Κυριότητα Ελληνικού Δημοσίου επί των δασών και των λιβαδιών στην Κρήτη
Με το άρθρο 2 § 3 του Ν. 147/1914, που εκδόθηκε κατ` εφαρμογή της με τον ν. ΔΣΙΓ` (4213) της 14/14-11-1913 κυρωθείσας Συνθήκης των Αθηνών περί Ειρήνης μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας, ορίστηκε ότι στις Νέες Χώρες, που διατελούσαν προηγουμένως υπό την άμεση κυριαρχία του Οθωμανικού Κράτους (Μακεδονία, Ήπειρος, Κρήτη, νήσοι του Αιγαίου) “εισάγεται εν γένει η Ελληνική αστική νομοθεσία, διατηρούνται όμως εν ισχύει αι περί γαιών διατάξεις του Οθωμανικού Νόμου αι ρυθμίζουσαι τα επ’ αυτών ιδιωτικής φύσεως δικαιώματα, των περί τούτων δικαιοπραξιών συντελουμένων εφεξής κατά τους ελληνικούς νόμους. Κατά τα λοιπά παραμένουν οι εν ταις προσαρτώμενες χώρες προϋπάρχοντες αστικοί νόμοι”. Ο με τον νόμο αυτό περιορισμός της ισχύος του Νόμου “περί γαιών” μόνο στις ρυθμίζουσες τα επ’ αυτών δικαιώματα ιδιωτικής φύσης, έχει την έννοια του αποκλεισμού των διατάξεων περί των δικαιωμάτων του Οθωμανικού Κράτους επί των δημόσιων γαιών, οι οποίες περιήλθαν πλέον στο Ελληνικό Δημόσιο, μετά την προσάρτηση των νέων χωρών στην ελληνική επικράτεια και, συνακόλουθα, όσον αφορά την Κρήτη μετά την 1-12-1913 , αφότου η νήσος ενώθηκε με την Ελλάδα.
Εξάλλου, όπως είναι ιστορικά γνωστό, στις 22-11-1897 με την Συνθήκη της Κωνσταντινούπολης η Κρήτη που κατεχόταν από τις Μεγάλες Δυνάμεις (Γαλλία, Βρετανία, Ιταλία, Ρωσία), αναγνωρίστηκε αυτόνομη, με την επικυριαρχία του Σουλτάνου και σχηματίστηκε Εθνική Κυβέρνηση στο νησί, κάτω από την υψηλή επιτροπεία του Πρίγκιπα Γεωργίου της Ελλάδος (1898). Κατά τη διάρκεια της αυτονομίας της και, συγκεκριμένα στις 23 Ιουλίου 1904, τέθηκε σε ισχύ ο Κρητικός Αστικός Κώδικας, η ισχύς του οποίου διατηρήθηκε, σύμφωνα με το άρθρο 2 του προαναφερθέντος ν. 147/1914 και μετά την ένωση της με την υπόλοιπη Ελλάδα (1-12-1913) και μέχρι την κατάργησή του, η οποία επήλθε, με βάση τα άρθρα 1, 5 αριθ. 3 του ΕισΝΑΚ και 1 παρ. 1 του ν.δ. της 7/10 Μαΐου 1946, στις 22 Φεβρουαρίου 1946, δεδομένου ότι από τις 23 Φεβρουαρίου 1946 άρχισε η ισχύς του Αστικού Κώδικα (ΑΠ 706/2023, ΑΠ 1541/2021, ΑΠ 591/2021, ΑΠ 1141/2019, ΑΠ 1706/2018, ΑΠ 555/2016).
Παρά δε την κατά τα ανωτέρω ενδιάμεση αυτονομία της Κρήτης και τη διατήρηση, δυνάμει του άρθρου 2§2 του ν. 147/1914, της ισχύος του Κρητικού Αστικού Κώδικα με τους εκεί αναφερόμενους περιορισμούς, το Ελληνικό Δημόσιο θεωρείται ότι κατέστη διάδοχο του Δημοσίου της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και όχι της Κρητικής Πολιτείας, όπως άλλωστε εν γένει συνέβη με την προσάρτηση των Νέων Χωρών στην Ελληνική Επικράτεια, με συνέπεια οι δημόσιες γαίες της Κρήτης να θεωρούνται ότι ανήκουν, κατ` αρχήν, στο Ελληνικό Δημόσιο (ΑΠ 706/2023, ΑΠ 503/2021, ΑΠ 1141/2019, ΑΠ 1139/2002, ΑΠ 572/2001). Τα παραπάνω δεν αναιρούνται από τη διάταξη του άρθρου 4 του από 3/4-10-1906 διατάγματος της Κρητικής Πολιτείας περί διαδοχής αυτής από το Ελληνικό Δημόσιο, σύμφωνα με το οποίο “Το Ελληνικόν Δημόσιον ως διάδοχο του Δημοσίου της Κρητικής Πολιτείας δωσιδικεί προσωρινώς κατά τους κείμενους Κρητικούς Νόμους”, καθώς το άρθρο αυτό αναφέρεται σε άλλα ζητήματα και όχι στο ζήτημα των εμπραγμάτων δικαιωμάτων επί ακινήτων, επί των οποίων, κατ` εφαρμογή των ως άνω ειδικών διατάξεων ως προς τις προαναφερόμενες δημόσιες γαίες, το Ελληνικό Δημόσιο θεωρείται διάδοχο του Τουρκικού Δημοσίου (ΑΠ 706/2023, ΑΠ 1644/2022, ΑΠ 1343/2015).
Με το άρθρο 3 του νόμου περί γαιών της 7ης Ραμαζάν 1274/1856, ρητώς οριζόταν ότι οι δημόσιες γαίες, στις οποίες περιλαμβάνονταν τα χωράφια, λειμώνες, χειμερινές και θερινές βοσκές, δάση και παραπλήσια, ανήκαν κατά κυριότητα (ρεκαμπέ) στο Οθωμανικό Κράτος, ενώ η εξουσίαση (“τεσσαρούφ”, “tassaruf”), δηλ. η χρήση και κάρπωση μπορούσε να παραχωρηθεί σε ιδιώτες από ειδικό υπάλληλο του Οθωμανικού Κτηματολογίου έναντι της καταβολής ορισμένου χρηματικού ποσού και την χορήγηση σχετικού έγγραφου τίτλου (αποδεικτικού και όχι συστατικού), ονομαζομένου ταπί (“tapu”), το οποίο έφερε το μονόγραμμα (“τουγρά”, “tugra”) του Σουλτάνου. Αντικείμενο δε της ως άνω εξουσίασης ήταν η αναφερόμενη στον τίτλο χρήση του εδάφους (ΑΠ 8/2024, ΑΠ 957/2023).[1]
Επιπλέον, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 1248 και 1614 του Οθωμανικού Αστικού Κώδικα, ο οποίος ίσχυσε στην Κρήτη μέχρι την εισαγωγή του Κρητικού Αστικού Κώδικα (1904), ο θεσμός της χρησικτησίας, δεν αναγνωρίζεται ως τρόπος κτήσης κυριότητας τόσο για τα ακίνητα καθαρής ιδιοκτησίας (μούλκια), όσο και για τις δημόσιες γαίες (αμρί – ρεζί). Επομένως ο χρόνος που διέδραμε στη διάρκεια ισχύος της Οθωμανικής νομοθεσίας δεν υπολογίζεται για την κτήση της κυριότητας με χρησικτησία. Ο Κρητικός όμως Κώδικας θέσπισε με τα άρθρα 1356 και 1357 αυτού, που συνιστούν διατάξεις διαχρονικού δικαίου, ειδική ρύθμιση, για τον υπολογισμό του χρόνου ο οποίος διέδραμε πριν από την ισχύ του. Η πρώτη διάταξη ορίζει ότι ο χρόνος που ορίζεται από τον παρόντα νόμο για την απόκτηση κυριότητας με χρησικτησία αρχίζει, αφότου υπήρξαν όλα τα προσόντα, τα οποία απαιτούνται από το νόμο για τη χρησικτησία και ότι εάν κατά την έναρξη ισχύος αυτού είναι συμπληρωμένος ο χρόνος της χρησικτησίας ή υπολείπεται για τη συμπλήρωση του χρονικό διάστημα, που είναι μικρότερο της πενταετίας, η κυριότητα δεν αποκτάται πριν περάσουν πέντε έτη από την ισχύ του νόμου, ενώ η δεύτερη διάταξη ορίζει ότι η κατά το άρθρο 295 εικοσαετής νομή, η οποία απαιτείται για την απόκτηση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, υπολογίζεται από την ημέρα κατά την οποία άρχισε, εάν εξακολουθεί κατά την έναρξη της ισχύος του παρόντος νόμου. Επιπλέον δε, κατά το άρθρο 293 του ΚρητΑΚ «Ο καλή τη πίστει αποκτήσας ακίνητο δυνάμει τίτλου, κατά τους νομίμους τύπους συντεταγμένου και προσηκόντως μεταγεγραμμένου, γίνεται κύριος αυτού δια δεκαετούς συνεχούς νομής από της χρονολογίας της μεταγραφής» και κατά το άρθρο 294 αυτού «Καλή πίστει νομεύς είναι ο αγνοών, ότι απέκτησε το πράγμα παρά μη αληθούς κυρίου. Επί χρησικτησίας αρκεί η εν αρχή της νομής καλή πίστις.». Εξ ετέρου από τις διατάξεις των άρθρων 298 και 299 του ίδιου κώδικα, προκύπτει ότι για την έκτακτη χρησικτησία ο καθολικός ή ειδικός διάδοχος προσμετρά προς συμπλήρωση του χρόνου αυτής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του.
Περαιτέρω, από τα άρθρα 198, 199 και 202 του εν λόγω κώδικα προκύπτει ότι τα κτήματα της επικράτειας διακρίνονται σε δημόσια, τα οποία είναι αναπαλλοτρίωτα και σε ανήκοντα στην περιουσία του κράτους, τα οποία υπόκεινται σε απαλλοτρίωση και για τα οποία ρητά ορίζεται με το άρθρο 302 του ίδιου κώδικα ότι υπόκεινται στους ορισμούς περί χρησικτησίας. Δημόσια κτήματα είναι μόνο εκείνα που αναφέρονται στο άρθρο 199 και στα οποία δεν περιλαμβάνονται τα δάση ή οι δασικές εκτάσεις, ούτε οι χορτολιβαδικές εκτάσεις, ενώ κατά το επόμενο άρθρο 200 όλα τα υπόλοιπα ανήκουν στην περιουσία του κράτους και επομένως υπάγονται στο νομικό καθεστώς περί αυτών. Το τελευταίο άρθρο (302), καταργήθηκε σιωπηρά από το άρθρο 21 του Ν. Δ/τος της 22-4/16.5.1926 “περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης κλπ”, με το οποίο εξαιρέθηκαν της χρησικτησίας τα δημόσια κτήματα για το μέλλον, εφόσον μέχρι την έναρξη ισχύος του δεν είχε συμπληρωθεί ο χρόνος της χρησικτησίας. Η συμπλήρωση όμως της χρησικτησίας εμποδιζόταν από της ισχύος του Ν. ΔΞΗ/1912 και των σε εφαρμογή αυτού εκδοθέντων Δ/των, με τα οποία ανεστάλη κάθε προθεσμία και κάθε παραγραφή επί αστικών διαφορών και τα οποία ίσχυσαν στην Κρήτη από 11.5.1915 (που ενώθηκε με την Ελλάδα).
Επιπλέον, επί των κειμένων στην Κρήτη Δασών, δεν μπορεί να έχει εφαρμογή το, υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου, τεκμήριο κυριότητας, που θεσπίστηκε από το β.δ. της 16-11-1836 “περί ιδιωτικών δασών”, με το άρθρο 1 σε συνδυασμό προς τα άρθρα 2 και 3 του οποίου αναγνωρίστηκε η κυριότητα του Δημοσίου επί των αποτελουσών δάση εκτάσεων, από την έναρξη της ισχύος του, με εξαίρεση τα δάση, τα οποία προ της ενάρξεως του απελευθερωτικού αγώνα ανήκουν σε ιδιώτες βάσει εγγράφου αποδείξεως της Τουρκικής Αρχής, ή σε ιδιωτικά χωριά, των οποίων οι τίτλοι ιδιοκτησίας θα αναγνωρίζονταν από την επί των Οικονομικών Γραμματεία, στην οποία έπρεπε να υποβληθούν εντός του έτους από τη δημοσίευση του β.δ. αυτού. Τούτο άλλωστε καθιερώθηκε νομοθετικώς με το άρθρο 62 παρ. 1 εδαφ. β` του Ν. 998/1979, όπως ισχύει, “Περί προστασίας των δασών και των δασικών εν γένει εκτάσεων της χώρας”, στο οποίο ορίζεται ότι το, κατά την § 1 εδ. α` του ίδιου άρθρου, τεκμήριο κυριότητας υπέρ του δημοσίου επί των δασών και εν γένει δασικών εκτάσεων “δεν ισχύει στις περιφέρειες των Πρωτοδικείων των Ιονίων Νήσων, της Κρήτης, των Νομών Λέσβου, Σάμου, Χίου και Κυκλάδων, των νήσων Κυθήρων, Αντικυθήρων, της Δωδεκανήσου, πλην των νήσω όπου ισχύει ο κτηματολογικός κανονισμός, καθώς και της περιοχής της Μάνης, όπως αυτή ορίζεται από τα διοικητικά όρια των Καλλικρατικών Δήμων Ανατολικής και Δυτικής Μάνης (ΑΠ 11/2019). Με τη διάταξη αυτή καθιερώθηκε νομοθετικώς η μόνη και ορθή ερμηνευτική άποψη για τη νομική θέση των δασών στις άνω περιοχές, κατά την οποία το Ελληνικό Δημόσιο δεν έχει δικαίωμα στα δάση αυτών των περιοχών και δεν ισχύει στην περίπτωση αυτή το τεκμήριο κυριότητας του δημοσίου επί των δασών που προβλέπεται στο από 17-11-1836 β.δ. “περί ιδιωτικών δασών”, με αποτέλεσμα, προκειμένου περί δασών που βρίσκονται στην Κρήτη, μόνη η επίκληση από το δημόσιο και απόδειξη της δασικής μορφής της διεκδικούμενης έκτασης να μην αρκεί για τη θεμελίωση του δικαιώματος κυριότητάς του σ` αυτήν, αλλά (να) πρέπει το δημόσιο σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση να επικαλείται και να αποδεικνύει ότι έγινε κύριο με οποιονδήποτε από τους τρόπους οι οποίοι προβλέπονται από τον τον Αστικό Κώδικα, ή τυχόν ειδικούς νόμους (Α.Π 341/2024, ΑΠ 1163/2022, ΑΠ 908/2023, ΑΠ 881/2022). (ΑΠ 2070/2025 NOMOS, 1242/2025 ΑΠ (NOMOS)).
Από το σύνολο των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι, από το χρόνο που τέθηκε σε ισχύ ο ΚρητΑΚ (23-7-1904), επί γαιών που είχαν το χαρακτήρα δημόσιας γαίας του οθωμανικού δικαίου, μεταξύ των οποίων δάση, χορτολιβαδικές εκτάσεις κλπ. και αποτελούσαν κτήματα ανήκοντα στην απαλλοτριωτή περιουσία του Κράτους και όχι στην αναπαλλοτρίωτη, ήταν δυνατή η κτήση κυριότητας με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία, εφόσον η χρησικτησία συμπληρωνόταν το αργότερο έως τις 11-9-1915, με συνυπολογισμό, προκειμένου περί έκτακτης χρησικτησίας, έως δεκαπέντε (15) ετών, το πολύ, νομής πριν από τον χρόνο έναρξης ισχύος του ΚρητΑΚ (23-7-1904),δηλ. με χρόνο έναρξης νομής το αργότερο το 1889 και συμπλήρωση εικοσαετούς νομής το νωρίτερο το 1909, προκειμένου δε περί τακτικής χρησικτησίας, με συνυπολογισμό έως πέντε (5) ετών, το πολύ, νομής με τα λοιπά αυτής προσόντα (τίτλος, μεταγραφή, καλή πίστη), πριν από το χρόνο έναρξης ισχύος του ΚρητΑΚ, δηλ. με χρόνο έναρξης νομής το αργότερο το 1899 και συμπλήρωση δεκαετούς νομής το νωρίτερο το 1909 (ΑΠ 1541/2021, ΑΠ 1345/2015).
Τέλος, κατά την διάταξη του άρθρου 51 του ΕισΝΑΚ, η απόκτηση κυριότητας ή άλλου εμπράγματου δικαιώματος πριν από την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα κρίνεται κατά το δίκαιο που ίσχυε όταν έγιναν τα πραγματικά γεγονότα για την απόκτησή τους. (384/2025 ΑΠ (NOMOS), 2070/2025 ΑΠ (NOMOS), 1579/2025 ΑΠ (NOMOS), 282/2021 ΑΠ (NOMOS)).
Έλενα Ψαρρού
Δικηγόρος
info@efotopoulou.gr
[1] 2070/2025 ΑΠ (NOMOS)