Η παραγραφή στον αστικό κώδικα
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 247 ΑΚ το δικαίωμα να απαιτήσει κάποιος από άλλον μια πράξη ή μια παράλειψη (αξίωση) παραγράφεται. Σύμφωνα δε με τη διάταξη του άρθρου 272 ΑΚ, «όταν συμπληρωθεί η παραγραφή, ο υπόχρεος έχει δικαίωμα να αρνηθεί την παροχή. Ό,τι καταβλήθηκε χωρίς γνώση τη παραγραφής δεν αναζητείται. Έγγραφη συμβατική αναγνώριση αξίωσης που έχει παραγραφεί, καθώς και η παροχή ασφάλειας είναι έγκυρες αν έγιναν χωρίς γνώση της παραγραφής». Από τις ως άνω διατάξεις προκύπτει ότι παραγραφή είναι ο θεσμός του δικαίου, σύμφωνα με τον οποίο μια αξίωση παύει να είναι δικαστικά επιδιώξιμη, επειδή ο δικαιούχος παρέλειψε να την ασκήσει εντός ορισμένου χρονικού διαστήματος που ορίζεται από το νόμο. Με τη συμπλήρωση του χρόνου παραγραφής δεν αποσβήνεται η αξίωση, η οποία εξακολουθεί να υφίσταται ως ατελής ή φυσική ενοχή, αλλά ο οφειλέτης μπορεί να αντιτάξει εναντίον της ανατρεπτική ένσταση και να αρνηθεί την παροχή. Έτσι, δεν αποσβήνεται η αξίωση δια της παραγραφής ούτε χάνει το εναγώγιμό της. Μπορεί μάλιστα η απαίτηση εγκύρως να εκπληρωθεί. Η διατήρηση του δικαιώματος εκδηλώνεται με τους ακόλουθους τρόπους: α) ό,τι καταβλήθηκε, ακόμα και χωρίς γνώση της παραγραφής, δεν αναζητείται με την αγωγή του αδικαιολόγητου πλουτισμού, β’) έγγραφη συμβατική αναγνώριση αξίωσης που έχει παραγραφεί καθώς και η παροχή ασφάλειας είναι έγκυρες, ακόμα και αν έγιναν χωρίς γνώση της παραγραφής, γ) η παραγεγραμμένη αξίωση είναι δυνατό να αντιταχθεί σε συμψηφισμό με τις προϋποθέσεις του άρθρου 443 ΑΚ, δ’) είναι δυνατή η κατ’ ένσταση άσκηση της παραγεγραμμένης αξίωσης κατ’ άρθρο 273 ΑΚ και ε) εφόσον η αξίωση εξακολουθεί να υπάρχει, η παραγραφή δεν στερεί το έννομο συμφέρον για την άσκηση αναγνωριστικής αγωγής (ΑΠ 1450/1988 ΕλΔ 31, σελ. 329, ΕφΑΘ 5241/2003 ΕλΔ 45, σελ. 588, ΕφΑΘ 888/2002 ΕλΔ 45, σελ. 248, Ατι. Γεωργιάδη: Γενικές Αρχές Αστικού Δικαίου, δεύτερη έκδοση, σελ. 249 επ. Κων. Σημαντήρα: Γενικές Αρχές Αστικού Δικαίου, εκδ. 1980, σελ. 710, Ποδηματά: Δεδικασμένο, Αντικειμενικά όρια ιδίως επί ενστάσεων, έκδ. 1995, σελ. 172-173). Η δε ένσταση της παραγραφής θεωρείται γνήσια, ανατρεπτική και αυτοτελής, δηλαδή δεν εξαρτάται από άλλο ουσιαστικό δικαίωμα, αλλά προϋποθέτει απλώς τη συνδρομή ορισμένων πραγματικών γεγονότων και ασκείται βασικώς με την οδό της ενστάσεως (Κεραμέας/Κονδύλης/Νίκας: Ερμηνεία του ΚΠολΔ, στο άρθρο 262, αριθ. 2-6). Είναι όμως δυνατή η άσκηση αναγνωριστικής αγωγής, εφόσον θεμελιώνεται σχετικό έννομο συμφέρον του ενάγοντος για την διάγνωση της συνδρομής των προϋποθέσεων ορισμένης ενστάσεως και συνεπώς για την διαπίστωση της οριστικής ή προσωρινής παράλυσης του θιγομένου με αυτή δικαιώματος. Το έννομο συμφέρον του ενάγοντος θα θεμελιώνεται, όταν ο φορέας του εν λόγω αντιπάλου δικαιώματος αμφισβητεί την βασιμότητα της ενστάσεως και επομένως την αδρανοποίηση του δικαιώματος αυτού, όπως π.χ. όταν αμφισβητείται αν ορισμένο χρέος έχει παραγραφεί (Μητσόπουλου: Αναγνωριστική αγωγή, σελ. 135, Ποδηματά: ό.π. σελ. 222-223).
Ελένη Κλουκινιώτη
info@efotopoulou.gr