Αποτελεί η απόφαση ασφαλιστικών μέτρων «δικαστική απόφαση» που παράγει υποχρέωση συμμόρφωσης της Διοίκησης υπό την έννοια του άρθρου 1 του Ν. 3068/2002;
Κατά το άρθρο 1 του ν. 3068/2002, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 20 του ν. 3301/2004 και με την παρ. 3 του άρθρου 4Ε του ν. 3388/2005, το Δημόσιο, οι οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης και τα λοιπά νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου έχουν υποχρέωση να συμμορφώνονται χωρίς καθυστέρηση προς τις δικαστικές αποφάσεις και να προβαίνουν σε όλες τις ενέργειες που επιβάλλονται για την εκπλήρωση της υποχρέωσης αυτής και για την εκτέλεση των αποφάσεων, η αρμοδιότητα δε για τη λήψη των προβλεπόμενων στο άρθρο 3 του ίδιου νόμου μέτρων για τη συμμόρφωση της διοίκησης προς τις δικαστικές αποφάσεις ανατίθεται στο Τριμελές Συμβούλιο που προβλέπεται στο άρθρο 2 παρ. 1 του αυτού νόμου.
Ως «δικαστική απόφαση» (που υπόκειται στη διαδικασία του νόμου) νοείται η οριστική καταψηφιστική απόφαση, που έχει εκδοθεί κατά την τακτική ή κάποια ειδική διαδικασία και επιλύει οριστικά τη διαφορά, κατέστη δε τελεσίδικη, παρέχουσα κατά το άρθρο 904 παρ. 1, 2α του ΚΠολΔ δυνατότητα αναγκαστικής εκτέλεσης και παράγουσα αντίστοιχη υποχρέωση συμμόρφωσης. Τέτοια απόφαση δεν είναι εκείνη που έχει απλώς αναγνωριστικό χαρακτήρα και δίδει τη βάση για ικανοποίηση άλλων αξιώσεων του αιτούντος, διότι στο διατακτικό της δεν περιέχει καταψηφιστική διάταξη και δεν μπορεί να αποτελέσει κατά το νόμο τίτλο εκτελεστό, παρά μόνο ως προς τη δικαστική δαπάνη. Περαιτέρω, σύμφωνα με τον Άρειο Πάγο, τέτοια απόφαση δεν είναι εκείνη με την οποία λαμβάνονται ασφαλιστικά μέτρα και επιδικάζεται προσωρινά η απαίτηση ή ρυθμίζεται προσωρινά η κατάσταση, η οποία (απόφαση ασφαλιστικών μέτρων) από τη φύση της έχει χαρακτήρα προσωρινό, ενώ η διαδικασία του νόμου δεν έχει σχέση με προσωρινότητα, ούτε γίνεται λόγος στο νόμο για δικαστικές αποφάσεις με «προσωρινή εκτελεστότητα». Αντίθετα από τις κυρώσεις που προβλέπονται στο νόμο και έχουν χαρακτήρα οριστικό, προκύπτει ότι αυτές προϋποθέτουν μη συμμόρφωση σε οριστική δικαστική απόφαση, με την οποία ικανοποιείται το δικαίωμα και η οποία δεν έχει προσωρινό χαρακτήρα (βλ. ΑΠ 3/2006, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ και αντίθετα στην γνωμοδότηση του ΝΣΚ 61/2012).
Το ίδιο ισχύει και μετά την προσθήκη στο άρθρο 1 του νόμου (ν. 3068/2002), με το άρθρο 20 του ν. 3301/2004 και άλλης διάταξης, κατά την οποία, “δεν είναι δικαστικές αποφάσεις, κατά την έννοια του παρόντος και δεν εκτελούνται οι εκτελεστοί τίτλοι που αναφέρονται στις περιπτώσεις των εδαφίων γ` έως ζ` της παρ. 2 του άρθρου 904 Κ.Πολ.Δ., πλην των κηρυχθεισών εκτελεστών αλλοδαπών δικαστικών αποφάσεων”.
Με τη διάταξη άλλωστε αυτή (του άρθρου 20 του ν. 3301/2004), σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 904 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., δεν καθορίσθηκαν οι δικαστικές αποφάσεις που υπάγονται στη διαδικασία του ν. 3068/2002, αλλά οι εκτελεστοί τίτλοι που δεν είναι δικαστικές αποφάσεις, κατά την έννοια του νόμου και δεν υπάγονται στη διαδικασία αυτή, δηλαδή, [… γ`) πρακτικά δικαστηρίων που περιέχουν συμβιβασμό, δ`) συμβολαιογραφικά έγγραφα, ε`) διαταγές πληρωμής και απόδοσης χρήσεως μίσθιου ακινήτου, στ`) αλλοδαποί τίτλοι και ζ`) διαταγές και πράξεις που αναγνωρίζονται από το νόμο ως τίτλοι εκτελεστοί …]. Δεν εξαιρέθηκαν δηλαδή με την αναφερόμενη διάταξη από τη διαδικασία του νόμου, οι δικαστικές αποφάσεις με τις οποίες λαμβάνονται ασφαλιστικά μέτρα, ούτε όμως και προβλέπεται, ότι οι δικαστικές αυτές αποφάσεις υπάγονται στη διαδικασία του νόμου ή ότι αποτελούν δικαστικές αποφάσεις, κατά την έννοια του νόμου που αναφέρθηκε.
Οι δικαστικές πάντως αποφάσεις, με τις οποίες λαμβάνονται ασφαλιστικά μέτρα, προσιδιάζουν κατά το πλείστον από τη φύση και το χαρακτήρα τους, με τις “διαταγές και πράξεις” της περιπτώσεως ζ` της παρ. 2 του άρθρου 904 του Κ.Πολ.Δ. (που έχουν εξαιρεθεί από τη διαδικασία του νόμου).
Ειδικότερα, οι αποφάσεις με τις οποίες λαμβάνονται ασφαλιστικά μέτρα, δεν έχουν μεν την αμεσότητα των προσωρινών διαταγών (της Δικαστικής Αρχής), οι οποίες εκδίδονται κατά κανόνα χωρίς κλήτευση και ακρόαση του αντιδίκου (και κατά τούτο μόνον διαφέρουν από εκείνες), ρυθμίζεται όμως και με αυτές προσωρινά η κατάσταση και αντιμετωπίζεται επείγουσα περίπτωση, μετά από κλήτευση κατά κανόνα του αντιδίκου και συνοπτική διαδικασία, κατά την οποία είναι υποχρεωτική η προαπόδειξη των ισχυρισμών και αρκεί η πιθανολόγησή τους, είναι δε ελεύθερα και οποτεδήποτε ανακλητές από το Δικαστήριο, όπως και οι προσωρινές διαταγές.
Ούτε με τις αποφάσεις των ασφαλιστικών μέτρων τέμνεται η διαφορά και βεβαιώνεται, κατά τρόπο μη επιδεχόμενο αμφισβήτηση, η ύπαρξη της απαίτησης, παρά μόνο προσωρινά, αφού όχι μόνον είναι επιτρεπτή στον αντίδικο, η άσκηση της σχετικής αγωγής, αλλά κατά κανόνα επιβάλλεται και στον αιτούμενο τη λήψη του ασφαλιστικού μέτρου, αλλά ούτε και αυτές μπορεί να οδηγούν στην ικανοποίηση του δικαιώματος (παρά μόνο στην εξασφάλιση και τη διατήρησή του), την οποία όπως αναφέρθηκε προϋποθέτει, η κατά την έννοια του νόμου δικαστική απόφαση.
Παρ’ όλα αυτά έχει υποστηριχθεί και η αντίθετη άποψη στη νομολογία του ΣτΕ, κατά την οποία στις δικαστικές αποφάσεις που δημιουργούν υποχρέωση συμμόρφωσης της Διοίκησης, κατά τα άρθρα 95 παρ. 5 του Συντάγματος και 1 του Ν. 3068/2002, περιλαμβάνονται και εκείνες που εκδίδονται κατά τη διαδικασία παροχής προσωρινής δικαστικής προστασίας, η οποία κατοχυρώνεται στο άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος (ΣτΕ 2599/1998, Ολ 2040/2007, 1538/2015 7μ καθώς και 60/2006 και 77/20009 αποφάσεις του Τριμελούς Συμβουλίου του ΣτΕ του άρθρου 2 του Ν. 3068/2002), όπως επίσης και οι προσωρινές διαταγές που χορηγούνται επί αιτήσεων παροχής προσωρινής δικαστικής προστασίας (βλ. 60/2006, 15/2007, 7, 75, 106/20009 αποφάσεις του Τριμελούς Συμβουλίου του ΣτΕ του άρθρου 2 του Ν. 3068/2002). Δεν ισχύει βέβαια το ίδιο, για τις δικαστικές αποφάσεις που εκδίδονται απλά κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων και με τις οποίες επιλύεται οριστικά (και όχι προσωρινά) η διαφορά, οι οποίες είναι δικαστικές αποφάσεις κατά την έννοια του νόμου και υπάγονται στη διαδικασία αυτού.
Μαρία Τζαβέλα
Δικηγόρος, LL.M.
E-mail: info@efotopoulou.gr