Δικηγορικό Γραφείο Ευγενίας Α. Φωτοπούλου
Βασιλίσσης Σοφίας 6 Αθήνα 106 74
Τηλέφωνο: 210 36 24 769, 211 7 80 80 80
210 30 09 019
Email: info@efotopoulou.gr

Ιδιοκτησιακό καθεστώς δασών στις νήσους των Βόρειων Σποράδων – 615/2023 ΑΠ

Διχογνωμία έχει επικρατήσει αναφορικά με το ιδιοκτησιακό καθεστώς των δασών των νήσων των Βορείων Σποράδων. Προγενέστερες δικαστικές αποφάσεις (139/2014 Εφετείο Λάρισας NOMOS, 313/2009 ΜΠρ Βόλου NOMOS), επικαλούμενες αυτός ιστορικές ιδιαιτερότητες αυτός υπαγωγής των νήσων αυτών στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, έκριναν ότι δεν εφαρμόζεται το τεκμήριο κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου που ισχύει σε αυτός περιοχές αυτός χώρας και, ως εκ τούτου, το βάρος απόδειξης αυτός κυριότητας επί των δασών και των δασικών εκτάσεων φέρει το ίδιο το Δημόσιο. Παράλληλα, στηριζόμενες σε δημόσια έγγραφα και ιστορικά στοιχεία, αντιμετώπισαν αυτός επίδικες δασικές εκτάσεις ως δημοτικές και όχι δημόσιες και συγκεκριμένα: «η κύρια βάση της παρέμβασης του ελληνικού δημοσίου, κατά την οποία επιχειρεί να στηρίξει κυριότητα του με επίκληση δασικού χαρακτήρα του επιδίκου και της ιδιότητας του ιδίου ως διαδόχου της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και περί συνδρομής των όρων του β.δ. της 1711/1.12.1836, όπως και η επικουρική περί κτήσης κυριότητας με δήμευση αυτού ως άλλοτε ανήκοντος στο οθωμανικό δημόσιο, είναι απορριπτέες ως μη νόμιμες, δεδομένου ότι το επίδικο βρίσκεται στη νήσο Αλόννησο και έτσι τα εκεί δάση ή δασικές εκτάσεις, σε περίπτωση που δεν ήταν ιδιωτικές κατά την ίδρυση του ελληνικού κράτους ή την έναρξη ισχύος του βασιλικού διατάγματος της 17/29 Νοεμβρίου 1836 «περί ιδιωτικών δασών», ήταν δημοτικές αλλά όχι δημόσιες (βλ. σχ. για το ότι η κύρια βάση είναι μη νόμιμη εκτός της ΠολΠρΝαξ 62/2004 ό.π. και την ΠολΠρΑΘ 112147/1980 ΑρχΝ 1983.365).» Από την προσέγγιση αυτή αποκλίνει η υπ’ αριθ. 615/2023 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία εκδόθηκε επί διαφοράς μεταξύ του Δήμου Αλοννήσου και του Ελληνικού Δημοσίου σχετικά με την κυριότητα δασών και δασικών εκτάσεων. Με την απόφαση αυτή ο Άρειος Πάγος κατέληξε ότι οι επίδικες εκτάσεις ανήκουν στο Ελληνικό Δημόσιο, απορρίπτοντας αυτός ισχυρισμούς του Δήμου και κρίνοντας ότι τα δημόσια έγγραφα που αυτός επικαλέστηκε δεν συνιστούν τίτλους κυριότητας ούτε αρκούν για τη θεμελίωση εμπράγματου δικαιώματος υπέρ του.

Ειδικότερα σύμφωνα με την υπ’ αριθμόν 615/2023 απόφαση του Αρείου Πάγου:

            «[…] Κατά το άρθρο 1 του νόμου της 7ης Ραμαζάν 1274(1856), οι γαίες στο Οθωμανικό Κράτος διαιρούνταν σε πέντε κατηγορίες: α) τις γαίες καθαρής κυριότητας (εραζίτ μεμλουκέ, “μούλκια”, οικοδομήματα, εργαστήρια, αμπελώνες), των οποίων την κυριότητα είχε αυτός που τις εξουσίαζε και μπορούσε να τις διαθέτει ελεύθερα προς τρίτους με άτυπη συμφωνία περί μεταβίβασης, δηλαδή γαίες εξουσιαζόμενες λόγω κυριότητας, β) τις δημόσιες γαίες (εραζίτ μιριγέ), γ) τις αφιερωμένες γαίες (εραζίτ μεβκουφέ), δ) τις εγκαταλελειμμένες σε κοινότητες γαίες (εραζίτ μετρουκέ, οι δημόσιοι δρόμοι, οι πλατείες), οι οποίες ήταν προορισμένες για την κοινή χρήση και ανήκαν στο Δημόσιο και ε) τις νεκρές γαίες (εραζίτ μεβάτ, τα βουνά, τα ορεινά και πετρώδη μέρη, τα αδέσποτα δάση), οι οποίες αποτελούσαν γαίες που κανείς δεν κατείχε, δεν καλλιεργούσε και ανήκαν στο Δημόσιο. Στο οθωμανικό κράτος ολόκληρη η γη ήταν δημόσια εκτός από τις γαίες καθαρής ιδιοκτησίας που καθορίζονται στο άρθρο 2 του ως άνω νόμου της 7ης Ραμαζάν και που παραχωρούνταν κατά κυριότητα σε ιδιώτες με αυτοκρατορικά (σουλτανικά) φιρμάνια (διατάγματα), ενώ δεν χωρούσε κατάλυση του χαρακτήρα της δημόσιας γης με κτητική παραγραφή (άρθρο 1248 ΟθΝπΓαιών).

            Μετά την απελευθέρωση με τις διατάξεις των πρωτοκόλλων της 3.2.1830 “περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος”, τα ερμηνευτικά του εν λόγω πρωτοκόλλου κείμενα των τριών προστάτιδων δυνάμεων από 4.6.1830, 19.6.1830 πρωτόκολλα του Λονδίνου, καθώς και της από 3.7.1832 συνθήκης της Κωνσταντινούπολης το Ελληνικό Δημόσιο υπεισήλθε ως διάδοχος στα δικαιώματα του Οθωμανικού Δημοσίου επί της γης. Έτσι οι δημόσιες γαίες και όσες άλλες ανήκαν στο Οθωμανικό Δημόσιο κατά τον ως άνω οθωμανικό νόμο περιήλθαν στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου, χωρίς όμως από την διαδοχή αυτή να θιγούν τα αποκτηθέντα έως τότε εμπράγματα δικαιώματα των ιδιωτών επί των ακινήτων καθαρής ιδιοκτησίας (μούλκια) και τα αποκτηθέντα κατά τον ίδιο οθωμανικό νόμο δικαιώματα εξουσίασης (τεσσαρούφ) επί των δημοσίων γαιών. Το ελληνικό Δημόσιο με τις παραπάνω ρυθμίσεις απέκτησε δυνάμει δικαιώματος πολέμου με αμάχητο τεκμήριο μόνον την κυριότητα εκείνων των ιδιοκτήτων γαιών, οι οποίες κατά τη διάρκεια του απελευθερωτικού αγώνα του έτους 1821 έως την 3.2.1830 είτε εγκαταλείφθηκαν από τους απελθόντες στο εξωτερικό οθωμανούς κυρίους τους και καταλήφθηκαν από το Ελληνικό Δημόσιο, είτε δημεύθηκαν από τις ελληνικές στρατιωτικές δυνάμεις. Η διαδοχή του Ελληνικού Δημοσίου στο Τουρκικό Δημόσιο “δικαιώματι πολέμου” αφορά και τις νήσους του Αιγαίου, με τη ρητή αναφορά στο σχετικό κείμενο του πρακτικού (αρ. 3) και στο προηγούμενο πρωτόκολλο της 10/22.3.1829 με τον παράτιτλο “Οριοθεσία της Στερεάς και των νήσων”, διαλαμβάνοντας “Αι παρακείμεναι εις την Πελοπόννησον νήσοι, η Εύβοια και αι κοινώς καλούμεναι Κυκλάδες θέλουν αποτελεί ωσαύτως μέρος του Κράτους”.

            Όμως οι διατάξεις των ως άνω πρωτοκόλλων της 3-22/1.2.1830 “περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος”, τα ερμηνευτικά του εν λόγω πρωτοκόλλου κείμενα των τριών προστάτιδων δυνάμεων από 4/16.6.1830 και 1/7 (19-8) 1830, της από 3.7.1832 συνθήκης της Κωνσταντινούπολης, δια των οποίων περιήλθαν στο Ελληνικό Δημόσιο, δικαιώματι πολέμου, οι αναφερόμενες σε αυτά γαίες, δεν έθιξαν τα εμπράγματα δικαιώματα των ιδιωτών, τα οποία είχαν αποκτηθεί επί των ακινήτων καθαρής ιδιοκτησίας (“μούλκια”) και τα δικαιώματα εξουσίασης (“τεσσαρούφ”) τα οποία είχαν αποκτηθεί επί των δημοσίων γαιών σύμφωνα με το Οθωμανικό δίκαιο. Λόγοι ιστορικής ιδιαιτερότητας διαμόρφωσαν ιδιαίτερο νομικό και ιδιοκτησιακό καθεστώς στις Κυκλάδες, αλλά και στις Σποράδες, που διέπονται από το ίδιο νομικό και ιδιοκτησιακό καθεστώς. Και τούτο διότι τα νησιά αυτά, υπαχθέντα υπό την Οθωμανική κυριαρχία ειρηνικά κατόπιν συνθηκών συναφθεισών μεταξύ των μέχρι τότε Γενουατών ή Ενετών κατακτητών τους αφενός και του Σουλτάνου αφετέρου, δεν θεωρήθηκαν περιελθόντα στον Σουλτάνο, αλλά οι γαίες των νησιών αυτών, χαρακτηρίσθηκαν κατά τον ιερό μουσουλμανικό νόμο ως ιδιωτικές ανήκουσες στην κατά τα άρθρα 1 και 2 του από 7ης Ραμαζάν έτους 1274 Οθωμανικού νόμου “περί γαιών” κατηγορία των καθαρής ιδιοκτησίας ακινήτων, τα οποία εξακολούθησαν εξουσιαζόμενα υπό των μέχρι τότε κυρίων αυτών και δη κατά πλήρη κυριότητα, υπό τον όρο όμως καταβολής εγγείου φόρου. Κατά συνέπεια, τα ακίνητα των νήσων αυτών μη εξουσιαζόμενα πριν από την επανάσταση από τον σουλτάνο ουδέ κατεχόμενα από οθωμανούς ιδιώτες, δεν περιήλθαν στο Ελληνικό Δημόσιο, κατά διαδοχή του Τουρκικού Δημοσίου, δικαιώματι πολέμου και δυνάμει των περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος πρωτοκόλλων του Λονδίνου και της από 7.7.1832 συνθήκης της Κωνσταντινούπολης (Α.Π.200/1934, Α.Π. 466/1957, Α.Π. 1810/2009). Τούτο, όμως, συμβαίνει εφόσον πρόκειται περί γαιών καθαρής ιδιοκτησίας, ενώ και για τα νησιά των Κυκλάδων, αλλά και των Σποράδων, σύμφωνα με τα ως άνω Πρωτόκολλα του Λονδίνου και τη Συνθήκη της Κωνσταντινούπολης, για εκτάσεις που αφορούσαν στα δάση, τους αιγιαλούς, τα κοινόχρηστα, τις βοσκές και τις εκτάσεις που λόγω της μορφής τους δεν εξουσιάζονταν από κανένα, μετά τον Αγώνα της Ανεξαρτησίας, κατέστη κύριος αυτών το Ελληνικό Δημόσιο ως διάδοχο του Οθωμανικού Κράτους δικαιώματι πολέμου. Και τούτο διότι οι εκτάσεις αυτές παρέμειναν προσδιορισμένες κατά την ταυτότητά τους ως τμήμα της χώρας του Οθωμανικού Κράτους και οι οποίες ουδέποτε εξουσιάστηκαν από ορισμένο πρόσωπο, αλλά υπάγονταν στην απόλυτη εξουσία του κράτους αυτού.

            Μετά δε την Επανάσταση του 1821 και τη σύσταση του Ελληνικού Κράτους δια των προαναφερομένων Πρωτοκόλλων και Συνθήκης, οπότε προσδιορίσθηκε η χώρα του Ελληνικού Κράτους, των ακινήτων αυτών κατέστη κύριο το Ελληνικό Κράτος, χωρίς καμιά αποζημίωση. Η νομική αυτή παραδοχή επιβεβαιώνεται από το Πρωτόκολλο της 4/16 Ιουνίου 1830, στο κείμενο του οποίου ορίζεται ότι τα κτήματα υπό το όνομα “…” και όσα δεν είναι ιδιωτικά, αλλά εκκλησιαστικά ή δημόσια υπό το Οθωμανικό σύστημα θα ανήκουν αυτοδικαίως στην Κυβέρνηση της Ελλάδος (Ολ ΑΠ 1/2013, ΑΠ241/2021, ΑΠ 1228/2020, ΑΠ 749/2019, ΑΠ 27/2019).[…]

            Εξάλλου, με τις διατάξεις των άρθρων 1, 2 και 3 του ΒΔ της 17/29-11-1836 “περί ιδιωτικών δασών” αναγνωρίσθηκε η κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου στις εκτάσεις που αποτελούν δάση, εκτός από εκείνες οι οποίες πριν από τον αγώνα της ανεξαρτησίας κατέχονταν νόμιμα από ιδιώτες και για τις οποίες οι σχετικοί οθωμανικοί τίτλοι “εξουσιάσεως” θα αναγνωρίζονταν από την Γραμματεία και Οικονομικών, κατόπιν υποβολής τους μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία ενός έτους από τη δημοσίευση του εν λόγω διατάγματος που είχε ισχύ νόμου. Από τις διατάξεις αυτές του ΒΔ της 17/29-11-1836 συνάγεται ότι, για τα δάση που δεν αναγνωρίσθηκαν, κατά την διαγραφόμενη ειδικότερα στο άρθρο 3 του ίδιου β.δ/τος διαδικασία, ως ιδιωτικά, δημιουργείται νόμιμο τεκμήριο ότι ανήκουν στο Ελληνικό Δημόσιο. Προϋπόθεση της εφαρμογής του τεκμηρίου αυτού είναι η ιδιότητα του διεκδικούμενου ακινήτου ως δάσους κατά το χρόνο έναρξης ισχύος του παραπάνω διατάγματος (ΑΠ 303/2015, ΑΠ 975/2008). Μετά από αυτά, με βάση τις προηγούμενες παραδοχές, και στα νησιά των Σποράδων, σύμφωνα με τα Πρωτόκολλα του Λονδίνου και τη Συνθήκη της Κωνσταντινούπολης, εφόσον επρόκειτο, όχι για γαίες καθαρής ιδιοκτησίας, αλλά για εκτάσεις που αφορούσαν τα δάση, τους αιγιαλούς, τα κοινόχρηστα, τις βοσκές, μετά τον Αγώνα της Ανεξαρτησίας κατέστη κύριος αυτών το Ελληνικό Δημόσιο ως διάδοχο του Οθωμανικού Κράτους δικαιώματι πολέμου. (ΑΠ 1187/2022, ΑΠ 117/2020, ΑΠ 749/2019, ΑΠ 27/2019).[…]

            Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Λάρισας με την προσβαλλόμενη 228/2019 απόφασή του μετά από την εκτίμηση των προσκομισθέντων μετ`επικλήσεως ενώπιον του αποδεικτικών μέσων δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: “Το επίδικο είναι ένα ακίνητο εμβαδού 3.848.810 τ.μ., που βρίσκεται στην περιοχή … του Δήμου ….. και εμφαίνεται στο από 10.2.2010 απόσπασμα κτηματολογικού διαγράμματος, που επισυνάπτεται στην αγωγή. Το επίδικο είναι δάσος, γεγονός που δεν αμφισβητεί ο εναγόμενος Δήμος, βρίσκεται στην περιοχή της Αλοννήσου και δεν εξουσιαζόταν από κανένα και μετά τον αγώνα της Ανεξαρτησίας, κατέστη κύριος αυτού το Ελληνικό Δημόσιο ως διάδοχος του Οθωμανικού Κράτους “δικαιώματι πολέμου”. Και τούτο διότι η έκταση αυτή παρέμεινε προσδιορισμένη κατά την ταυτότητά της ως τμήμα της χώρας του Οθωμανικού Κράτους και η οποία ουδέποτε εξουσιάστηκε από ορισμένο πρόσωπο, αλλά βρισκόταν υπό την απόλυτη εξουσία του κράτους αυτού. Μετά δε την Επανάσταση του 1821 και τη σύσταση του Ελληνικού Κράτους δια των προαναφερομένων πρωτοκόλλων από 3/2, 4-16/6 και 19/6-1/7 του Λονδίνου του 1830 και της συνθήκης της Κωνσταντινούπολης, οπότε προσδιορίστηκε η χώρα του Ελληνικού Κράτους, κατέστη κύριος του ακινήτου αυτού το νέο ελληνικό κράτος χωρίς καμιά αποζημίωση… Ο εναγόμενος Δήμος ισχυρίζεται ότι το επίδικο ανήκει στην ιδιοκτησία του, καθώς και ότι όλα τα δάση και οι δασικές εκτάσεις του Δήμου Αλοννήσου είναι δημοτικά και συνάγεται το ιδιοκτησιακό του δικαίωμα λόγω του χαρακτηρισμού του ως δημοτικού δάσους, καθώς σύμφωνα με την υπ`αριθμ. 53846 διαταγή του Υπουργού των Οικονομικών …………. προς τον Οικονομικό Έφορο Σκοπέλου και τον Δασάρχη Σκιάθου διατάχθηκε να θεωρηθούν τα δάση των νήσων Β. Σποράδων και συνεπώς και της Αλοννήσου ως δημοτικά και να μην τα διαχειρίζονται ως δημόσια, διότι αυτά αναγνωρίσθηκαν ως όντα δημοτικής κτήσεως. Ο εναγόμενος Δήμος επικαλείται και προσκομίζει το με αριθμ. πρωτ. ………/18.6.1970 έγγραφο της Διεύθυνσης Γεωργίας με θέμα “Παρέχονται πληροφορίαι επί αιτήσεως ……. κατοίκου …” στο οποίο αναφέρεται ότι “…το δημόσιον ουδέν δικαίωμα ιδιοκτησίας απέκτησε επί των νήσων Β. Σποράδων και επί των εν αυταίς κτημάτων δια τον λόγον ότι αι νήσοι αύται επί τουρκοκρατίας δεν υπήγοντο εις σπαχήδες”, ενώ στο από 9.4.1974 έγγραφο της Διεύθυνσης Δασών του Δασαρχείου Βόλου επισημαίνεται ότι “τα δάση της νήσου “Αλόννησος” ανεγνωρίσθησαν ως ιδιωτικά”. Πλην όμως τα έγγραφα αυτά δεν είναι ικανά να προσπορίσουν κυριότητα στον εναγόμενο Δήμο και να καταλύσουν την κυριότητα του ενάγοντος ελληνικού δημοσίου, που την απέκτησε με τον προαναφερόμενο τρόπο. Η κρίση του Δικαστηρίου δεν αναιρείται και από την επίκληση από τον εναγόμενο Δήμο της υπ`αριθμ. 53846/1894 διαταγής του Υπουργού Οικονομικών ………… προς τον Οικονομικό Έφορο Σκοπέλου και τον δασάρχη Σκιάθου, αφού από μόνη της η εν λόγω διαταγή δεν προσπορίζει κυριότητα στον εναγόμενο Δήμο, ούτε και αποσαφηνίζει την απόκτηση κυριότητας από τον τελευταίο με κάποιο νόμιμο τρόπο. Ακόμη η επικαλούμενη με την έφεση υπ`αριθμ. 289/1.11.1844 γνωμοδότηση της επί των διαφιλονεικουμένων δασών Επιτροπής (η οποία συστήθηκε βάσει του άρθρου 3 του βδ 17/29.11.1836 “περί ιδιωτικών δασών”) που δέχθηκε ότι τα νησιά του Αιγαίου, Κυκλάδες και Σποράδες υποτάχθηκαν στους Οθωμανούς βάσει Συνθηκών γραμμένων σε κώδικες που υπήρχαν ανέκαθεν στη Νάξο, ότι οι νησιώτες αναγνωρίσθηκαν βάσει των συνθηκών αυτών κύριοι της ιδιωτικής και κοινοτικής τους ιδιοκτησίας και ότι οι νήσοι Σκόπελος, Σκύρος, Σκιάθος και Αλόννησος-που ενδιαφέρει στην κρινόμενη υπόθεση- και άλλα νησιά του Αιγαίου, είχαν το εξαιρετικό προνόμιο, καταβάλλοντας ετησίως ένα ορισμένο ποσό στο Οθωμανικό Κράτος, να διαθέτουν τα κτήματά τους ελεύθερα δια μόνον απλών ιδιωτικών εγγράφων, μη υποκείμενα σε σπαχήδες, αλλά διοικούμενα από προεστούς και δημογέροντες που τους εξέλεγαν οι κάτοικοί τους, δεν αναιρεί την προαναφερόμενη κυριότητα του ελληνικού δημοσίου επί του επιδίκου ακινήτου και δεν προσπορίζει στον εναγόμενο δήμο κυριότητα επί της επίδικης έκτασης (δάσους), ώστε στη συνέχεια το ενάγον να πρέπει να επικαλείται και να αποδεικνύει ότι κατέστη κύριο με κάποιον από τους προβλεπόμενους στον ΑΚ τρόπους κτήσης κυριότητας, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο εναγόμενος Δήμος. […]

            Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των από 3-2, 4/16-6 και 19- 6/1.7.1830 πρωτοκόλλων του Λονδίνου, της από 9.7.1832 Συνθήκης της Κωνσταντινούπολης “περί διαρρυθμίσεως των Ελληνικών συνόρων”, των άρθρων 1,2 και 3 του β.δ. 17/29.11.1836 “περί ιδιωτικών δασών” και του άρθρου 1 του από 3/15.12.1833 β.δ., τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως, αφού οι προαναφερόμενες ουσιαστικές παραδοχές του πληρούσαν το πραγματικό τους και δικαιολογούσαν την εφαρμογή τους. […]

            Επί πλέον, κατά τη διάταξη του άρθρου 438 KΠολΔ έγγραφα που έχουν συνταχθεί κατά τους νόμιμους τύπους από δημόσιο υπάλληλο ή λειτουργό ή πρόσωπο που ασκεί δημόσια υπηρεσία ή λειτουργία, αποτελούν πλήρη απόδειξη για όλους ως προς όσα βεβαιώνονται στο έγγραφο ότι έγιναν από το πρόσωπο που συνέταξε το έγγραφο ή ότι έγιναν ενώπιόν του, αν το πρόσωπο αυτό είναι καθ`ύλην και κατά τόπο αρμόδιο να κάνει αυτή τη βεβαίωση και ανταπόδειξη επιτρέπεται μόνο με προσβολή του εγγράφου ως πλαστού, ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 440 του ίδιου Κώδικα τα έγγραφα που αναφέρονται στα άρθρα 438 και 439 αποτελούν πλήρη απόδειξη για όλους ως προς όσα βεβαιώνονται σε αυτά την αλήθεια των οποίων όφειλε να διαπιστώσει εκείνος που έχει συντάξει το έγγραφο, επιτρέπεται όμως ανταπόδειξη. Η τελευταία αυτή διάταξη του άρθρου 440 KΠολΔ. είναι συμπληρωματική της πρώτης και ρυθμίζει τις περιπτώσεις εκείνες που βεβαιώνεται στο δημόσιο έγγραφο ορισμένο γεγονός, την αλήθεια του οποίου όφειλε να διαπιστώσει εκείνος που έχει συντάξει το έγγραφο, οπότε ναι μεν υπάρχει και πάλι πλήρης απόδειξη, πλην όμως επιτρέπεται ανταπόδειξη, χωρίς να απαιτείται να προσβληθεί το έγγραφο για πλαστότητα, όπως αντιθέτως συμβαίνει επί ενεργειών στις οποίες προέβη εκείνος που συνέταξε το έγγραφο ή περί γεγονότων που έλαβαν χώρα ενώπιον του (ΑΠ 348/2021, ΑΠ 445/2019). Τέλος, ο από το άρθρο 559 αριθμός 20 KΠολΔικ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο της ουσίας παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα, προφανώς διαφορετικά, από εκείνα, που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Παραμόρφωση υπάρχει μόνο όταν το δικαστήριο υποπίπτει ως προς το έγγραφο σε διαγνωστικό λάθος, δηλαδή σε λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση του εγγράφου (“σφάλμα ανάγνωσης”) με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, καθόσον στην περίπτωση αυτή πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 1026/2022, ΑΠ 1093/2020, ΑΠ 42/2020, ΑΠ 196/2019). Η παραμόρφωση του εγγράφου μπορεί να γίνει θετικά, με την εσφαλμένη ανάγνωση του κειμένου του εγγράφου ή αρνητικά, με την παράλειψη ανάγνωσης κρισίμων για το αποδεικτέο γεγονός φράσεων αυτού δηλ. φράσεων που μπορούν να οδηγήσουν σε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα. Δεν αρκεί για την ίδρυση του λόγου η εσφαλμένη ανάγνωση του αποδεικτικού, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 KΠολΔικ. εγγράφου, αλλά πρέπει επί πλέον το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 1093/2020,ΑΠ 42/2020, ΑΠ 196/2019).

            Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον τρίτο λόγο αναίρεσης καταλογίζει στην προσβαλλόμενη απόφαση την παραβίαση της διατάξεως του αριθμού 20 του άρθρου 559 KΠολΔικ. Με τον λόγο αυτό αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι υπέπεσε σε λάθος ως προς την ανάγνωση των ως άνω συγκεκριμένων εγγράφων, ήτοι: 1) της 53846/1894 διαταγής του τότε Υπουργού των Οικονομικών …….., προς τον Οικονομικό Έφορο Σκοπέλου και τον Δασάρχη Σποράδων, με την οποία διέταξε να θεωρηθούν τα δάση των νήσων των Βορείων Σποράδων, μεταξύ των οποίων είναι και η Αλόννησος, ως δημοτικά και να μην τα διαχειρίζονται ως δημόσια, διότι αυτά αναγνωρίσθηκαν ως “όντα δημοτικής κτήσεως”, 2) του με αριθμό πρωτοκόλλου ……./18.6.1970 εγγράφου του Υπουργείου Γεωργίας/Διεύθυνση Γεωργίας Νομού Μαγνησίας προς το Υπουργείο Γεωργίας/Διεύθυνση Εποικισμού Τμήμα Ε`, που υπογράφεται από τον Διευθυντή Γεωργίας, στο οποίο αναφέρεται ότι “ουδέν δικαίωμα ιδιοκτησίας απέκτησεν επί των νήσων Β. Σποράδων και επί των εν αυταίς κτημάτων δια τον λόγον ότι αι νήσοι αύται επί τουρκοκρατίας δεν υπήγοντο εις σπαχήδες”, 3) του από 9.4.1974 εγγράφου της Διεύθυνσης Δασών του Δασαρχείου Βόλου προς τον συμβολαιογράφο Σκοπέλου ……….., στο οποίο αναφέρεται ότι “Τα δάση της νήσου “Αλόννησος” ανεγνωρίσθησαν ως Κοινοτικά” και 4) της 289/1.11.1844 γνωμοδότησης της Επιτροπής επί των διαφιλονικουμένων δασών, η οποία συστήθηκε βάσει του άρθρου 3 του β.δ. της 17/29.11.1936, που δέχθηκε ότι τα νησιά του Αιγαίου, Κυκλάδες και Σποράδες υποτάχθηκαν στους Οθωμανούς βάσει Συνθηκών γραμμένων σε κώδικες που υπήρχαν ανέκαθεν στη Νάξο, ότι οι νησιώτες αναγνωρίσθηκαν βάσει των συνθηκών αυτών κύριοι της ιδιωτικής και κοινοτικής τους ιδιοκτησίας και ότι οι νήσοι Σκόπελος, Σκύρος, Σκιάθος και Αλόννησος, είχαν το εξαιρετικό προνόμιο, καταβάλλοντας ετησίως ένα ορισμένο ποσό στο Οθωμανικό Κράτος, να διαθέτουν τα κτήματά τους ελεύθερα δια μόνον απλών ιδιωτικών εγγράφων, μη υποκείμενα σε σπαχήδες, αλλά διοικούμενα από προεστούς και δημογέροντες που τους εξέλεγαν οι κάτοικοί τους. Ειδικότερα αιτιάται ο αναιρεσείων με τον ως άνω λόγο αναίρεσης ότι, ενώ από τα παραπάνω έγγραφα προκύπτει, κατά την άποψή του, ότι τα δάση των Β. Σποράδων, στις οποίες ανήκει και η Αλόννησος είναι κοινοτικά – δημοτικά, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του τους προσέδωσε αντίθετο περιεχόμενο από αυτό που υποδηλώνουν, κρίνοντας ότι το επίδικο ακίνητο (δάσος) ανήκει στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απαράδεκτος, διότι δεν αφορά σε “διαγνωστικό λάθος” εγγράφων, αλλά στην πραγματικότητα αναφέρεται σε, κατά την άποψη του αναιρεσείοντος, λανθασμένη εκτίμηση του περιεχομένου των επικαλούμενων αποδεικτικών μέσων, από την οποία το δικαστήριο κατέληξε σε πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο ίδιος θεωρεί ορθό. Δηλαδή οι επικαλούμενες αιτιάσεις αφορούν σε παράπονα αναγόμενα στην ανέλεγκτη αναιρετικά εκτίμηση των αποδείξεων και του περιεχομένου των εγγράφων.

            Τα παραπάνω ισχύουν, ανεξαρτήτως του ότι ο λόγος αυτός είναι και αβάσιμος, γιατί το αποδεικτικό πόρισμα της αποφάσεως ότι κύριος του επιδίκου ακινήτου είναι το αναιρεσίβλητο, ενώ τα αναφερόμενα στο περιεχόμενο των ως άνω εγγράφων δεν δύνανται να προσδώσουν κυριότητα επί αυτού στον αναιρεσείοντα, δεν στηρίχθηκε αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στα έγγραφα που ο ίδιος προσβάλλει με την αιτίαση, ότι παραμορφώθηκε το περιεχόμενό τους.

            Με τον δε πέμπτο και τελευταίο λόγο αναιρέσεως, ο αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για παραβίαση του αριθμού 12 του άρθρου 559 KΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο που την εξέδωσε παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με την δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Ειδικότερα, με τον λόγο αυτό, αιτιάται ο αναιρεσείων, Δήμος Αλοννήσου, ότι ενώ τα προαναφερόμενα δημόσια έγγραφα παρέχουν πλήρη απόδειξη ως προς τα όσα βεβαιώνουν και περιέχουν ρητή ομολογία του Ελληνικού Δημοσίου περί του ουσιώδους γεγονότος ότι αυτό δεν απέκτησε δικαίωμα ιδιοκτησίας στο επίδικο ακίνητο και ότι αυτό είναι δάσος που ανήκει στην ιδιοκτησία του, το Εφετείο δεν τους προσέδωσε την αυξημένη αποδεικτική δύναμη που έχουν, αλλά, αντιθέτως, έκρινε, ότι τα έγγραφα αυτά δεν είναι ικανά να προσπορίσουν κυριότητα σε αυτόν. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι τα παραπάνω αποτελούν μεν γενικώς δημόσια έγγραφα, υπό την έννοια ότι έχουν εκδοθεί κατά τους νόμιμους τύπους από δημοσίους υπαλλήλους και πρόσωπα που ασκούν δημόσια υπηρεσία ή λειτουργία, συνιστούν όμως πλήρη απόδειξη μόνο ως προς τα όσα βεβαιώνονται ότι προέρχονται από τα πρόσωπα που εκδίδουν ή υπογράφουν αυτά, τα οποία ήταν καθ’ ύλη και κατά τόπο αρμόδια να κάνουν αυτή τη βεβαίωση, για τα όσα όμως βεβαιώνονται σχετικά με το διαφιλονικούμενο ζήτημα της κυριότητας των δασών της Αλοννήσου, την αλήθεια των οποίων όφειλαν να διαπιστώσουν εκείνοι που τα συνέταξαν, εφόσον τα βεβαιούμενα σε αυτά εκφράζουν κατά κύριο λόγο απλώς τη γνώμη τους περί του γεγονότος αυτού, επιτρέπεται ανταπόδειξη, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην οικεία ως άνω νομική σκέψη, και, συνεπώς, το Εφετείο, το οποίο συνεκτιμώντας τα προαναφερόμενα έγγραφα ισοδύναμα με τα άλλα αποδεικτικά μέσα, έκρινε ότι αυτά δεν ήσαν ικανά να προσπορίσουν κυριότητα στον αναιρεσείοντα, δεν υπέπεσε στην εν λόγω αναιρετική πλημμέλεια του αριθμού 12 του άρθρου 559 KΠολΔ. […]»

Αναφορικά με τα δημόσια έγγραφα όπως γίνονταν δεκτά από τις προγενέστερες της 615/2023 απόφασης του Αρείου Πάγου αποφάσεις:

            Σύμφωνα με την αριθμ. 184/12.8.1843 πρωτότυπη έκθεση του επί των ασιατικών γλωσσών διερμηνέα της ελληνικής κυβέρνησης Ι. Αργυρόπουλου, που απευθύνεται στην επί των διαφιλονεικουμένων δασών επιτροπή, η οποία συστήθηκε βάσει του άρθρου 3 του βασιλικού διατάγματος της 17/29 Νοεμβρίου 1836 «περί ιδιωτικών δασών» που είχε εφαρμογή τότε στο απελευθερωθέν τμήμα της Ελλάδας, όλα τα παραπάνω νησιά του Αιγαίου, Κυκλάδες και Σποράδες ήταν επί τουρκοκρατίας υπό τη διοίκηση των κατά καιρούς αρχιναυάρχων της Οθωμανικής Κυβέρνησης και υπό την άμεση διεύθυνση του διερμηνέως του οθωμανικού στόλου, εσωτερικά όμως ελεύθερα από επεμβάσεις σπαχήδων και βοεβοδάδων, κυβερνώμενα από ομογενείς προεστούς ή δημογέροντες, εκλεγόμενους από τους κατοίκους. Έτσι, μετά την παραπάνω έκθεση, η προαναφερόμενη επιτροπή, με την υπ` αριθμ. 289 από 1 Νοεμβρίου 1844 γνωμοδότηση της, δέχθηκε ότι τα ως άνω νησιά του Αιγαίου, υποτάχθηκαν στους Οθωμανούς βάσει συνθηκών γραμμένων σε κώδικες που υπήρχαν ανέκαθεν στη Νάξο, ότι οι νησιώτες αναγνωρίστηκαν βάσει των συνθηκών αυτών κύριοι της ιδιωτικής και κοινοτικής τους ιδιοκτησίας και ότι η νήσος Σκόπελος, όπως η Σκύρος και η Σκιάθος και άλλα νησιά του Αιγαίου, είχε το εξαιρετικό προνόμιο, καταβάλλοντος ετησίως ένα ορισμένο ποσό στο Οθωμανικό κράτος, να διαθέτει τα κτήματα της ελεύθερα διά μόνον απλώς ιδιωτικών εγγράφων, μη υποκείμενη σε σπαχήδες αλλά διοικούμενη από προεστούς και δημογέροντες που τους εξέλεγαν οι κάτοικοί της (ΕφΛαρ 219/1989 αδημ, Λ. Κοτσίρης, «Ιδιοκτησιακό καθεστώς δασών και βοσκοτόπων της νήσου Σκύρου και το περιεχόμενο του εν Σκύρω ισχύοντος δικαιώματος χορτονομής» (Γνμδ), Αρμ 1983.12 επ.).

            Επιπλέον, αποφασιστικής σημασίας για την πλήρη και οριστική αποσαφήνιση του ιδιοκτησιακού καθεστώτος των δασών των Σποράδων είναι η υπ` αριθμ. 53846/1894 διαταγή του Υπουργού των Οικονομικών Χ. Τρικούπη προς τον οικονομικό έφορο Σκοπέλου και το δασάρχη Σκιάθου, με την οποία διέταζε να θεωρούν τα δάση των νήσων αυτών ως δημοτικά και να μην τα διαχειρίζονται ως δημόσια, διότι αυτά αναγνωρίστηκαν «ως όντα δημοτικής κτήσης». Η αναγνώριση αυτή των δασών των Σποράδων, ως δημοτικών, πέραν της αμφισβήτησης θεμελίωσης της στις διατάξεις του διατάγματος του 1836, καλύφθηκε και με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, αφού γίνεται παγίως δεκτό ότι τα επί των εθνικών δασών δικαιώματα του δημοσίου, κατ` εφαρμογήν του διατάγματος του 1836, δεν είναι απαράγραπτα ούτε πρόκειται περί πραγμάτων αναπαλλοτρίωτων και εκτός συναλλαγής, η δε τριακονταετής παραγραφή, κτητική ή αποσβεστική των δικαιωμάτων του δημοσίου, αρξάμενη ήδη από το έτος 1844 (κατά τις παραδοχές της προαναφερόμενης υπ’ αριθμ. 289 γνωμοδότησης) συμπληρώθηκε μέχρι τις 12.9.1915 (ΕφΛαρ 219/1989 αδημ, Λ. Κοτσίρης, ό.π.). Κατά συνέπεια, προκειμένου για δάσος που βρίσκεται στις Σποράδες (μία από τις οποίες είναι η νήσος Αλόννησος), μόνη η εκ μέρους του δημοσίου επίκληση και απόδειξη της δασικής μορφής της διεκδικούμενης έκτασης δεν αρκεί για να θεμελιώσει δικαίωμα κυριότητας του σε αυτήν, αλλά πρέπει τούτο να επικαλείται και σε περίπτωση αμφισβήτησης να αποδεικνύει ότι κατέστη κύριο με κάποιον από τους προβλεπόμενους στον ΑΚ ή ενδεχομένως σε ειδικό νόμο τρόπους κτήσης κυριότητας (ΕφΛαρ 219/1989 αδημ.), δυνάμενο έτσι να επικαλεστεί και αποδείξει ότι απέκτησε την κυριότητα του επιδίκου με απαλλοτρίωση, αγορά, δωρεά, ανταλλαγή, κατάληψη εγκαταλελειμμένου κτήματος υπό τους όρους του άρθρου 34 α.ν. 1539/1938, παραίτηση του κυρίου από την κυριότητα του ακινήτου με συνέπεια να καταστεί αυτό αδέσποτο (βλ. ΠολΠρΝαξ 62/2004 ό.π.) (313/2009 ΜΠρ Βόλου NOMOS).

Έλενα Ψαρρού

Δικηγόρος

info@efotopoulou.gr

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Το email σας δεν θα δημοσιευτεί