Δικηγορικό Γραφείο Ευγενίας Α. Φωτοπούλου
Βασιλίσσης Σοφίας 6 Αθήνα 106 74
Τηλέφωνο: 210 36 24 769, 211 7 80 80 80
210 30 09 019
Email: info@efotopoulou.gr

Τεκμήρια κυριότητας υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου

Τεκμήρια κυριότητας Δημοσίου

  1. Με βάση το από 22.1/3.2.1830 Πρωτόκολλο «Περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος» (άρθρ.5-6), σε συνδυασμό με τα «ερμηνευτικά» Πρωτόκολλα του Λονδίνου από 4/16.6.1830 και 19.6/1.7.1830 και τη Συνθήκη της Κωνσταντινούπολης στις 27.6/9.7.1832, θεσπίστηκε τεκμήριο κυριότητας υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου, επί των γαιών, στις οποίες το Ελληνικό Δημόσιο, διαδέχτηκε δικαιώματι πολέμου το Οθωμανικό.
  2. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1 του β.δ/τος της 12-12-1833 «περί διορισμού του φόρου βοσκής και του διά τα εθνικοϊδιόκτητα λειβάδια εγγείου φόρου κατά τα έτη 1833-1834» όλα τα λιβάδια, για την επικαρπία των οποίων δεν υπάρχει έγγραφο «ταπί» εκδοθέν επί τουρκοκρατίας, θεωρούνται δημόσια και η νομή τους παραμένει στο Δημόσιο.
  • Τεκμήριο κυριότητας υπέρ του δημοσίου προέβλεψε κατά το ΒΔ. 17/29.11.1836 «περί ιδιωτικών δασών», όσον αφορά τα υπάρχοντα- κατά την έναρξη ισχύος του εν λόγω ΒΔ- δάση, ως προς τα οποία δεν θα προσκομίζονταν οι απαιτούμενοι τίτλοι από ιδιώτες, εντός σχετικής ενιαύσιας προθεσμίας. Το τεκμήριο αυτό επεκτάθηκε (άρθρ.62 Ι εδ. α’ ν.998/1979) γενικά σε δασικές εκτάσεις, ενώ δια του ΑΝ 1539/1938 (άρθρ.2 Ι), καθιερώθηκε πλασματική νομή του δημοσίου επί αδέσποτων και δημοσίων κτημάτων. Από τις προεκτεθείσες διατάξεις συνάγεται ότι για τις εδαφικές εκτάσεις, οι οποίες κατά την έναρξη ισχύος των β.δ/των της 3/15.12.1833 και της 17/29.11.1836 είχαν το χαρακτήρα βοσκοτόπου (λιβαδιού) ή δάσους και για τις οποίες δεν έχουν αναγνωριστεί ιδιοκτησιακά δικαιώματα τρίτων, υπάρχει υπέρ του Δημοσίου τεκμήριο κυριότητας.
  1. Δια του ΒΔ 21.6/3.7.1837 «περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων» (άρθρ.16), θεσπίστηκε τεκμήριο κυριότητας του δημοσίου επί των αδέσποτων γαιών. Η συγκεκριμένη ρύθμιση καταργούσε τη δυνατότητα κατάληψης (occupatio), την οποία επέτρεπε το βυζαντινορωμαϊκό δίκαιο. Στις εν λόγω γαίες του δημοσίου, όπως γίνεται δεκτό επιτρέπεται μόνο η έκτακτη χρησικτησία εφόσον είχε συμπληρωθεί μέχρι 11.09.1915, τριακονταετής καλόπιστη νομή ακόμη και χωρίς νόμιμο τίτλο.
  2. Ακολούθως, με το πρώτο εδάφιο του άρθρου 62 παρ. 1 Ν. 998/1979 δεν επαναλήφθηκε απλώς η αναγνώριση της κυριότητας του Δημοσίου επί των δασών, αλλά προβλέφθηκε τεκμήριο κυριότητας του Δημοσίου τόσο επί των δασών όσο και επί των δασικών εκτάσεων, καθώς ορίστηκε ότι: «Επί των πάσης φύσεως αμφισβητήσεων ή διενέξεων ή δικών μεταξύ του Δημοσίου, είτε ως ενάγοντος είτε ως εναγομένου είτε ως αιτούντος είτε ως καθ` ου ή αίτηση, και φυσικού ή νομικού προσώπου, το οποίο προβάλλει ή αξιώνει οποιοδήποτε δικαίωμα, εμπράγματο ή μη, επί των δασών, των δασικών εκτάσεων το ως άνω φυσικό ή νομικό πρόσωπο οφείλει να αποδείξει την παρ` αυτώ ύπαρξη του δικαιώματος του.».

Δικονομικό βάρος απόδειξης

Τα προαναφερθέντα αποκτούν σημασία στο πλαίσιο αντιδικιών με το Δημόσιο, αφού επί διεκδίκησης ακινήτων από το τελευταίο με τον ισχυρισμό ότι το διεκδικούμενο είναι λχ δασική έκταση, καλλιεργούν την εντύπωση ότι αντιστρέφεται γενικώς το βάρος απόδειξης (πρβλ. ΚΠολΔ 338 ΙΙ) εις βάρος των ιδιωτών. Δεν πρόκειται όμως περί γενικού τεκμηρίου κυριότητας υπέρ του Δημοσίου, αλλά περί ειδικών τεκμηρίων. Έτσι, όταν το ενάγον δημόσιο θέλει να επωφεληθεί των προαναφερθέντων τεκμηρίων, αρκεί να αποδείξει τη βάση  του πραγματικού του κανόνα στον οποίο προβλέπεται το τεκμήριο λχ ότι επρόκειτο είτε περί γης Οθωμανικής αποκτηθείσας δικαιώματι πολέμου, είτε περί δασικής έκτασης, είτε περί λειβαδιού, είτε περί αδεσπότου.

Συνεπώς, αν το Ελληνικό Δημόσιο προβάλλει τον ισχυρισμό ότι το επίδικο αποτελεί δημόσια περιουσία και τεκμαίρεται ότι έχει επ` αυτού κυριότητα, ο ενάγων μπορεί να αρκεστεί στην άρνηση της ιδιότητας του επίδικου ως δημόσιας περιουσίας, προς απόκρουση του ισχυρισμού της κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου σ` αυτό και στην περίπτωση υφιστάμενου τεκμηρίου κυριότητας βαρύνεται με την απόδειξη του αρνητικού του ισχυρισμού ότι το επίδικο δεν φέρει το χαρακτήρα δημόσιου κτήματος (ΑΠ 826/2018, ΑΠ 712/2015), και όταν δεν ισχύει το τεκμήριο κυριότητας καθένας αποδεικνύει το δικό του ισχυρισμό (ΑΠ 246/2023, ΑΠ 1776/2022, ΑΠ 1187/2022), και, συνεπώς, στην τελευταία περίπτωση, το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο φέρει τις συνέπειες του μη σχηματισμού πλήρους δικανικής πεποίθησης ότι τα επίδικα ανήκαν στη κυριότητά του (ΑΠ 764/2023, ΑΠ 1935/2022, ΑΠ 284/2021). Ειδικότερα:

  1. Όταν υφίσταται τεκμήριο του Ελληνικού Δημοσίου επί των γαιών

Όταν το Ελληνικό Δημόσιο τεκμαίρεται ότι έχει αποκτήσει δικαίωμα κυριότητας επί των κτημάτων με πρωτότυπο τρόπο, αρκεί να επικαλεστεί και να αποδείξει, επί μεν των δημόσιων γαιών, ότι αυτές περιήλθαν στην κυριότητά του ως διαδόχου του Οθωμανικού Δημοσίου, επί δε των γαιών καθαρής ιδιοκτησίας, ότι τις απέκτησε λόγω της κατάληψης ή της δήμευσής τους. Ο τρόπος όμως αυτός της απόκτησης κυριότητας θα πρέπει να στηρίζεται στη θετική επίκληση και απόδειξη από το Δημόσιο των γεγονότων που τον θεμελιώνουν και όχι στην αρνητική επίκληση της όποιας έλλειψης παρουσιάζουν οι τίτλοι που επικαλείται ο ιδιώτης για τη θεμελίωση της δικής του κυριότητας, διότι από την ύπαρξη μιας τέτοιας έλλειψης δεν τεκμαίρεται η ύπαρξη κυριότητας του Δημοσίου (ΑΠ 368/2015). Ενστάσεις του Δημοσίου που α) αρκούνται σε απλή επανάληψη των διατάξεων των νομικών κειμένων, χωρίς θετική επίκληση συγκεκριμένων πραγματικών περιστατικών, βάσει των οποίων οι ένδικες εκτάσεις περιήλθαν στην κυριότητα του δημοσίου ως διαδόχου του Οθωμανικού Δημοσίου (ΜΠρΒολ 313/2009 Αρμ 2009.513), ή β) από τις οποίες δεν αποδεικνύεται ότι οι επίδικες εκτάσεις ήταν αείποτε αδέσποτες, ότι δηλαδή πριν την απελευθέρωση της Ελλάδος από τους Τούρκους, οπότε ίσχυε το Οθωμανικό δίκαιο σύμφωνα με τις διατάξεις του οποίου (άρθρο 68 του Οθωμανικού Νόμου της 7ης Ραμαζάν 1274 “περί γαιών”) παρότι δεν συνέτρεξε κάποιος από τους αναφερόμενους λόγους τα επίδικα ακίνητα δεν καλλιεργήθηκαν από τον κύριό τους απευθείας ή με εκμίσθωση επί τρία συνεχή έτη ώστε να καταστούν (τα εν λόγω ακίνητα) διαθέσιμα ή γ) από τις οποίες δεν αποδεικνύεται ότι μετά την απελευθέρωση, υπό το καθεστώς του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, οι επίδικες εκτάσεις κατέστησαν σε κάποια χρονική στιγμή αδέσποτες, αλλά απλά προβάλλουν ότι χώρησε εγκατάλειψη της νομής, χωρίς το Δημόσιο να επικαλείται επιπροσθέτως, όπως πρέπει, ότι η εγκατάλειψη αυτή έγινε με πρόθεση παραίτησης από το δικαίωμα της κυριότητας, ούτε προσδιορίζει ποιο πρόσωπο παραιτήθηκε από την κυριότητα, ενώ ουδόλως γίνεται σαφής επίκληση τέτοιων περιστατικών που θα επέτρεπαν την κρίση ότι στην προκειμένη περίπτωση εφαρμόζεται η ήδη ισχύουσα διάταξη του άρθρου 972 ΑΚ περί αδέσποτων ή έστω η ειδική διάταξη περί κτήσης κυριότητας επί εγκαταλελειμμένων ακινήτων κατά το άρθρο 34 του Α.Ν. 1539/1938 (ΠΠρΝαξ 62/2000) κρίνονται απορριπτέες ως αόριστες (1141/2014 ΑΠ NOMOS, 21/2024 ΑΠ NOMOS).

  1. Όταν δεν υφίσταται τεκμήριο κυριότητας

Τα προαναφερθέντα τεκμήρια δεν αφορούν ιδιόκτητες γαίες, γι’ αυτό και εξαιρούνται του τεκμηρίου (62 Ι εδ.β’) οι περιοχές Πρωτοδικείων των περιοχών των Ιονίων Νήσων, Κρήτης, Λέσβου, Σάμου, Χίου, Κύθηρων, Αντικύθηρων, Κυκλάδων, της Δωδεκανήσου, πλην των νήσων που ισχύει ο Κτηματολογικός Κανονισμός, καθώς και Μάνης, όπως αυτή ορίζεται από διοικητικά όρια των Καλλικρατικών Δήμων Ανατολικής και Δυτικής Μάνης, εξαιτίας του ιδιάζοντος γαιοκτητικού καθεστώτος αυτών των περιοχών επί Τουρκοκρατίας. Ειδικότερα, στις περιοχές αυτές οι γαίες ήταν κατά βάση καθαρής ιδιοκτησίας και ανήκαν σε ιδιώτες. (1669/2024 ΜΠρ Αθηνών NOMOS, 246/2015 ΜΠρ Καλαμάτας NOMOS). Εφόσον λοιπόν, δεν αρκεί η επίκληση του τεκμηρίου του άρθρ.62 Ι εδ.α΄ ν.998/1979 σε αυτές τις περιοχές, το δημόσιο οφείλει να αποδείξει κτήση κυριότητας με παράγωγο ή άλλο τρόπο. Πρέπει να επισημανθεί όμως, ότι οι εναγόμενοι από το δημόσιο ιδιώτες, μπορούν να αμυνθούν εναντίον του, κατά βάση είτε με άρνηση (αιτιολογημένη ή απλή) είτε με ένσταση λχ έκτακτης χρησικτησίας.

Συγκεκριμένα, δεν αποδείχθηκε ότι το επίδικο περιήλθε στο ενάγον ως μηδέποτε εξουσιασθείσα νεκρή γαία – μεβάτ, κατά το άρθρο 6 και 103 του ΟθΝπΓ της 7ης Ραμαζάν 1274, από διαδοχή του τουρκικού δημοσίου δικαιώματι πολέμου, άλλως ως μηδέποτε εξουσιασθείσα δημόσια δασική γαία (εμιριγέ), κατ` άρθρο 3 του ΟθΝπΓ της 7ης Ραμαζάν 1274, κατά διαδοχή του τουρκικού δημοσίου δικαιώματι πολέμου, διότι, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην παραπάνω νομική σκέψη, κατά την εποχή της Τουρκοκρατίας οι ανωτέρω περιοχές αποτελούνταν στο σύνολό τους από ιδιωτικές γαίες καθαρής ιδιοκτησίας («μούλκια»), οι οποίες εξουσιάζονταν κατά πλήρες δικαίωμα κυριότητας από τους κυρίους τους και επί των οποίων δεν υφίστατο κανένα δικαίωμα του Δημοσίου, συνεπώς οι ιδιωτικές γαίες καθαρής ιδιοκτησίας των περιοχών αυτών μη εξουσιαζόμενες πριν από την επανάσταση από τον Σουλτάνο, ούτε κατεχόμενες από Οθωμανούς ιδιώτες, δεν περιήλθαν στο Ελληνικό Δημόσιο, κατά διαδοχή του Τουρκικού Δημοσίου, δικαιώματι πολέμου, ενώ δεν αποδείχθηκε ότι το επίδικο κατά την εποχή της Τουρκοκρατίας ήταν νεκρή ή δημόσια γαία. Δεν αποδείχθηκε και ότι το επίδικο περιήλθε στο ενάγον ως αείποτε χορτολιβαδική έκταση ως λιβάδι ή βοσκότοπος, βάσει του άρθρου 1 του 3/15.12.1833 β.δ., εφόσον, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην παραπάνω νομική σκέψη, το τεκμήριο κυριότητας του ενάγοντος επί δασικών ή χορτολιβαδικών εκτάσεων δεν ισχύει στις Κυκλάδες, συνεπώς το ενάγον όφειλε να αποδείξει ότι κατέστη κύριος του επιδίκου με κάποιον από τους επικαλούμενους από αυτό τρόπους, ενώ ουδαμόθεν προέκυψε ότι το επίδικο υπήρξε λιβάδι και  κατά τον χρόνο ισχύος του Β.Δ/τος του 1833. Τέλος, δεν αποδείχθηκε ότι το επίδικο περιήλθε στο ενάγον ως αείποτε αδέσποτη κατ’ αρ. 16 του από 10.7.1837 νόμου περί «διακρίσεως κτημάτων», καθώς δεν αποδείχθηκε ότι το επίδικο υπήρξε επί Τουρκοκρατίας νεκρά γαία που είχε εγκαταλειφθεί από τον Οθωμανό κύριο λόγω της οριστικής αποχώρησής του από την Ελλάδα. Ενόψει των ανωτέρω και σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, το ενάγον, ενώ έφερε το βάρος αποδείξεως των παραπάνω ισχυρισμών του, εφόσον δεν ίσχυε γι’ αυτό το τεκμήριο κυριότητας στην προκείμενη περίπτωση, δεν επικαλείται και δεν προσκομίζει κανένα σχετικό αποδεικτικό μέσο, όπως έγγραφα των υπηρεσιών του, που να αποδεικνύουν τη βασιμότητα των ισχυρισμών του αυτών (Α.Π. 638/2016, Α.Π. 368/2015 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ) και δεν απέδειξε οποιαδήποτε πράξη νομής από αυτό στο επίδικο, όπως έκδοση πρωτοκόλλου διοικητικής αποβολής σε βάρος του εναγόμενου (67/2024 Εφετείο Αιγαίου NOMOS) (341/2024 ΑΠ NOMOS).

Έλενα Ψαρρού

Δικηγόρος

info@efotopoulou.gr

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Το email σας δεν θα δημοσιευτεί