατροπή υποσχετικής σύμβασης (απόσβεση των ενοχικών υποχρεώσεων), άρα διαπλάσσει νέα έννομη κατάσταση, με τη γέννηση υποχρέωσης απόδοσης όσων ήδη εκπληρώθηκαν κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό. Ο όρος «υπαναχώρηση» χρησιμοποιείται κατ’ επέκταση όχι μόνο για το δικαίωμα λύσης της σύμβασης αλλά και για τη δήλωση του συμβαλλομένου, με την οποία πραγματώνεται το δικαίωμα αυτό. Επιπλέον, επειδή η άσκηση του δικαιώματος της υπαναχώρησης ανατρέπει τις ενοχικές σχέσεις που απέρρεαν από υποσχετική ενοχική σύμβαση, συνιστά ταυτόχρονα και αποσβεστικό λόγο των ενοχών.

Η υπαναχώρηση διακρίνεται σε συμβατική και σε νόμιμη, ανάλογα με το αν το σχετικό δικαίωμα πηγάζει από συμφωνία των συμβαλλομένων μερών ή απευθείας από τον νόμο. Ειδικότερα, στη συμβατική υπαναχώρηση, καθένας από τους συμβαλλομένους ή και οι δύο μπορούν να επιφυλάξουν για τον εαυτό τους το δικαίωμα της υπαναχώρησης από τη σύμβαση (ΑΚ 389 παρ.1). Η επιφύλαξη γίνεται με συμφωνία των μερών (ΑΚ 361, 389 παρ. 1 ΑΚ), η οποία συνομολογείται είτε κατά την κατάρτιση της κύριας σύμβασης, την οποία αφορά η υπαναχώρηση, είτε και μεταγενέστερα. Η συμφωνία είναι καταρχήν άτυπη και μπορεί να συνάγεται και σιωπηρά. Επίσης, είναι δυνατόν να εξαρτά το δικαίωμα της υπαναχώρησης από αίρεση ή προθεσμία, ή να επιβάλλει ειδικές διατυπώσεις ή όρους για την άσκησή του (π.χ. επέλευση ενός γεγονότος, πάροδος κάποιας προθεσμίας). Η συμβατική υπαναχώρηση ρυθμίζεται από τις διατάξεις των άρθρων 389-401 ΑΚ.

Αναφορικά με τη νόμιμη υπαναχώρηση, το δικαίωμα αυτό προβλέπεται από ειδικές νομοθετικές διατάξεις, όπως λ.χ. στις περιπτώσεις υπαίτιας παράβασης αμφοτεροβαρούς συμβάσεως (ΑΚ 382): υπαίτια αδυναμία παροχής, ΑΚ 383: υπερημερία του οφειλέτη, ΑΚ 386: υπαίτια αδυναμία ή υπερημερία οφειλέτη στη σύμβαση για διαδοχικές παροχές), οπότε και πρόκειται για νόμιμη υπαναχώρηση. Οι ΑΚ 389-401 έχουν ευθεία εφαρμογή μόνο στη συμβατική υπαναχώρηση, την οποία επιφυλάσσει κανείς προνοητικά κατά την κατάρτιση της συμβάσεως, για να εξασφαλίσει την προσαρμογή της συμβατικής ρυθμίσεως προς τις μελλοντικές του ανάγκες. Στη νόμιμη υπαναχώρηση, η οποία πηγάζει ευθέως από τον νόμο -κατά κανόνα σε περιπτώσεις υπαίτιας παραβάσεως αμφοτεροβαρούς σύμβασης εκ μέρους του οφειλέτη (βλ. ΑΚ 382 επ. αλλά και 686 και 697 παρ.1)- σαν προνόμιο για τον δανειστή και κύρωση για τον υπεύθυνο οφειλέτη, οι γενικές περί συμβατικής υπαναχώρησης διατάξεις (ΑΚ 389-396) ισχύουν κατά ΑΚ 387 παρ.2 ΑΚ αναλόγως, ήτοι στο μέτρο που παρίστανται συμβατές με τη διαφορετική στη νόμιμη υπαναχώρηση κατάσταση συμφερόντων. Πράγματι επ’ αυτής, διαφορετικά από ό,τι στη συμβατική υπαναχώρηση, τα μέρη δεν υπολογίζουν εκ των προτέρων το ενδεχόμενο ασκήσεως της υπαναχωρήσεως και κατά συνέπεια, δεν υποχρεούνται να προσανατολίζουν τη συμπεριφορά τους προς το ενδεχόμενο αυτό. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 390 ΑΚ, «η υπαναχώρηση γίνεται με δήλωση αυτού που έχει το δικαίωμα να υπαναχωρήσει προς τον άλλον». Η δήλωση του δικαιούχου της υπαναχώρησης αποτελεί μονομερή δικαιοπραξία, απευθυντέα (ΑΚ 167) και άτυπη (ΑΚ 158, και αν ακόμη η σύμβαση είναι τυπική, λ.χ. ΑΚ369, πώληση ακινήτου), η οποία μπορεί να είναι ρητή ή σιωπηρή. Δεν είναι επίσης απαραίτητο στοιχείο του περιεχομένου της δηλώσεως η πανηγυρική χρήση της λέξης «υπαναχώρηση». Η άσκηση της υπαναχώρησης δεν υπόκειται σε προθεσμία, αλλά υπόκειται στον έλεγχο της ΑΚ 281, οπότε το σχετικό δικαίωμα μπορεί να αποδυναμωθεί. Κάθε συμβαλλόμενος όμως μπορεί να τάξει στον άλλον εύλογη προθεσμία για την άσκηση από τον τελευταίο του δικαιώματός του για υπαναχώρηση. Η άπρακτη πάροδος της προθεσμίας αυτής επιφέρει απόσβεση του δικαιώματος υπαναχώρησης (ΑΚ 395). Το δικαίωμα υπαναχώρησης αποσβήνεται και με παραίτηση του δικαιούχου, που αρκεί να γίνει με μονομερή δικαιοπραξία του παραιτούμενου, αφού πρόκειται για διαπλαστικό δικαίωμα και όχι για απαίτηση (για την οποία ισχύει η ΑΚ 454). Η δικαιοπραξία της παραίτησης είναι άτυπη, άρα μπορεί να είναι και σιωπηρή (Καράκωστας, Αστικός Κώδικας, Ερμηνεία-σχόλια- νομολογία, έκδ.2006, άρθρο 389, αριθ. 1013, 1014, 1015, 1016, 1017, 1022, άρθρο 390, αριθ. 1028, 1030, 180/2025 ΜονΕφΑθ αδημ.).

Ευγενία Α. Φωτοπούλου, δικηγόρος

info@efotopoulou.gr

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Το email σας δεν θα δημοσιευτεί