Χρησικτησία επί δασών και δασικών εκτάσεων εις βάρος του Δημοσίου
Μη αναγνώριση του θεσμού της χρησικτησίας στο Οθωμανικό Δίκαιο
Σύμφωνα με τον Οθωμανικό Νόμο «περί γαιών» της 7 Ραμαζάν 1274, τα ακίνητα κτήματα διακρίνονται: (α) Στα ιδιόκτητα (μούλκια), τα οποία έχουν στην πλήρη και απόλυτη κυριότητά τους αυτοί που τα εξουσιάζουν, (β) στα δημόσια (μιριγιέ), στα οποία περιλαμβάνονται τα χωράφια, οι χειμερινές και οι θερινές βοσκές (τόποι που παράγουν χόρτο για βόσκηση ζώων), οι λειμώνες (τσαΐρια), τα δάση, καθώς επίσης και τα μέρη στα οποία υπάρχουν δένδρα που δεν τα φυτεύει κανένας, (γ) στα αφιερωμένα σ` έναν ευαγή σκοπό (μεβκουφέ), (δ) στα εγκαταλειμμένα και (ε) στα “νεκρά”. Από το συνδυασμό του νόμου αυτού προς τις διατάξεις του Ιερού Μουσουλμανικού Νόμου και του Νόμου “περί Ταπίων” της 7 Μουχαρέρ 1293, τα δημόσια κτήματα – στα οποία ανήκαν και τα δάση – εξουσιάζοντο μόνο με την έκδοση από το Αυτοκρατορικό Κτηματολόγιο ειδικού τίτλου (ταπίου), στο οποίο αναγραφόταν η χρήση της έκτασης, σύμφωνα με το είδος και τον προορισμό της, για κτήση δικαιώματος διηνεκούς εξουσιάσεως. Μόνο δε για τις καλλιεργήσιμες (δημόσιες) γαίες αρκούσε η συνεχής και ανεμπόδιστη κατοχή και καλλιέργεια τους επί δεκαετία για την απόκτηση δικαιώματος μόνιμης εγκατάστασης, ισοδύναμοι προς εκείνο της διηνεκούς εξουσίασης, όχι όμως και για τα δάση, τις δασικές εκτάσεις και τα λειβάδια, για την εξουσίαση των οποίων ήταν αναγκαία η έκδοση ταπίου (πρβλ. ΑΠ 446/1992, ΑΠ 840/2010, ΑΠ 266/2010, Παπαδοπούλου, Αγωγές Εμπραγμάτου Δικαίου §244 και εκεί παραπομπές) (1392/2010 ΑΠ)
Από τον συνδυασμό της διάταξης του άρθρου 1248 του Οθωμανικού ΑΚ, όπου αναφέρονται οι διάφοροι τρόποι κτήσης της κυριότητας, στους οποίους δεν περιλαμβάνεται η χρησικτησία της διάταξης του άρθρου 1660 του Οθωμανικού ΑΚ, που προβλέπει την δεκαπενταετή αποσβεστική παραγραφή υπέρ του κατόχου, χωρίς συγχρόνως να αναγνωρίζει την κτητική παραγραφή (χρησικτησία), προκύπτει ότι δεν είναι δυνατή η κτήση κυριότητας με χρησικτησία υπό το κράτος του Οθωμανικού δικαίου (άρθρα 1248 και 1614 του οθωμανικού Αστικού Κώδικα και άρθρο 3 του οθωμανικού νόμου περί γαιών, ΑΠ 416/1963 ΑρχΝ ΙΔ` 650, Κ. Παπαδόπουλου, Αγωγές Εμπραγμάτου Δικαίου, παρ. 244.5, σελ. 562) (1/2002 ΠΠρ Τρικάλων NOMOS) (148/2021 ΑΠ NOMOS).
Βυζαντινορωμαϊκό δίκαιο
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 51 του ΕισΝΑΚ, η απόκτηση κυριότητας ή άλλου εμπράγματου δικαιώματος πριν από την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα κρίνεται κατά το δίκαιο που ίσχυε όταν έγιναν τα πραγματικά γεγονότα για την απόκτησή τους. Δυνάμει του Β.Δ. της 23.2.1835 για τον Πολιτικό Νόμο των Ελλήνων στο νεοσυσταθέν ελληνικό κράτος είχαν εφαρμογή τα οριζόμενα από το βυζαντινορωμαϊκό δίκαιο που τέθηκε σε ισχύ. Οι διατάξεις αυτές του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου δεν καταργήθηκαν με το μεταγενέστερο από 21 Ιουνίου 1837 νόμο “Περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων”, στο άρθρο 21 του οποίου ορίζεται ότι “ως προς τον τρόπο κτήσεως και διατηρήσεως της ιδιοκτησίας των δημοσίων πραγμάτων, εφαρμόζονται αι εν τω πολιτικώ νόμω περιεχόμενοι διατάξεις”.(48/2024 Εφετείο Πειραιά NOMOS, 2072/2025 ΑΠ NOMOS).
Από καμιά διάταξη του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου ή άλλου νεότερου νόμου, από αυτούς που ίσχυσαν μέχρι τις 26.11.1926, οπότε τέθηκε σε ισχύ το ΝΔ της 22.4/16.5.1926 «περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης» συνάγεται ότι τα δημόσια κτήματα και οι δημόσιες γενικά δασικές εκτάσεις ήταν ανεπίδεκτα χρησικτησίας, ούτε ότι το Δημόσιο εθεωρείτο, κατά πλάσμα του νόμου ότι διατηρεί σ`αυτά νομή, παρά την υλική εξουσίασή τους από τρίτα πρόσωπα, (πράγμα το οποίο συνέβαινε για τις εθνικές βοσκήσιμες εκτάσεις, εφόσον συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις των άρθρων 2, 3 επ του Ν. ΝΘ/1864 και 3 του Ν ΨΠΖ/1882). Αντίθετα, από τις διατάξεις των ν. 8 παρ. 1 Κωδ. (7.39), ν. 9 παρ. 1 Πανδ. (50.14), ν. 2 παρ. 20 Πανδ. (41.4), ν. 6 πρ. Πανδ. (44.3), ν. 76 παρ. 1 Πανδ. (18.1) και ν. 7 παρ. 3 Πανδ. (23.3), σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 18, 21 του Ν 21-6/6.3.1837 «περί διακρίσεως των δημοσίων κτημάτων» συνάγεται ότι στα δημόσια κτήματα, στα οποία περιλαμβάνονται και τα δημόσια δάση, ήταν επιτρεπτή η από, ιδιώτη κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία κατόπιν άσκησης νομής πάνω σ ’ αυτό με καλή πίστη, δηλαδή με ειλικρινή πεποίθηση του νομέα ότι με την άσκηση της νομής δεν προσβάλλονται τα δικαιώματα κυριότητας τρίτων, [ν.20 παρ.12 Πανδ. (5.8), ν.27 Πανδ.(18.1), ν.10,18 και 48 Πανδ. (41.3), ν.3 Πανδ.(41.10) και ν.109 Πανδ.(50.16)], και διάνοια κυρίου σε χρονικό διάστημα μιας συνεχούς τριακονταετίας έως την 11η/09/1915, με τη δυνατότητα αυτού που χρησιδέσποζε να συνυπολογίσει στο χρόνο της νομής του και εκείνον του δικαιοπαρόχου του, εφόσον είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού. (913/2025 ΑΠ NOMOS, ΑΠ 69/2018, 849/2021 ΑΠ NOMOS). Ωστόσο, κατά το ίδιο δίκαιο, τα δημόσια κτήματα είχαν εξαιρεθεί από την τακτική χρησικτησία. (638/2016 ΑΠ NOMOS)
Αναλυτικότερα:
Πράξεις νομής
Από τις παραπάνω διατάξεις σε συνδυασμό με αυτές των παρ. 1, 2 και 3 του άρθρου 3 του ως άνω ν. 998 όπως 28/29-12-1979 συνάγεται ότι για τη κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία ακινήτου που χαρακτηρίζεται ως δάσος, απαιτείται η άσκηση πράξεων νομής που προσιδιάζουν στη φύση και στον προορισμό του δάσους, όπως είναι η υλοτομία, η εκμίσθωση σε τρίτους για βοσκή ή υλοτομία, η οριοθέτηση κ.α. και όχι όπως πράξεις που δεν φέρουν αυτό το χαρακτήρα (ΑΠ 1648/2022, ΑΠ 568/2021, ΑΠ 984/2017). Τέλος, με το άρθρο 2 παρ. 2 εδ. α` του α.ν. 1539/1938, που επαναλήφθηκαν όπως διατάξεις του άρθρου 58 παρ. 3 του ν.δ/τος 86/1969 ορίζεται «Νομή παρά τρίτου θεωρείται ασκουμένη επί των δασών, των μερικώς δασοσκεπών εκτάσεων ή λιβαδίων και των χορτολιβαδικών εδαφών μόνον διά της, κατά τας εκάστοτε ισχυούσας διατάξεις, επί τη βάσει αδειών της δασικής αρχής, υλοτομίας ή εκμεταλλεύσεως αυτών ως ιδιωτικών εκτάσεων». Έτσι, στα δάση και τις δασικές εκτάσεις θεωρείται, ότι ασκεί νομή τρίτος, μόνο αν τις εκμεταλλεύεται, σύμφωνα με τον προορισμό τους, μετά από άδεια της δασικής αρχής (άρθρο 2, παρ. 2 του Α.Ν. 1539/1938 και 58 παρ. 3 του Ν.Δ. 86/1969) (ΑΠ 493/2018). Συγκεκριμένα, για τη στοιχειοθέτηση της τρίτης αυτής προϋπόθεσης απαιτείται άσκηση εκχέρσωσης, υλοτομίας, σποράς ή άλλης διακατοχικής πράξης από τον καθ’ ου στρέφεται το πρωτόκολλο στην επίδικη έκταση. Η έννοια της διακατοχικής πράξης στην προκειμένη περίπτωση θα ληφθεί υπόψη με την έννοια του ουσιαστικού δικαίου, όπως δηλαδή αυτή ορίζεται στις διατάξεις του Αστικού Κώδικα. Αποτελεί δε κατά τις εν λόγω διατάξεις (ΑΚ 974) διακατοχική πράξη η άσκηση φυσικής εξουσίας πάνω στο πράγμα με διάνοια κυρίου (νομή) . Ειδικότερα, άσκηση νομής σε ακίνητο αποτελούν όλες οι εμφανείς υλικές πράξεις πάνω σ ’ αυτό, οι οποίες προσιδιάζουν στη φύση και στον προορισμό του και οι οποίες είναι δηλωτικές της φυσικής εξουσίασής του με διάνοια κυρίου (1669/2024 ΜΠρ Αθηνών NOMOS). Μάλιστα για τα δάση, που θεωρούνται ακίνητα που δεν είναι δεκτικά καλλιέργειας, η απλή επίσκεψη, η επισκόπηση και η επίβλεψή τους αυτοπροσώπως ή με αντιπρόσωπο, χωρίς παράλληλα να απαιτείται, για την πληρότητα της αιτιολογίας της απόφασης, και ο ημερολογιακός προσδιορισμός των επιμέρους πράξεων μέσα στο χρόνο της χρησικτησίας (ΑΠ 847/2013, ΑΠ 92/2013, ΑΠ 991/2012), ούτε ο προσδιορισμός των επιμέρους πράξεων νομής σε κάθε επίδικο τμήμα της ευρύτερης έκτασης (ΑΠ 556/2012), καθώς και των ονομάτων των αντιπροσώπων του νομέα ή των βοηθών νομής αυτού (638/2016 ΑΠ NOMOS, 1392/2010 ΑΠ NOMOS).
Ειδική επισήμανση απαιτείται για την βοσκή, καθώς κατά τις διατάξεις του άρθρου 2 παρ. 2εδγ του α.ν. 1539/1938 που επαναλήφθηκαν στις διατάξεις του άρθρου 58 παρ. 3 του ν.δ/τος 86/1969 ορίζεται, αντίστοιχα, ότι «Προκειμένου ειδικώς περί δημοσίων δασών μερικώς δασοσκεπών εκτάσεων ή λιβαδίων και χορτολιβαδικών εδαφών ουδέποτε η βοσκή θεωρείται ως πράξις νομής ή οιονεί νομής δουλείας βοσκής» και «Μόνη η βοσκή επί δημοσίων δασών, μερικώς δασοσκεπών εκτάσεων ή λιβαδίων και χορτολιβαδικών εδαφών ουδέποτε θεωρείται ως πράξις νομής ή οιονεί νομής δουλείας βοσκής», ήτοι πρόκειται για βοσκή σε δημόσια δάση (ΑΠ 10/2020).
Στην περίπτωση λοιπόν χρησικτησίας δημόσιων δασικών εκτάσεων, η οποία συμπληρώθηκε πριν την 11-9-1915, δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις των κατά καιρούς ισχυσάντων δασικών κωδίκων (όπως των άρθρων 49 του ν. 2052/1920, 215 του ν. 4173/1929, 58 του αν 86/1969), κατά τις οποίες το Δημόσιο θεωρείται νομέας στα δημόσια δάση, έστω και αν δεν ενεργήσει πράξεις νομής και ότι νομή δεν μπορεί να ασκήσει κανένας με εκχέρσωση, υλοτομία, σπορά ή άλλη πράξη, ούτε απαιτείται, ως προϋπόθεση της αξιούμενης καλής πίστης για την κτήση κυριότητας στα δημόσια κτήματα και συνεπώς στα δημόσια δάση με έκτακτη χρησικτησία, η ύπαρξη ταπίου υπέρ του χρησιδεσπόζοντος ή η υποβολή εκ μέρους αυτού τίτλων ιδιοκτησίας κατά το άρθρο 3 του ανωτέρω βδ της 17-11/1-12-1836 “Περί ιδιωτικών δασών” (ΑΠ 1753/17). (27/2019 ΑΠ NOMOS, ΑΠ 573/2015, ΑΠ 1249/2013, 826/2018 ΑΠ NOMOS)
Χρόνος χρησικτησίας
Ο χρόνος χρησικτησίας έπρεπε να είχε συμπληρωθεί το αργότερο μέχρι και την 11.9.1915, όπως συνάγεται από τις διατάξεις των άρθρων 18 και 21 του Ν. όπως 21.6/3.7.1837 «περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων», καθώς και από τις διατάξεις του Ν. ΔΞΗ ’/1912 «περί δικαιοστασίου», σε συνδυασμό με τα εκτελεστικά αυτού διατάγματα μέχρι του έτους 1930, με τις οποίες ανεστάλη η λήξη κάθε παραγραφής δικαιωμάτων του Δημοσίου και η αναστολή αυτή λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο και με το άρθρο 21 του ν.δ. 22.4/16.5.1926 «περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων όπως Αεροπορικής Αμύνης» που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 17 του ΕισΝΚΠολΔ, στο οποίο ρητώς ορίζεται ότι «τα επί των ακινήτων κτημάτων δικαιώματα του Δημοσίου, της Αεροπορικής Αμύνης και των Ιερών Μονών, εις ουδεμίαν υπόκεινται εις το μέλλον παραγραφή, η δε αρξαμένη παραγραφή ουδεμίαν νόμιμον συνέπειαν κέκτηται, αν μέχρι της δημοσιεύσεως του παρόντος δεν συνεπληρώθη η τριακονταετής παραγραφή κατά τους ισχύοντες νόμους …» (930/2012 ΑΠ NOMOS, 1/2002 ΜΠρ Τρικάλων NOMOS).
Μετά το χρονικό αυτό σημείο, εφόσον δεν έχει συμπληρωθεί η τριακονταετία, έχουν εφαρμογή οι διατάξεις των μεταγενέστερων διατάξεων του άρθρου 49 του Ν. 2052/1920, κατά τις οποίες τα δικαιώματα του δημοσίου επί δασικών εκτάσεων παραμένουν ισχυρά, του άρθρου 215 Ν. 4173/1929 (όπως τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε μεταγενέστερα), του άρθρου 58 του ν.δ. 86/1969 «περί Δασικού Κώδικα» και των άρθρων 2 και 4 του Αν.Ν. 1539/1938 «περί προστασίας των δημόσιων κτημάτων», με τις οποίες ορίζεται ότι επί των δημοσίων εν γένει δασών θεωρείται νομέας το δημόσιο, έστω και αν δεν ενήργησε επ` αυτών οποιαδήποτε πράξη νομής ότι ουδείς δύναται να αποκτήσει δικαιώματα νομής με εκχέρσωση, υλοτομία, σπορά ή οποιαδήποτε άλλη πράξη επί δημόσιων δασών κλπ., η βοσκή επί δημόσιων δασών κλπ, ουδέποτε θεωρείται πράξη νομής και μόνη η ύπαρξη οιουδήποτε τίτλου δεν θεωρείται καθεαυτή διακατοχική πράξη και, τέλος ότι τα δικαιώματα του Δημοσίου επί ακινήτων κτημάτων δεν υπόκεινται σε καμία παραγραφή. (ΑΠ 279/2019, ΑΠ 850/2019, ΑΠ 7/2019, ΑΠ 8/2019, ΑΠ 826/2018, ΑΠ 1753/2017, ΑΠ 638/2016, ΑΠ 629/2016 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 384/2014 ΕλλΔνη 2015.705). (21/2024 ΜΠρ Λαμίας NOMOS).
Άλλως ειπείν, με την απόδειξη συμπλήρωσης έκτακτης χρησικτησίας κατά τον ανωτέρω τρόπο, ήτοι συμπληρωθείσας μέχρι και την 11.9.1915, επέρχεται ανατροπή του τεκμηρίου κυριότητας του δημοσίου επί δασικών εκτάσεων. Επίσης, δεν έχουν πλέον εφαρμογή και δεν ασκούν νόμιμη επιρροή οι μεταγενέστερες διατάξεις Α) του άρθρου 117 του ν. 3077/1924 «περί Δασικού Κώδικος» και του άρθρου 215 του ν. 4173/1929, όπως τροποποιήθηκαν και συμπληρώθηκαν από το άρθρο 37 του αν 1539/1938 και από το άρθρο 16 του αν 192/1946, και όπως επαναλήφθηκαν στο άρθρο 58 του νδ 86/1969 περί «Δασικού Κώδικος», με τις οποίες ορίζεται Αα) ότι στα δημόσια εν γένει δάση θεωρείται νομέας το Δημόσιο, έστω και αν δεν ενήργησε επ` αυτών καμία πράξη νομής και Αβ) ότι μόνη η βοσκή σε δημόσιο δάσος δεν θεωρείται ως πράξη νομής ή οιονεί νομής και μόνη η ύπαρξη οποιουδήποτε τίτλου δεν θεωρείται καθ` εαυτήν διακατοχική πράξη, και Β) των άρθρων 2, 4 και 37 του αν 1539/1938 «περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων», διατηρηθέντος σε ισχύ με το άρθρο 53 ΕισΝΑΚ, κατά τις οποίες τα ακίνητα που ανήκουν στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου είναι ανεπίδεκτα νομής εκ μέρους τρίτου ή χρησικτησίας (βλ. ΑΠ 1182/2018 όπ, 309/2012 ΤΝΠ Νόμος). (186/2025 ΜΠρ Σύρου NOMOS).
Με το θεσμό του ρωμαϊκού δίκαιου περί της αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητας (vetustas cujus memoria non exstat), τον οποίο αγνοεί ο Αστικός Κώδικας, κυρωνόταν ως έννομη η πραγματική κατάσταση, την οποία η ζώσα γενεά – μέχρι εκεί που φθάνει η μνήμη της – έτσι τη γνώρισε στο παρελθόν, χωρίς να διασώσει από την παρελθούσα γενεά καμμιά παράδοση για την ύπαρξη άλλης διαφορετικής καταστάσεως. Απαιτείτο δηλαδή η πάροδος τόσου χρόνου, ώστε η παρούσα γενεά ανθρώπων και η αμέσως προηγηθείσα, καθεμιά γνώρισαν διαφορετική κατάσταση (Οικονομίδη, Γεν. Αρχαί, παρ. 68, Κρασσά-Πράτσικα, Γεν. Διδασκαλίαι, παρ. 217, Μπαλή, Γεν. Αρχαί, παρ. 140). Ο θεσμός της αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητας δεν ήταν κτητικός κυριότητας (ή άλλου εμπραγμάτου δικαιώματος) αλλά κυρωτικός της μέχρι τώρα υφισταμένης καταστάσεως. Με αυτόν κυρωνόταν ως έννομη η μέχρι τώρα πραγματική κατάσταση, της οποίας η γένεση εξαφανιζόταν στα βάθη του παρελθόντος. Αλλά και πάλι δεν επρόκειτο για γενικό τρόπο κυρώσεως οποιασδήποτε πραγματικής καταστάσεως αλλά για ειδικό που ίσχυε μόνο στις ειδικές περιπτώσεις τις αναφερόμενες στις πηγές (ΑΠ 544/1972 ΝοΒ 20.1404, ΑΠ 245/1964 ΝοΒ 12.693, Γεωργιάδης, εις Γεωργιάδη-Σταθόπουλου, Αστικός Κώδιξ, αρθρ. 1041, παρ. 4 επ`). Τουτέστιν ο θεσμός αυτός δεν αποτελούσε τίτλο προς διεκδίκηση γενικό αλλά μόνο επί δημοτικών οδών, υδραγωγείων και τεχνητών έργων με τα οποία μεταβάλλεται η φυσική ροή των ομβρίων υδάτων (ν. 2, παρ. 22 Π. (43.8), Ν. 3 παρ. 4 Π. (43.20), Ν. 26 Π. (39.3), βλ. ΑΠ 19/1919 Θ Λ` 257, Κατσικόπουλου, Πανδέκτης Αστικού Δικαίου, Α`-Δ`, σελ. 175). Κατά συνέπεια, όταν η διεκδικητική αγωγή της κυριότητος στηρίζεται στην αμνημονεύτου χρόνου παραγραφή, είναι νόμω αβάσιμος. Όμως, όταν ο ενάγων επικαλείται και την κτήση της κυριότητος με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας κατά το προϊσχύσαν δίκαιο, ήτοι όταν ισχυρίζεται ότι από αμνημονεύτων χρόνων νέμεται το επίδικο διάνοια κυρίου και με καλή πίστη επί 30 έτη, στον όρο της αγωγής “από αμνημονεύτων ετών” περιλαμβάνεται και το έλασσον, ήτοι η 30ετία (ΕφΠατρ 43/1904 Θ` ΙΣΤ` 124).
Ειδική διαδοχή
Η ειδική διαδοχή επί ακινήτου συστηνόταν μόνο με έγκυρη εν ζωή δικαιοπραξία, η οποία έπρεπε να είχε υποβληθεί τον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου κατά την ισχύουσα προ της εισαγωγής του ΑΚ διάταξη του άρθρου 45 του Κώδικα περί Χαρτοσήμου και με την οποία μεταβιβαζόταν το δικαίωμα του προκτήτορος επί του ακινήτου στον ειδικό διάδοχο. Η δικαιοπραξία αυτή, δηλαδή, αποτελούσε τον κατά νόμο σύνδεσμο μεταξύ του ήδη νομέα και των προκτητόρων για τον ως άνω υπολογισμό του χρόνου έκτακτης χρησικτησίας. Χωρίς τον ανωτέρω τύπο δεν υπήρχε ο απαιτούμενος σύνδεσμος και δεν μπορούσε να χωρήσει ο συνυπολογισμός (βλ. ΑΠ 497/1981, ΝοΒ 1982.53, ΑΠ 13/1980, ΝοΒ 1980.1133, ΠΠΑΘ. 2661/2010, ΠΠΑΘ. 1409/2010, ΝΟΜΟΣ, Απ. Γεωργιάδης στον ΑΚ Γεωργιάδη- Σταθόπουλου, άρθρο 1051 αρ. 9, Β. Βαθρακοκοίλης, ΕΡΝΟΜΑΚ, Τόμος Δ`, Ημίτομος Α`, 2007, άρθρο 1051 αρ. 15, Κ. Παπαδόπουλος, Αγωγές Εμπραγμάτου Δικαίου, Τόμος 1ος, 1989, σελ. 72).
Βάρος απόδειξης της κυριότητας του Δημοσίου
Από τις διατάξεις των άρθρων 1094, 1045, 1054 και 966 – 968 του ΑΚ, προκύπτει ότι ο ισχυρισμός ότι ορισμένο πράγμα είναι δημόσιο κτήμα ή ανεπίδεκτο χρησικτησίας συνιστά ένσταση του αντίδικου του επικαλούμενου κτήση κυριότητας με χρησικτησία που είναι διακωλυτική του επικαλούμενου με την αγωγή δικαιώματος κυριότητας του ενάγοντος στο επίδικο και πρέπει να προτείνεται από τον εναγόμενο, αφού ούτε από το δικαστήριο λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως και, όταν εναγόμενο είναι το Ελληνικό Δημόσιο, αυτό πρέπει να επικαλεστεί και, σε περίπτωση αμφισβήτησης, να αποδείξει, ότι το επίδικο ακίνητο είναι ανεπίδεκτο χρησικτησίας, διότι περιήλθε στην κυριότητά του με κάποιο νόμιμο τρόπο, τον οποίο πρέπει συγκεκριμένα να προσδιορίζει για να είναι ορισμένη η σχετική ένστασή του. Η απλή άρνηση από τον ενάγοντα της ένστασης ανεπίδεκτου χρησικτησίας του επίδικου, λόγω απόκτησης κυριότητας από το ίδιο, τον οποίο προβάλλει το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο δεν καθιστά την αγωγή αόριστη, αλλά υποχρεώνει αυτό (Ελληνικό Δημόσιο) σε απόδειξη των περιστατικών που θεμελιώνουν τη δική του κυριότητα στο επίδικο. Έτσι, αν το Ελληνικό Δημόσιο προβάλλει τον ισχυρισμό ότι το επίδικο αποτελεί δημόσια περιουσία και τεκμαίρεται ότι έχει επ’ αυτού κυριότητα, ο ενάγων μπορεί να αρκεστεί στην άρνηση της ιδιότητας του επίδικου ως δημόσιας περιουσίας, με απόκρουση του ισχυρισμού της κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου σ’ αυτό και στην περίπτωση υφιστάμενου τεκμηρίου κυριότητας βαρύνεται με την απόδειξη του αρνητικού του ισχυρισμού ότι το επίδικο δεν φέρει το χαρακτήρα δημόσιου κτήματος (ΑΠ 826/2018, ΑΠ 712/2015), και όταν δεν ισχύει το τεκμήριο κυριότητας καθένας αποδεικνύει το δικό του ισχυρισμό (ΑΠ 246/2023, ΑΠ 1776/2022, ΑΠ 1187/2022), και, συνεπώς, στην τελευταία περίπτωση, το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο φέρει όπως συνέπειες του μη σχηματισμού πλήρους δικανικής πεποίθησης ότι τα επίδικα ανήκαν στη κυριότητά του (ΑΠ 764/2023, ΑΠ 1935/2022, ΑΠ 284/2021). (341/2024 ΑΠ NOMOS, 1160/2025 ΑΠ NOMOS).
ΣΗΜΕΙΩΣΗ – ΠΡΟΣΟΧΗ
Καθίσταται επιτακτική η έρευνα ανά περιοχή της νομικής βάσης περιέλευσης στο Ελληνικό Δημόσιο των “εθνικών γαιών”, καθώς ο διαφορετικός χρόνος και τρόπος προσάρτησης των εδαφών που κατείχε η Οθωμανική Αυτοκρατορία στο νεοσυσταθέν ελληνικό κράτος, ενδέχεται να αποκλείουν την συμπλήρωση της τριακονταετίας προ της 11η/09/1915 και να καθιστούν επομένως αδύνατη την απόκτηση κυριότητας με χρησικτησία. (48/2024 Εφετείο Πειραιά NOMOS, 67/2024 Εφετείο Αιγαίου NOMOS, 21/2024 ΑΠ NOMOS, 874/2006 ΑΠ NOMOS, 1551/2023 AP ΝΟΜΟΣ).
Έλενα Ψαρρού
Δικηγόρος