Η μετά την τελεσιδικία της απόφασης διανομής διαφοροποίηση της ιδανικής μερίδας των κοινωνών, λόγω καθολικής ή ειδικής διαδοχής δεν ανατρέπει την απόφαση ούτε συνιστά λόγο ματαίωσης ή ακύρωσης του πλειστηριασμού που διεξάγεται μεταξύ των αρχικών διαδίκων της απόφασης διανομής
Κατά το άρθρο 1021 εδ. α` και β` ΚΠολΔ, όταν σύμφωνα με διάταξη νόμου ή με δικαστική απόφαση ή με συμφωνία των μερών γίνεται εκούσιος πλειστηριασμός ενώπιον συμβολαιογράφου, η διαδικασία αρχίζει με έκθεση περιγραφής, η οποία συντάσσεται από δικαστικό επιμελητή και περιέχει όσα ορίζονται στην παράγραφο 1 του άρθρου 955 αν πρόκειται για κινητό, ή του άρθρου 999, αν πρόκειται για ακίνητο, περαιτέρω δε εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις των άρθρων 954 § 4, 955 § 1, 960 § 2, 965, 966, 967, 969 § 1, 999, 1001 § 1, 1002, 1003 §§ 1, 2 και 4, 1004, 1005 §§ 1 και 2 και 1010. Εξάλλου, ειδικά για την περίπτωση που διατάσσεται η πώληση του διανεμητέου με πλειστηριασμό, λόγω του ότι η αυτούσια διανομή του είναι ανέφικτη ή ασύμφορη, ορίζεται στο άρθρο 484 § 2 ΚΠολΔ, ότι η διαδικασία του πλειστηριασμού αρχίζει με την περιγραφή των επικοίνων κατά το άρθρο 954 και διεξάγεται όπως ορίζουν τα άρθρα 959 επ., ενώ οι προθεσμίες του άρθρου 960 § 1 αρχίζουν από την κατάρτιση της έκθεσης περιγραφής. Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών που ισχύουν παράλληλα, ως μη αντιτιθέμενες, όσον αφορά την προδικασία και την κυρία διαδικασία του εκούσιου πλειστηριασμού (ΑΠ 152/2000 ΕλΔ 41.712, ΑΠ 938/1996 ΕλΔ 38.1073, ΑΠ 99/1990 ΕλΔ 32.85), συνάγεται ότι στον κατ’ άρθρο 484 ΚΠολΔ πλειστηριασμό, που αποτελεί μορφή εκούσιου πλειστηριασμού κατά το ως άνω άρθρο 1021 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 23/2001 ΕλΔ 43.87, ΑΠ 312/2000 ΕλΔ 41.711, ΑΠ 938/1996 οπ, ΑΠ 519/1994 ΕλΔ 36.149, ΑΠ 193/1994 ΕλΔ 37.96) και είναι δυνατή η προσβολή του με την ανακοπή του άρθρου 933 και μέσα στις προθεσμίες του άρθρου 934 ΚΠολΔ (ΑΠ 312/2000 ο.π., ΑΠ 519/1994 ο.π.), και στον οποίο δεν υπάρχει οφειλέτης και σκοπός του δεν είναι η ικανοποίηση των δανειστών των κυρίων του επίκοινου ακινήτου, αλλά η πώληση του διανεμητέου πράγματος για την επίτευξη μεγαλύτερου τιμήματος με τις εγγυήσεις του συναγωνισμού και της δημοσιότητας της δημόσιας αρχής (ΑΠ 152/2000 ο.π., ΑΠ 193/1994 ο.π.), δεν έχει εφαρμογή, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, η διάταξη του άρθρου 921 § 1 του ΚΠολΔ, σύμφωνα με την οποία η αναγκαστική εκτέλεση που άρχισε κατά του οφειλέτη συνεχίζεται μετά τον θάνατό του αφότου ο κληρονόμος αποδεχθεί την κληρονομιά ή αφότου περάσει η προθεσμία για την αποποίηση ή αφότου διοριστεί κηδεμόνας της σχολάζουσας κληρονομιάς, ή η συναφής διάταξη του άρθρου 1858 ΑΚ κατά την οποία, όσο ο κληρονόμος έχει το δικαίωμα να αποποιηθεί την κληρονομιά δεν μπορεί να ασκηθεί δικαστικώς εναντίον του αξίωση που στρέφεται κατά της κληρονομιάς, εκτός αν έχει διορισθεί κηδεμόνας της σχολάζουσας κληρονομιάς, στις οποίες (διατάξεις) και ειδικά στο άρθρο 921 του ΚΠολΔ και δεν γίνεται παραπομπή με το παραπάνω άρθρο 1021 ΚΠολΔ και δη δεν περιλαμβάνεται μεταξύ των διατάξεων που αναφέρονται ως ανάλογα εφαρμοζόμενες στο άρθρο αυτό, ούτε στο άρθρο 484, και είναι ασυμβίβαστη με τη φύση και το σκοπό του δικαστικού πλειστηριασμού (σχ. ΑΠ 152/2000 ο.π., ΑΠ 938/1996 ο.π., ΑΠ 193/1994 ο.π., ΑΠ 99/1990 ο.π., ΕφΑΘ 286/1994 ΕλΔ 36.664, ΕφΑΘ μειοψ. 14659/1988 ΝοΒ 38.463, ΕφΘεσ 128/1993 ΕλΔ 35.653). Στο παραπάνω συμπέρασμα καταλήγει το Δικαστήριο ανεξάρτητα από το αν η απαρίθμηση στο παραπάνω άρθρο 1021 ΚΠολΔ των ανάλογα εφαρμοζομένων διατάξεων είναι περιοριστική ή ενδεικτική (ΕφΑΘ 1894/1993 ΕλΔ 35.155, ΕφΑΘ 9769/1991 Αρμ. 1992.169), με την προϋπόθεση ότι στην τελευταία περίπτωση η εφαρμογή μιας διάταξης πρέπει να βρίσκεται σε αρμονία με τη φύση και το σκοπό του εκούσιου ως άνω πλειστηριασμού (σχ. ΑΠ 1001/1994, Β. Βαθρακοκοίλη ΚΠολΔ Τ. ΣΤ, έκδ. 1997, σε άρθρο 1021 αριθ. 18 και 37).
Επίσης, με τη δικαστική διανομή δημιουργείται δεδικασμένο κατά πρώτο λόγο αναφορικά με το κύριο ζήτημα της δίκης, δηλαδή το δικαίωμα δικαστικής διανομής. Το δικαίωμα αυτό απορρέει από την προϋπάρχουσα σχέση της κοινωνίας, η ύπαρξη της οποίας αποτελεί προδικαστικό ζήτημα του δικαιώματος δικαστικής διάπλασης, με τη μορφή της δικαστικής διανομής και ως τέτοιο καλύπτεται από το δεδικασμένο (άρθρο 330 του ΚΠολΔ). Εφόσον καλύπτεται από το δεδικασμένο το δικαίωμα, στο οποίο θεμελιώνεται η κοινωνία, εξυπακούεται ότι καλύπτεται από το δεδικασμένο και η δικαστική διάγνωση των ιδανικών μερίδων συμμετοχής των κοινωνών σε αυτή (άρθρο 479 του ΚΠολΔ). Συνεπώς μετά την έκδοση της τελεσίδικης απόφασης οι κοινωνοί δεν μπορούν πλέον να αμφισβητήσουν το μέγεθος των ιδανικών τους μερίδων (ΑΠ 1287/2003 ΕλΔ 46.417, ΑΠ 938/1996, ΕλΔ 1997, σελ. 1073-4). Η μετά τη τελεσιδικία της απόφασης διαφοροποίηση της ιδανικής μερίδας των κοινωνών, λόγω καθολικής ή ειδικής διαδοχής, και η εντεύθεν προκύπτουσα διάφορη αναλογία τους στον πλειστηριασμό λαμβάνεται ενδεχομένως υπ’ όψην κατά τη διανομή του πλειστηριάσματος και αφορά τις ενοχικές αξιώσεις μεταξύ των κοινωνών και δεν ανατρέπει την απόφαση ούτε συνιστά λόγο ματαίωσης ή ακύρωσης της διαδικασίας του πλειστηριασμού που διεξάγεται μεταξύ των αρχικών διαδίκων μεταξύ των οποίων εκδόθηκε η περί εκούσιου πλειστηριασμού του επικοίνου δικαστική απόφαση (1714/2008 ΕφΑθ).
Ευγενία Α. Φωτοπούλου, δικηγόρος
info@efotopoulou.gr