Δικηγορικό Γραφείο Ευγενίας Α. Φωτοπούλου
Βασιλίσσης Σοφίας 6 Αθήνα 106 74
Τηλέφωνο: 210 36 24 769, 211 7 80 80 80
210 30 09 019
Email: info@efotopoulou.gr

Το εφαρμοστέο δίκαιο και η διεθνής δικαιοδοσία στις κληρονομικές σχέσεις με στοιχεία αλλοδαπότητας κατά τον Κανονισμό (ΕΕ) 650/2012

Το νομοθετικό πλαίσιο που διέπει τις κληρονομικές σχέσεις, με στοιχεία αλλοδαπότητας, ορίζεται από τον Κανονισμό 650/2012 της 4ης Ιουλίου 2012 «σχετικά με τη διεθνή δικαιοδοσία, το εφαρμοστέο δίκαιο, την αναγνώριση και εκτέλεση αποφάσεων, την αποδοχή και εκτέλεση δημοσίων εγγράφων στον τομέα της κληρονομικής διαδοχής και την καθιέρωση ευρωπαϊκού κληρονομητηρίου», ο οποίος τυγχάνει εφαρμογής για τις περιπτώσεις κληρονομικής διαδοχής προσώπων των οποίων ο θάνατος επήλθε κατά ή μετά την 17.8.2015. (ΕφΘεσ 1207/2016, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Με τον Κανονισμό θεσπίζονται περισσότερες βάσεις θεμελίωσης διεθνούς δικαιοδοσίας των Δικαστηρίων των κρατών-μελών, με κύρια βάση την οριζόμενη στο άρθρο 4 αυτού, σύμφωνα με την οποία «τα δικαστήρια του κράτους μέλους στο οποίο ο θανών είχε τη συνήθη διαμονή του κατά το χρόνο του θανάτου έχουν διεθνή δικαιοδοσία να εκδικάσουν την υπόθεση κληρονομικής διαδοχής στο σύνολό της». Ως χώρα της συνήθους διαμονής εκλαμβάνεται εκείνη, όπου ο κληρονομούμενος είχε κατά τον θάνατό του το κέντρο των βιοτικών του δραστηριοτήτων, χωρίς όμως αυτή να ταυτίζεται με την έννοια της κατοικίας, όπως συνάγεται από το άρθρο 27 § 1 εδ. γ΄ και δ΄ του Κανονισμού (Α. Βαθρακοκοίλης, H επιλογή του εφαρμοστέου δικαίου από τον κληρονομούμενο κατά τον Καν. 650/2012, Lex&Forum 3/2021.743 = sakkoulas-on).

 Επειδή ο  Κανονισμός δεν περιλαμβάνει ορισμό της έννοιας της συνήθους διαμονής, έχουν ιδιαίτερη ερμηνευτική αξία οι σκέψεις 23 και 24 του Προοιμίου του Κανονισμού που περιέχουν ιδιαιτέρως χρήσιμες ερμηνευτικές κατευθυντήριες γραμμές, ακόμη και εάν δεν έχουν τυπική αξία. Κατ’ αυτές λοιπόν η συνήθης διαμονή είναι ο δεσμός φυσικού προσώπου με έδαφος κράτους στο οποίο εντοπίζεται το επίκεντρο των βιοτικών του συμφερόντων κατά τρόπο διαρκή και σταθερό. Απαιτούνται επομένως προς τούτο τόσο η ύπαρξη υλικού στοιχείου, η corpore εγκατάσταση, όσο και η ύπαρξη βουλητικού στοιχείου, η εξωτερίκευση της βούλησης (animus) μονίμου και κυρίας εγκαταστάσεως στον τόπο αυτό. Ως προς το υλικό στοιχείο της φυσικής δηλαδή εγκατάστασης πρέπει να παρατηρηθεί ότι χρειάζεται να προκύπτει και η διάρκεια και η σταθερότητα. Ως σταθερότητα νοείται η εγκατάσταση για ένα ικανό χρονικό διάστημα, όχι όμως η μονιμότητα με την έννοια της ισοβιότητας. Έτσι σήμερα στη συνθήκη της παγκοσμιοποίησης υπάρχει έντονη κινητικότητα των προσώπων (κάτι που αποτελεί συνάμα και κοινοτική θεμελιώδη αρχή και ελευθερία) και επομένως η συνήθης διαμονή είναι ο τόπος στον οποίο επανέρχεται κάποιος που ταξιδεύει και διαμένει (ακόμη και για μεγάλα χρονικά διαστήματα) για λόγους επαγγελματικούς στην αλλοδαπή. Δεν αποκτά έτσι συνήθη διαμονή ο εργαζόμενος στην αλλοδαπή, ο φοιτητής στο τόπο φοιτήσεώς του, ο ναυτικός όταν ταξιδεύει κλπ.

Παράλληλα ως βιοτικά συμφέροντα νοούνται η οικογενειακή εστία, η επαγγελματική έδρα, οι κοινωνικές σχέσεις, κλπ. τα συστατικά δηλαδή του βίου προσώπου που κυρίως είναι ο οικογενειακός, επαγγελματικός και κοινωνικός του βίος. Ως προς το βουλητικό στοιχείο, η βούληση δεν αρκεί να είναι ενδιάθετος αλλά πρέπει να εξωτερικεύεται αντικειμενικά και να προκύπτει από ορισμένα γεγονότα. Λόγω του βουλητικού στοιχείου η κτήση συνήθους διαμονής, όπως και της κατοικίας, είναι οιονεί δικαιοπραξία (επί της οποίας εφαρμόζονται οι διατάξεις περί δικαιοπραξιών).

Όπως τονίζει το Προοίμιο στη σκέψη 23, αλλά όπως έχει κρίνει και το ΔΕΕ, ο εντοπισμός του τόπου στην κάθε in concreto περίπτωση θα πρέπει να γίνεται με βάση τη συνολική εκτίμηση των περιστάσεων (πραγματικών γεγονότων αντικειμενικά) του βίου του κληρονομούμενου κατά τη διάρκεια των ετών που προηγούνται του θανάτου του και κατά το θάνατο. Η χρονική στιγμή του εντοπισμού της συνήθους διαμονής του κληρονομουμένου είναι κατά τον Κανονισμό η στιγμή του θανάτου του ενώ λεκτέο είναι ότι κάθε πρόσωπο έχει μόνο μία συνήθη διαμονή (αρχή της μοναδικότητας). Τούτο σημαίνει ότι τυχόν μετακίνηση της συνήθους διαμονής παράγει διαφοροποίηση τόσο της δικαιοδοτικής βάσης, όσο και του εφαρμοστέου δικαίου. Αυτή τη μεταβλητή σύγκρουση θέλησε να επιλύσει ο κοινοτικός νομοθέτης (τόσο στο πεδίο του εφαρμοστέου δικαίου, όσο και της διεθνούς δικαιοδοσίας) προσδιορίζοντας ότι η κρίσιμη συνήθης διαμονή είναι εκείνη κατά το χρόνο του θανάτου. (Χ. Παμπούκης, (επιμέλεια) « Διεθνές Κληρονομικό Δίκαιο κατ άρθρο ερμηνεία του Κανονισμού 650/2012, εκδόσεις Νομική Βιβλιοθήκη, Αθήνα 2016 σελ.107 επόμ.)

Έτερη βάση δικαιοδοσίας εισάγει η διάταξη του άρθρου 5 του Κανονισμού με την οποία παρέχεται η εξουσία στα ενδιαφερόμενα μέρη (που συνήθως θα είναι οι κληρονόμοι), όταν ο θανών (κληρονομούμενος) είχε επιλέξει κατά το άρθρο 22 του Κανονισμού ως εφαρμοστέο δίκαιο (professio juris) το ουσιαστικό δίκαιο κράτους μέλους, να παρεκτείνουν την αποκλειστική δικαιοδοσία των δικαστηρίων του κράτους αυτού για να επιλύουν το σύνολο των ζητημάτων (και διαφορών) που μπορούν να ανακύψουν από την κληρονομία. Αυτή η συμφωνία παρέκτασης αρμοδιότητας πρέπει να καταρτιστεί εγγράφως και φέρει ημερομηνία και υπογραφή των ενδιαφερομένων μερών. Ακόμα, στο άρθρο 10 του ίδιου Κανονισμού εισάγεται επικουρική βάση εγκαθιδρύουσα διεθνή δικαιοδοσία, οσάκις η συνήθης διαμονή του θανόντος κατά τον χρόνο του θανάτου του δεν βρισκόταν σε κράτος μέλος. Σύμφωνα, λοιπόν, με το άρθρο 10, η διεθνής δικαιοδοσία να εκδικάσουν την υπόθεση κληρονομικής διαδοχής στο σύνολό της, απονέμεται στα δικαστήρια του κράτους μέλους στο οποίο βρίσκονται τα περιουσιακά στοιχεία της κληρονομιάς. Ενδυναμώνεται, έτσι, η διεθνής δικαιοδοσία των δικαστηρίων των κρατών μελών, με την αποφυγή του ενδεχόμενου κενού που θα δημιουργούνταν, όταν ο κληρονομούμενος, διέμενε μεν στην αλλοδαπή, κατέλειπε ωστόσο περιουσία εντός της ΕΕ και διασφαλίζεται η πρόσβαση των κληρονόμων, κληροδόχων και δανειστών στα δικαστήρια των κρατών μελών της ΕΕ. Ως ιεραρχικά πρώτος λόγος άσκησης διεθνούς δικαιοδοσίας εκ μέρους των δικαστηρίων του κράτους μέλους, στο οποίο βρίσκονται τα περιουσιακά στοιχεία του θανόντος, καθιερώνεται η ιθαγένεια του κληρονομούμενου (άρθρ. 10 περιπτ. α). Η ανύψωση του κριτηρίου της ιθαγένειας ως πρώτης αιτίας για την εγκαθίδρυση της επικουρικής διεθνούς δικαιοδοσίας, αντί του κριτηρίου της τελευταίας συνήθους διαμονής, που είχε προτείνει η Επιτροπή, έγινε σκοπίμως και δρα θετικά σε δύο επίπεδα: αφενός μεν ενισχύει τη δικαιοδοσία των δικαστηρίων του τόπου καταγωγής του θανόντος (όπου συνήθως βρίσκεται και το μεγαλύτερο μέρος της κληρονομιαίας περιουσίας) να αντιμετωπίσουν το σύνολο των ζητημάτων της κληρονομικής διαδοχής, αφετέρου δε απαλλάσσει τα δικαστήρια του κράτους αυτού από το συχνά επίπονο και δυσχερή έλεγχο της προηγούμενης συνήθους διαμονής του θανόντος καθώς και του τόπου όπου βρίσκεται στοιχείο της κληρονομιάς (Λ.-Μ. Πίψου, Κανονισμός (ΕΕ) 650/2012: Πεδίο εφαρμογής, διεθνής δικαιοδοσία, αναγνώριση και εκτέλεση αποφάσεων, αποδοχή και εκτέλεση δημοσίων εγγράφων, Αρμ 3/2014.411 = sakkoulas-on). Αφενός, δεν ενδιαφέρει άλλη ιθαγένεια, πέραν αυτής του κράτους του επιληφθέντος δικαστηρίου, που τυχόν είχε ο κληρονομούμενος κατά τον χρόνο του θανάτου του· και αφετέρου, δεν ενδιαφέρει η ιθαγένεια που τυχόν είχε ο κληρονομούμενος κατά την διάρκεια της ζωής του αλλά την οποία είχε απολέσει κατά τον χρόνο του θανάτου του. Περαιτέρω, το στοιχείο της κληρονομίας που μπορεί να θεμελιώσει διεθνή δικαιοδοσία των δικαστηρίων κράτους μέλους για το σύνολο των κληρονομικών διαφορών μπορεί να είναι πολύ μικρής αξίας ή, αναλογικά προς την αξία ολόκληρης της κληρονομίας, ελάχιστης σημασίας. (Χ. Παμπούκης, (επιμέλεια) « Διεθνές Κληρονομικό Δίκαιο κατ άρθρο ερμηνεία του Κανονισμού 650/2012, εκδόσεις Νομική Βιβλιοθήκη, Αθήνα 2016 σελ.142 επομ).

Ήδη δε έχει κριθεί με την με αριθμό  7-4/7.1.2022 C- 645/2020 απόφαση του ΔΕΕ (ΤΝΠ Νομος), ότι το Δικαστήριο κράτους- μέλους ενώπιον του οποίου εισάγεται υπόθεση που διέπεται από τον Κανονισμό 650/2012, υποχρεούται να εξετάσει εκτός από την κύρια βάση δικαιοδοσίας που εισάγεται με το άρθρο 4, την επικουρική βάση δικαιοδοσίας που εισάγεται με το άρθρο 10 του ίδιου Κανονισμού αυτεπαγγέλτως, ακόμα και χωρίς να προταθεί σχετικός ισχυρισμός από τους διαδίκους,  Προτεραιότητα έναντι του άρθρ. 10 έχει μόνο το άρθρ. 4 (και υπό τις προϋποθέσεις των άρθρ. 5 επ. η αυτονομία των διαδίκων), όχι οι κανόνες δικαιοδοσίας τρίτων κρατών. Έτσι, το γεγονός ότι δικαστήριο τρίτου κράτους αναγνωρίζει εαυτό αρμόδιο να κρίνει σχετικά με την κληρονομική διαδοχή θανόντος που είχε την τελευταία συνήθη διαμονή του στο κράτος αυτό, δεν εμποδίζει το δικαστήριο ενός κράτους μέλους να θεμελιώσει διεθνή δικαιοδοσία επί της ίδιας διαφοράς δυνάμει του άρθρ. 10. Ούτε όμως και οι κανόνες των εθνικών δικαίων των κρατών μελών λαμβάνονται πλέον υπόψη. Σε αντίθεση με ό,τι συμβαίνει με άλλους ευρωπαϊκούς Κανονισμούς ο «οικουμενικός» χαρακτήρας των κανόνων διεθνούς δικαιοδοσίας του Κανονισμού για τις κληρονομικές σχέσεις έχει ως αποτέλεσμα τον πλήρη κατακλυσμό του ρυθμιστικού πεδίου των κληρονομικών σχέσεων και κατ’ ουσίαν την κατάργηση των αντίστοιχων εθνικών διατάξεων. Όπως δηλώνεται στο σημείο (30) του προοιμίου, «ο παρών Κανονισμός … απαριθμεί εξαντλητικά, κατά σειρά προτεραιότητας, τους λόγους για τους οποίους μπορεί να ασκείται αυτή η επικουρική διεθνής δικαιοδοσία». ((Χ. Παμπούκης, (επιμέλεια) «Διεθνές Κληρονομικό Δίκαιο κατ άρθρο ερμηνεία του Κανονισμού 650/2012, εκδόσεις Νομική Βιβλιοθήκη, Αθήνα 2016 σελ.142 επομ). [375/2024 ΤριμΕφΠειρ, δημ. σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ]

Ελένη Μακροδημήτρη, ασκ. δικηγόρος

info@efotopoulou.gr

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Το email σας δεν θα δημοσιευτεί