Διεθνής δικαιοδοσία των ελληνικών δικαστηρίων σε υποθέσεις διαζυγίου και γονικής μέριμνας
Σύμφωνα με το άρθρο 3 §1 του ΚΠολΔ, στην δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων υπάγονται έλληνες και αλλοδαποί, εφόσον υπάρχει αρμοδιότητα ελληνικού δικαστηρίου.
Επίσης, σύμφωνα με το άρθρο 612 § 1 του ΚΠολΔ, ορίζεται ότι τα Ελληνικά Δικαστήρια έχουν δικαιοδοσία να εκδικάζουν τις γαμικές διαφορές εκ του άρθρου 592 §1 ΚΠολΔ, αν ο ένας από τους συζύγους είναι Έλληνας και αν ακόμη δεν έχει ούτε κατοικία ή διαμονή στην Ελλάδα ή αν ήταν κατά την τέλεση του γάμου Ελληνας και απέβαλε λόγω του γάμου του την Ελληνική ιθαγένεια (βλ. ΕφΑθ 8047/1990 Δνη 1992.173, ΕφΑθ 5757/1980 ΑρχΝ 1981. 43-44). Τέλος, κατά το άρθρο 16 του ΑΚ, το διαζύγιο και ο δικαστικός χωρισμός ρυθμίζονται από το δίκαιο που διέπει τις προσωπικές σχέσεις των συζύγων κατά την έναρξη της διαδικασίας του διαζυγίου ή του χωρισμού, κατά δε το άρθρο 14 του ιδίου κώδικα, οι προσωπικές σχέσεις των συζύγων ρυθμίζονται κατά σειρά: 1) από το δίκαιο της τελευταίας κατά την διάρκεια του γάμου κοινής ιθαγένειας, εφόσον ο ένας τη διατηρεί, 2) από το δίκαιο της τελευταίας κατά την διάρκεια του γάμου συνήθους διαμονής τους και 3) από το δίκαιο προς το οποίο οι σύζυγοι συνδέονται στενότερα (ΕφΑθ 8047/1990).
Περαιτέρω, στο άρθρο 2 παρ.1 στοιχείο (α) του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1347/2000 του Συμβουλίου της 29ης Μαίου 2000 “περί της διεθνούς δικαιοδοσίας, αναγνώρισης και εκτέλεσης αποφάσεων σε γαμικές διαφορές και διαφορές γονικής μέριμνας έναντι των κοινών τέκνων των συζύγων” (γνωστού ως “Bρυξέλλες ΙΙ”), ορίζεται ότι “διεθνή δικαιοδοσία σε θέματα Διαζυγίου … έχουν τα δικαστήρια του κράτους μέλους, στο έδαφος του οποίου ευρίσκεται [διαζευκτικώς και ισοδυνάμως]:
Ι) η συνήθης διαμονή των συζύγων ή
ΙΙ) η τελευταία συνήθης διαμονή των συζύγων στο μέτρο που ένας των συζύγων έχει ακόμα αυτή τη διαμονή ή
ΙΙΙ) η συνήθης διαμονή του εναγομένου ή
IV) σε περίπτωση κοινής αιτήσεως, η συνήθης διαμονή του ενός ή του άλλου των συζύγων ή
V) η συνήθης διαμονή του ενάγοντος, εάν είχε αυτή τη διαμονή επί τουλάχιστον ένα χρόνο αμέσως πριν από την αγωγή ή
VI) η συνήθης διαμονή του ενάγοντος, εάν είχε αυτή τη διαμονή επί
τουλάχιστον έξι μήνες αμέσως πριν από την κατάθεση της αγωγής και εάν είναι υπήκοος του εν λόγω κράτους μέλους …”.
Με τις διατάξεις αυτές [οι οποίες δεν έχουν μεταβληθεί με τον Κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 2201/2003 του Συμβουλίου της 27ης Νοεμβρίου 2003, που ρύθμισε τα ίδια ζητήματα, κατάργησε τον Κανονισμό 1347/2000 και άρχισε να εφαρμόζεται από 1-3-2005] εισάγεται παρέκκλιση από τη διάταξη του άρθρου 612 παρ. 1 ΚΠολΔ, η οποία υποχωρεί έναντι του κοινοτικού δικαίου (βλ. Ε. Kιουπτσίδου), Διεθνής δικαιοδοσία, αναγνώριση και εκτέλεση των αποφάσεων στις γαμικές διαφορές βάσει του Κανονισμού 1347/2000, Αρμ 2001 [55].1650 επ.). Έτσι, η ελληνική ιθαγένεια του ενός από τους συζύγους δεν είναι πλέον επαρκές κριτήριο για τη θεμελίωση της διεθνούς δικαιοδοσίας των ημεδαπών δικαστηρίων ως προς τον άλλο σύζυγο, που συμβαίνει να είναι αλλοδαπός και να έχει τη συνήθη διαμονή του σε ένα άλλο κράτος μέλος. Προκειμένου να εναχθεί ο άλλος σύζυγος ενώπιον των ελληνικών δικαστηρίων, εφόσον δεν συντρέχει κάποια από τις δικαιοδοτικές βάσεις που αναφέρονται παραπάνω με αριθμό Ι) έως IV), θα πρέπει ο ενάγων σύζυγος να επικαλεσθεί και να αποδείξει είτε ότι είχε τη συνήθη διαμονή του στην Ελλάδα κατά το χρονικό διάστημα τουλάχιστον ενός έτους αμέσως πριν από την κατάθεση της αγωγής είτε ότι είναι έλληνας υπήκοος και είχε τη συνήθη διαμονή του στην Ελλάδα κατά το χρονικό διάστημα τουλάχιστον έξι μηνών αμέσως πριν από την κατάθεση της αγωγής [πρόκειται για τα κριτήρια που αναφέρονται παραπάνω με αριθμό V) και VI)]. Η ρύθμιση αυτή, σε αντίθεση προς το γενικό κριτήριο καθορισμού της δικαιοδοσίας με βάση τη συνήθη διαμονή του εναγομένου, εισάγει εύνοια ως προς τον ενάγοντα. Η εύνοια δικαιολογείται από το γεγονός που εμφανίζεται συχνά σε γάμους μεταξύ προσώπων διαφορετικής υπηκοότητας, όπου, μετά τη διακοπή της έγγαμης συμβίωσης και την κατάργηση της κοινής διαμονής, ο ένας από τους συζύγους μεταβαίνει σε κάποια άλλη χώρα ή επιστρέφει στα όρια της χώρας, από την οποία κατάγεται. Σε μια τέτοια περίπτωση, θεωρείται εύλογο το να δοθεί στο σύζυγο αυτό η δυνατότητα εναγωγής του ετέρου ενώπιον των δικαστηρίων του κράτους, στο οποίο έχει μεταβεί ή του οποίου είναι υπήκοος, με την προϋπόθεση ότι η εγκατάστασή του στο κράτος αυτό έχει τα στοιχεία της συνήθους διαμονής και εμφανίζει μια ελάχιστη χρονική διάρκεια. Ως συνήθης διαμονή νοείται ο τόπος, όπου το πρόσωπο έχει ορίσει με σταθερό τρόπο, το μόνιμο ή σύνηθες κέντρο των ενδιαφερόντων του. Για τον προσδιορισμό του τόπου αυτού πρέπει να συνεκτιμώνται όλα τα πραγματικά στοιχεία που συντρέχουν στη συγκεκριμένη περίπτωση και μπορούν να θεωρηθούν ως συστατικά της δημιουργίας συνήθως διαμονής (βλ. Αλεγκρία Μπορράς, Εισηγητική έκθεση “της σύμβασης που καταρτίσθηκε βάσει του άρθρου Κ.3 της συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ενωση, σχετικά με τη διεθνή δικαιοδοσία και την αναγνώριση και εκτέλεση αποφάσεων σε γαμικές διαφορές” αριθ. 32, στην ΕπίσΕφημΕυρΚοιν της 16-7-1998, C221/27 επ. και C221/38, Χ. Ταγαρά, Η συμβολή της κοινοτικής έννομης τάξης στην ενοποίηση του οικογενειακού διεθνούς δικαίου [2001] αριθ. 229 και 231, σελ. 125 επ.). Και αντίστροφα, δεν είναι νοητή η δημιουργία [νέας] συνήθους διαμονής στον τόπο μεταβάσεως ή καταγωγής, όταν ο σύνδεσμος με τον τόπο αυτό εξακολουθεί να παραμένει ευκαιριακός και δεν ενέχει πρόθεση καταργήσεως της προηγούμενης συνήθους διαμονής.
Μαρία Τζαβέλα
Δικηγόρος, LL.M.
E-mail: info@efotopoulou.gr