Κρίσιμος χρόνος ιδιότητας δωρεοδόχου ως μεριδούχου του κληρονομουμένου προκειμένου η προς αυτόν δωρεά να χαρακτηριστεί ως γενομένη προς μεριδούχο κατ’ άρθρο 1831 παρ. 2 του ΑΚ
Στις προστιθέμενες στην κληρονομιά κατ’ άρθρο 1831 §2 ΑΚ παροχές του κληρονομουμένου προς τους μεριδούχους, περιλαμβάνονται οι χωρίς αντάλλαγμα γενόμενες προς αυτούς παροχές, έστω και αν έγιναν από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον ή από λόγους ευπρέπειας καθώς επίσης και οι δωρεές προς τρίτους, εφόσον αυτές έγιναν κατά την τελευταία πριν το θάνατο του κληρονομουμένου δεκαετία και δεν επιβάλλονταν από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον ή από λόγους ευπρέπειας [ΑΠ 1081/2017 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, 141/2020 ΕΦ ΘΡΑΚΗΣ (ΜΟΝ), δημοσιευμένη σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ].
Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1825, 1826, 1830, 1831 και 1835 του ΑΚ προκύπτει ότι η ιδιότητα του δωρεοδόχου ως μεριδούχου του κληρονομουμένου ή τρίτου, προκειμένου η προς αυτόν δωρεά να χαρακτηριστεί ως γενομένη προς μεριδούχο ή προς τρίτο και να κριθεί αν αυτή προστίθεται με το άρθρο 1831 παρ. 2 του ΑΚ για τον υπολογισμό της νόμιμης μοίρας άλλου μεριδούχου και, σε περίπτωση ανεπάρκειας της κληρονομιάς, ανατρέπεται με το άρθρο 1835 του ΑΚ ή όχι, αφού ο νόμος ρυθμίζει διαφορετικά καθεμιά από τις κατηγορίες αυτές δωρεών, κρίνεται κατά τον χρόνο θανάτου του κληρονομουμένου, που είναι και ο χρόνος επαγωγής της κληρονομιάς. Αρκεί, δηλαδή, ο δωρεοδόχος να είναι in concreto μεριδούχος του δωρητή κατά τον χρόνο του θανάτου του ώστε η δωρεά που έλαβε από αυτόν όσο ζούσε να χαρακτηριστεί ως γενομένη προς μεριδούχο και να τύχει της μεταχειρίσεως που ο νόμος επιφυλάσσει γι` αυτή την κατηγορία δωρεών χάριν προστασίας της νόμιμης μοίρας των λοιπών μεριδούχων.
Τούτο σημαίνει ότι τυχόν μεταγενέστερη αποποίηση της κληρονομιάς από τον δωρεοδόχο-μεριδούχο του δωρητή, μολονότι, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1825 παρ. 2 και 1856 του ΑΚ, αναιρεί εξ υπαρχής την επαγωγή της κληρονομιάς που έγινε σε αυτόν, δεν μετατάσσει τη δωρεά από την κατηγορία των δωρεών προς μεριδούχους σε εκείνη των δωρεών προς τρίτους, ο συνυπολογισμός και η ανατροπή των οποίων υπόκεινται στους προαναφερόμενους (χρονικό και ποιοτικό) περιορισμούς. Τούτο δε διότι, υπό την αντίθετη εκδοχή, ο δωρεοδόχος-μεριδούχος θα μπορούσε, αποποιούμενος την κληρονομιά του δωρητή, να εξαιρεί από τον συνυπολογισμό, για τον προσδιορισμό της νόμιμης μοίρας άλλων μεριδούχων, και, σε περίπτωση ανεπάρκειας της κληρονομιάς, από την μέμψη, δωρεές που έλαβε από αυτόν σε χρόνο πέραν της δεκαετίας από τον θάνατό του, μετατάσσοντάς τις από την κατηγορία των δωρεών προς μεριδούχους σε εκείνη των δωρεών προς τρίτους, και έτσι να φαλκιδεύει το δικαίωμα της νόμιμης μοίρας τους, στην προστασία του οποίου αποβλέπουν οι αναγκαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1831 και 1835 του ΑΚ, με το να στερούν από τον κληρονομούμενο τη δυνατότητα να εξαιρεί τις δωρεές αυτές από το συνυπολογισμό για να ζημιωθούν άλλοι μεριδούχοι. Άλλωστε, αφού ο νόμος απαγορεύει τούτο στον κληρονομούμενο δωρητή χάριν προστασίας της νόμιμης μοίρας, κατά μείζονα λόγο δεν μπορεί να το επιτρέπει στον ωφεληθέντα από τη δωρεά δωρεοδόχο (βλ. ad hoc μελέτη Απ. Τασίκα σε Αρμ 2017 σελ. 2064). [5945/2018 ΕΦ ΑΘΗΝΩΝ (ΜΟΝ), δημοσιευμένη σε ΤΝΠ ΝΜΟΣ].
Αγγελική Λιγοψυχάκη, δικηγόρος