Πειθαρχική Δικαιοδοσία επί των μόνιμων υπαλλήλων των Ιερών Μητροπόλεων σύμφωνα με τον Κανονισμό υπ’ αριθμ. 5/1978 της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος «περί Κώδικος Εκκλησιαστικών Υπαλλήλων»
Οι μόνιμοι, επί θητεία και μετακλητοί υπάλληλοι των Ιερών Μητροπόλεων υπάγονται στις διατάξεις του Κανονισμού υπ’ αριθμ. 5/1978 της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος “περί Κώδικος Εκκλησιαστικών Υπαλλήλων” (ΦΕΚ υπ’ αριθμ. 48/1978, τεύχος Α΄ και διόρθωση ημαρτημένων στα ΦΕΚ υπ’ αριθμ. 62/1978 και 126/1978, τεύχος Α΄) σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 1 και 2 του εν λόγω Κανονισμού, ο οποίος εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 42 παρ. 2 του Ν. 590/1977 “Περί Καταστατικού Χάρτου της Εκκλησίας της Ελλάδος” (Α΄ 146) και διατηρήθηκε σε ισχύ, ως ειδικό δίκαιο που διέπει την υπηρεσιακή κατάσταση των υπαλλήλων των εκκλησιαστικών προσώπων δημοσίου δικαίου, ακόμη και μετά την θέση σε ισχύ του νέου Υπαλληλικού Κώδικα που κυρώθηκε με τον Ν. 2683/1999 (βλ. άρθρο 2 παρ. 1 και 2 του νέου Υ.Κ., Α 19).
Ειδικότερα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 2, 2 παρ. 2, 92, 93 παρ. 1 περίπτ. ε΄ και 4, 101 περίπτ. β΄ και 107 παρ. 1 και 2 του Κανονισμού υπ’ αριθμ. 5/1978 της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος οι μόνιμοι υπάλληλοι των Ιερών Μητροπόλεων, υπάγονται στην δικαιοδοσία υπηρεσιακών συμβουλίων, τα οποία λειτουργούν και ως πρωτοβάθμια πειθαρχικά συμβούλια για τον έλεγχο των πειθαρχικών παραπτωμάτων των εκκλησιαστικών υπαλλήλων και έχουν την εξουσία να επιβάλλουν πάσα προβλεπομένη από τον ίδιο Κανονισμό πειθαρχική ποινή μέχρι και αυτή της οριστικής παύσεως. Οι αποφάσεις των εν λόγω πειθαρχικών συμβουλίων υπόκεινται σε έφεση ενώπιον δευτεροβαθμίου πειθαρχικού οργάνου σύμφωνα με το άρθρο 124 του Κανονισμού υπ` αριθμ. 5/1978 της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος. Συγκεκριμένα, οι αποφάσεις των πειθαρχικών συμβουλίων υπόκεινται σε έφεση ενώπιον του Ανώτατου Υπηρεσιακού Συμβουλίου εντός προθεσμίας 15 ημερών από την κοινοποίηση της αποφάσεως στον τιμωρηθέντα. Η έφεση αλλά και η προθεσμία αυτής αναστέλλουν την εκτέλεση της πειθαρχικής αποφάσεως. Η μη υποκείμενη σε έφεση οριστική απόφαση είναι υποχρεωτικώς εκτελεστή (άρθρο 126 του Κώδικα Εκκλησιαστικών Υπαλλήλων).
Και, τέλος, μετά την εξάντληση της ως άνω διαδικασίας, ο τιμωρηθείς με την πειθαρχική ποινή της οριστικής παύσεως μόνιμος υπάλληλος Ιεράς Μητροπόλεως έχει δικαίωμα ασκήσεως προσφυγής ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας σύμφωνα με το άρθρο 103 παρ. 4 και 6 του Συντάγματος (βλ. σχετ. ΣτΕ 1557/2005, δημ. ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, 131/2014).
Το Συμβούλιο της Επικρατείας, δικάζον επί προσφυγής, κατ` άρθρο 43 του Π.Δ. 18/1989 εξετάζει την υπόθεση, εξ υπαρχής, κατά τον νόμο και την ουσία δηλαδή δεν περιορίζεται σε άσκηση ακυρωτικού απλώς ελέγχου, αλλά δύναται ακόμη να προβεί και σε συμπλήρωση του αποδεικτικού υλικού και αποφαίνεται μετά από νέα αξιολόγηση αυτού εκτιμώντας και τις συνθήκες υπό τις οποίας ετελέσθη το πειθαρχικό παράπτωμα κατ` ιδίαν κρίσιν, τόσον ως προς την στοιχειοθέτησή του δηλαδή την συνδρομή της αντικειμενικής και υποκειμενικής υποστάσεώς του. Τέλος, δε αποφασίζει και ως προς την επιμέτρηση της επιβλητέας ποινής (βλ. ΣτΕ : 5213/87, 4760/87, 2158/87, 2828/87, 1092/87, 3971/1996 κ.α.). Δηλαδή, το Συμβούλιο της Επικρατείας όταν επιλαμβάνεται της εκδίκασης προσφυγής ουσίας δικάζει την πειθαρχική υπόθεση κατά το νόμο και την ουσία. Συνεπώς, αλυσιτελώς προβάλλονται, λόγοι περί πλημμελούς αιτιολογίας της πειθαρχικής απόφασης και κακής χρήσης της διακριτικής εξουσίας από το πειθαρχικό συμβούλιο (βλ. ΣτΕ 2335/2004, 1517/2003, κ.α.).
Μαρία Τζαβέλα
Δικηγόρος, LL.M.
E-mail: info@efotopoulou.gr