Ευθύνη πιστωτικού ιδρύματος λόγω παραβίασης της γενικής υποχρέωσης πρόνοιας και ασφάλειας – Στοιχεία του ορισμένου της αγωγής
Κατά τη διάταξη του άρθρου 914AK, όποιος ζημιώνει άλλον παράνομα και υπαίτια, έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 297, 298, 299, 330, 914 και 932 του ιδίου κώδικα, προκύπτει, ότι προϋποθέσεις της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία, αλλά και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, που αποτελεί μη περιουσιακή ζημία, είναι: α) ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη), β)παράνομος χαρακτήρας της πράξης ή παράλειψης, γ) υπαιτιότητα, που περιλαμβάνει το δόλο και την αμέλεια και δ) πρόσφορος αιτιώδης συνάφεια μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς και αποτελέσματος, δηλαδή της ζημίας. Ο χαρακτηρισμός της παράλειψης ως παράνομης συμπεριφοράς, προϋποθέτει την ύπαρξη νομικής υποχρέωσης για επιχείρηση θετικής ενέργειας που παραλείφθηκε (ΑΠ 864/2014). Περαιτέρω, καλή πίστη, υπό την αντικειμενική έννοια που απαντάται στα άρθρα 200, 281 και 288 Α.Κ, είναι η συναλλακτική ευθύτητα, την οποία επιδεικνύει ο χρηστός και εχέφρων συναλλασσόμενος. Υπό την έννοια συνεπώς αυτή, η καλή πίστη συνιστά κριτήριο συμπεριφοράς και, άρα, κανόνα δικαίου.
Έτσι, παρανομία συνιστά και η παράβαση της γενικής υποχρέωσης πρόνοιας και ασφάλειας στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερα της κοινωνικής δραστηριότητας των ατόμων, δηλαδή η παράβαση της, κοινωνικώς επιβεβλημένης και εκ της θεμελιώδους δικαιϊκής αρχής της συνεπούς συμπεριφοράς απορρέουσας, υποχρέωσης λήψης ορισμένων μέτρων επιμέλειας για την αποφυγή πρόκλησης ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων. Η αθέτηση προϋφιστάμενης ενοχής και μόνη δεν συνιστά άνευ άλλου και αδικοπραξία. Είναι όμως δυνατόν μία υπαίτια ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη), με τη οποία παραβιάζεται η σύμβαση, πέραν της αξίωσης από τη σύμβαση, να θεμελιώνει και αξίωση από αδικοπραξία, όταν και χωρίς τη συμβατική σχέση διαπραττόμενη, θα ήταν παράνομη, ως ενέχουσα προσβολή δικαιώματος, το οποίο αντιτάσσεται κατά του ζημιώσαντος και όφειλε αυτός να το σεβαστεί.
Περαιτέρω, οι Τράπεζες εκτός από ιδιωτικές επιχειρήσεις διαμεσολάβησης στην κυκλοφορία του χρήματος, ασκούν παραλλήλως και δημόσια λειτουργία, (υπό την ευρύτερη έννοια του όρου), αφού η δραστηριότητά της αυτή αντανακλά ευθέως στην εθνική οικονομία). Εξάλλου, η Τράπεζα, κατά την εκπλήρωση των συναφών υποχρεώσεών της, απέναντι στον αντισυμβαλλόμενό της (πελάτη της), όπως απαιτεί η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη (ΑΚ288), έχει τις αποκαλούμενες “υποχρεώσεις προνοίας”, (εξειδικευόμενες σε μία σειρά παρεπομένων υποχρεώσεών της και ειδικότερα στην υποχρέωση προστασίας των περιουσιακών αγαθών του πελάτη της, ιδίως όταν τα αγαθά αυτά είναι δυνατόν, κατά την εκπλήρωση της παροχής, να τεθούν σε κίνδυνο), επειδή έχει αυξημένη δυνατότητα να επεμβαίνει στην περιουσιακή σφαίρα των πελατών της. Περαιτέρω, κατ’ εξαίρεση από τον κανόνα της σχετικότητας των ενοχών, οι συμβάσεις είναι δυνατόν, υπό προϋποθέσεις, να αναπτύσσουν προστατευτική ενέργεια και υπέρ τρίτων προσώπων, τα οποία συνδέονται στενά με το αντικείμενο της παροχής ή εμπλέκονται στο πεδίο της υφιστάμενης σχέσης εμπιστοσύνης. Τέλος τα πρόσωπα που δεν βρίσκονται σε συναλλακτικό σύνδεσμο με την Τράπεζα κι ούτε εντάσσονται στο προστατευτικό πεδίο του συνδέσμου αυτού, δικαιούνται – σε περίπτωση κατά την οποία η Τράπεζα, κατά την εκπλήρωση παροχής της προς τον αντισυμβαλλόμενό της, βλάψει υπαιτίως και τα έννομα συμφέροντα των προσώπων αυτών – να ζητήσουν αποζημίωση, κατά τις διατάξεις του ΑΚ περί αδικοπραξιών (άρθρο 914 ΑΚ).
Και τούτο, επειδή, στην περίπτωση αυτή, η Τράπεζα θα έχει παραβεί το γενικό καθήκον κάθε κοινωνικού ανθρώπου, (αλλά και οντότητας εξομοιούμενης κατά το νόμο με αυτόν), να μη ζημιώνει υπαιτίως άλλον, ΑΠ Ολ 967/1973 ΝοΒ 22,505), το οποίο – καθήκον – αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα όταν αδικοπραγεί πιστωτικό ίδρυμα, ενόψει της δραστικής παρέμβασής του στο οικονομικό τοπίο και της εντεύθεν, κατά τα προλεχθέντα, ασκήσεως από μέρους της δημόσιας λειτουργίας latu sensu (ΑΠ 1116/2019). Ειδικότερα οι Τράπεζες, ως χρηματοδοτικοί οργανισμοί που ασκούν αποφασιστική επίδραση στην ανάπτυξη και στη λειτουργία των χρηματοδοτούμενων απ’ αυτές επιχειρήσεων, έχουν αυξημένη ευθύνη κατά την άσκηση του χρηματοδοτικού τους έργου και οφείλουν να μεριμνούν για τα συμφέροντα των επιχειρήσεων που χρηματοδοτούν, αφού από τη φύση της η πιστωτική σχέση, ως διαρκής έννομη σχέση ιδιαίτερης εμπιστοσύνης μεταξύ των συμβαλλομένων, επιβάλλει την υποχρέωση πίστης και προστασίας από την πλευρά των τραπεζών των συμφερόντων των πελατών τους, ώστε να αποφεύγονται υπέρμετρα επαχθείς γι` αυτούς συνέπειες. Συνεπώς και για το λόγο αυτό η άσκηση των δικαιωμάτων τους θα πρέπει να κυριαρχείται από τις αρχές της καλόπιστης και σύμφωνης με τα χρηστά συναλλακτικά ήθη εκπλήρωσης των οφειλόμενων παροχών (ΑΚ 178, 200, 288) και να αποφεύγεται αντίστοιχα κάθε κατάχρηση στη συμπεριφορά τους. Έτσι σε περίπτωση δυσχέρειας του πιστούχου της Τράπεζας να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις του από την πιστωτική σύμβαση λόγω πρόσκαιρης οικονομικής αδυναμίας του, που όμως υπερβαίνει τα όρια της αντοχής του, η καλόπιστη από την πλευρά της Τράπεζας συμπεριφορά επιβάλλει σ` αυτή την υποχρέωση να ανεχθεί μια εύλογη καθυστέρηση στην εκπλήρωση της παροχής του οφειλέτη, ιδίως όταν η επιδίωξη της άμεσης εκπλήρωσης της παροχής του πρόκειται να οδηγήσει σε πλήρη οικονομική καταστροφή του, χωρίς ουσιαστικό κέρδος για την ίδια.
Κατά την έννοια αυτή η Τράπεζα θα πρέπει, σε περίπτωση πρόσκαιρης οικονομικής αδυναμίας του πελάτη της, να αποφύγει την εσπευσμένη καταγγελία της μεταξύ τους πιστωτικής σύμβασης και το κλείσιμο του αλληλόχρεου λογαριασμού τους, προπάντων όταν οι απαιτήσεις της είναι ασφαλισμένες με εμπράγματες ή προσωπικές ασφάλειες, ο δε πελάτης της βρίσκεται σε άμεση οικονομική εξάρτηση απ’ αυτή και δεν οφείλει σε τρίτους, αφού τότε οι παραπάνω ενέργειές της προσλαμβάνουν καταχρηστικό χαρακτήρα ( ΑΠ 1352/ 2011, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Έτσι, για την πληρότητα του δικογράφου της αγωγής, που στηρίζεται στις διατάξεις των άρθρων 281, 914 επ. 919, 932 του ΑΚ, πρέπει να εκτίθενται στην αγωγή, πραγματικό περιστατικά τέτοια, από τα οποία αληθή υποτιθέμενα να συνάγεται, εκτός των άλλων, ότι αφενός ο υπόχρεος επί μακρό χρονικό διάστημα είχε δημιουργήσει την εύλογη πεποίθηση στον δικαιούχο ότι δεν θα επιδιώξει την ικανοποίηση της απαιτήσεώς του και τις δυσμενείς επιπτώσεις από την ενέργεια αυτή, αφετέρου δε ότι η υπέρβαση των ορίων της καλής πίστης και των χρηστών ηθών έγιναν υπαιτίως, με συνέπεια τη ζημία του ενάγοντος. Αν τα περιστατικά αυτά δεν περιέχονται στο εισαγωγικό της δίκης δικόγραφο η αγωγή είναι αόριστη και πρέπει να απορρίπτεται (ΑΠ 819/ 2013, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ)
Ελένη Μακροδημήτρη, ασκ δικηγόρος
info@efotopoulou.gr