Περί παραγραφής αξιώσεων του Δημοσίου
Το άρθρο 140 του ν. 4270/2014 (Δημόσιο Λογιστικό) ορίζει ότι:
«Άρθρο 140
Παραγραφή απαιτήσεων κατά του Δημοσίου
- Οποιαδήποτε απαίτηση κατά του Δημοσίου, πλην εκείνων για τις οποίες εφαρμόζονται οι διατάξεις του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (ν. 4174/2013, Α΄ 170), παραγράφεται μετά την παρέλευση πενταετίας, εφόσον από άλλη γενική ή ειδική διάταξη δεν ορίζεται βραχύτερος χρόνος παραγραφής αυτής.
- Η κατά του Δημοσίου απαίτηση προς επιστροφή αχρεωστήτως ή παρά το νόμο καταβληθέντος σ` αυτό χρηματικού ποσού παραγράφεται μετά τρία (3) έτη, από την καταβολή. Για τα τελωνειακά έσοδα ισχύουν οι ειδικές διατάξεις του άρθρου 32 του Τελωνειακού Κώδικα (ν.2960/2001, Α΄ 265). Οι διατάξεις της παρούσας παραγράφου εφαρμόζονται και επί ποσών που εισπράττονται από το Δημόσιο για λογαριασμό τρίτων.
- Η απαίτηση οποιουδήποτε των με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ` αυτού, που αφορά σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζεται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις παραγράφεται μετά την παρέλευση διετίας από τη γένεσή της. Οι απαιτήσεις των προσώπων του πρώτου εδαφίου από παράβαση που αναφέρεται στην παρ. 1 του άρθρου 53 του Κώδικα Εργατικού Δικαίου (π.δ. 62/2025, Α` 121), παραγράφονται μετά την παρέλευση τριών (3) ετών από τον χρόνο που ο υπάλληλος έλαβε γνώση ή μπορούσε ευλόγως να αναμένεται ότι θα λάβει γνώση αυτής.»
Σύμφωνα δε, με το άρθρο 141 του ίδιου ως άνω νόμου, η παραγραφή οποιασδήποτε απαίτησης κατά του Δημοσίου αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκε και είναι δυνατή η δικαστική της επιδίωξη, με την επιφύλαξη κάθε άλλης ειδικής διάταξης του νόμου αυτού. Προκειμένου όμως περί δασμών, φόρων, τελών και λοιπών δικαιωμάτων που εισπράττονται στα Τελωνεία, η παραγραφή αρχίζει από τη βεβαίωση αυτών.
Όσον αφορά στην παραγραφή των αξιώσεων κατά των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοικήσεως, τόσον το προϊσχύσαν πδ 410/1995 (Δημοτικός και Κοινοτικός Κώδικας), όσο και ο ισχύων ν. 3463/2006 (Κώδικας Δήμων και Κοινοτήτων) αντιστοίχως στα άρθρα 304 εδ. α, β και 276 παρ. 2 ορίζουν με ίδιες διατάξεις ότι «Για την παραγραφή των αξιώσεων κατά των ΟΤΑ εφαρμόζονται οι διατάξεις που διέπουν την παραγραφή των αξιώσεων κατά του Δημοσίου. Κάθε άλλη διάταξη που ορίζει μεγαλύτερο χρόνο παραγραφής των αξιώσεων κατά των ΟΤΑ καταργείται». Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει, ότι εφόσον από άλλη γενική ή ειδική διάταξη δεν ορίζεται βραχύτερος χρόνος παραγραφής, οποιαδήποτε απαίτηση κατά των Δήμων, ακόμη και αν πηγάζει από αδικοπραξία ή αδικαιολόγητο πλουτισμό λόγω ακυρότητας της σύμβασης, παραγράφεται μετά από την πάροδο πενταετίας, η οποία αρχίζει, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά από άλλη ειδική διάταξη του νόμου περί Δημοσίου Λογιστικού, από το τέλος του οικονομικού έτους εντός του οποίου γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη της απαιτήσεως. Η ρύθμιση αυτή, ως ειδικότερη για το Δημόσιο και τους ΟΤΑ, υπερισχύει της γενικής διατάξεως του άρθρου 251 ΑΚ, σύμφωνα με την οποία η παραγραφή της αξιώσεως αρχίζει από τότε που γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξή της. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρο 144 του ίδιου νόμου, η παραγραφή λαμβάνεται υπόψη αυτεπάγγελτα από τα δικαστήρια.
Από τις προπαρατεθείσες διατάξεις, συνάγεται σαφώς, ότι η παραγραφή αξίωσης κατά του Δημοσίου και ΟΤΑ λαμβάνεται υπόψη και αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο της ουσίας. Ενόψει των παραπάνω, οι έννομες συνέπειες από την επελθούσα, λόγω άσκησης αγωγής, διακοπή παραγραφής απαίτησης κατά του Δημοσίου ή ΟΤΑ ρυθμίζονται αποκλειστικά από ειδικές διατάξεις και όχι από αυτήν του άρθρου 261 ΑΚ, όπως ισχύει, με συνέπεια μετά την άσκηση της αγωγής να αρχίζει η ίδια παραγραφή, ομοειδής και ισόχρονη, με αυτήν που είχε διακοπεί, η οποία διακόπτεται εκ νέου μετά από κάθε διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή του δικαστηρίου, χωρίς να εφαρμόζεται η ιδιότυπη αναστολή μέχρι την τελεσίδικη περάτωση της δίκης, ούτε η ειδική εξάμηνη προθεσμία για επανέναρξη της παραγραφής από την τελευταία διαδικαστική πράξη, τις οποίες προβλέπει η διάταξη του άρθρου 261 ΑΚ. Τέλος, μόνη η αθέτηση προϋφιστάμενης ενοχής, δεν συνιστά παράλληλα και αδικοπραξία κατά την έννοια του άρθρου 914 ΑΚ και κατά συνέπεια δεν επάγεται τη γέννηση αξίωσης για την καταβολή χρηματικής ικανοποίησης προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης του αντισυμβαλλομένου κατά το άρθρο 932 ΑΚ, η επιδίκαση της οποίας προβλέπεται μόνο στις από το νόμο οριζόμενες περιπτώσεις κατ’ άρθρο 299 ΑΚ, εκτός αν συντρέχουν οι όροι του άρθρου 919 ΑΚ ή ειδικές περιστάσεις, που στοιχειοθετούν αδίκημα (όπως απάτη, υπεξαίρεση κλπ), οπότε υπάρχει συρροή αξιώσεων (ΑΠ 837/2019, 1675/2014, 39/2006 δημοσιευμένες σε areiospagos.gr).
Ευγενία Α. Φωτοπούλου, δικηγόρος
info@efotopoulou.gr