Επικουρική βάση αδικαιολόγητου πλουτισμού. Πότε είναι νομικά βάσιμη και πότε όχι
Η από το άρθρο 904 του ΑΚ αγωγή του αδικαιολογήτου πλουτισμού είναι επιβοηθητικής, ουσιαστικά, φύσης και μπορεί να ασκηθεί μόνον όταν λείπουν οι προϋποθέσεις της αγωγής από τη σύμβαση ή την αδικοπραξία, εκτός αν θεμελιώνεται σε πραγματικά περιστατικά διαφορετικά ή πρόσθετα από εκείνα, στα οποία στηρίζεται η αγωγή από τη σύμβαση ή την αδικοπραξία. Δε συγχωρείται δηλαδή, έστω και επικουρικώς δικονομικά ασκούμενη, εφόσον στηρίζεται στα ίδια πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίζεται και η αγωγή από τη σύμβαση η την αδικοπραξία (ΑΠ 104/2003, ΕλλΔνη 2003, σελ. 983). Έτσι, εάν η αγωγή στηρίζεται στα ίδια πραγματικά περιστατικά, στα οποία θεμελιώνεται η αγωγή από σύμβαση ή αδικοπραξία, είναι νομικά αβάσιμη, γιατί, αφού υπάρχει σύμβαση ή αδικοπραξία, ο ενάγων δύναται να ασκήσει τις αξιώσεις του από αυτές και δεν μπορεί να προσφύγει στην επικουρική αγωγή του αδικαιολογήτου πλουτισμού (ΑΠ 222/2003, ΕλλΔνη 2004, σελ. 475, ΑΠ 712/2001, ΕλλΔνη 43, σελ. 762) (2413/2010 ΠΠρΑθ).
Όπως έχει κριθεί και από την υπ’ αριθ. 2413/2010 ΠΠρΑθ η επικουρική βάση της αγωγής, με την οποία ο ενάγων επικαλείται την εφαρμογή των διατάξεων περί αδικαιολόγητου πλουτισμού, είναι μη νόμιμη, συμφωνά με όσα αναφέρονται στη μείζονα σκέψη της παρούσας, αφού εν προκειμένω δεν ελλείπουν οι προϋποθέσεις άσκησης αγωγής από την αδικοπραξία, ο δε ενάγων δεν αναφέρει πραγματικά περιστατικά πρόσθετα ή διαφορετικά από εκείνα στα οποία θεμελιώνεται η αγωγή και πρέπει επομένως να απορριφθεί.
Λένα Πολύζου
Δικηγόρος
Email: info@efotopoulou.gr