Άρνηση διαγραφής διαχειριστή ΕΠΕ από το Μητρώο της ΔΟΥ – Αίτηση ακύρωσης κατά της άρνησης – Η διαφορά που γεννάται από την προσβολή της άρνησης διαγραφής είναι ακυρωτική και όχι φορολογική
Στον Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, ο οποίος κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 2717/1999, ορίζεται, στο άρθρο 1, ότι «Οι διατάξεις του Κώδικα αυτού διέπουν την εκδίκαση των διοικητικών διαφορών ουσίας από τα τακτικά διοικητικά δικαστήρια», στο άρθρο 2, ότι «Η εκδίκαση των διοικητικών διαφορών ουσίας ανήκει στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια, εκτός εκείνων που η εκδίκασή τους έχει ανατεθεί, με ειδική διάταξη νόμου, σε άλλα διοικητικά δικαστήρια», στο άρθρο 63 παρ. 1, ότι «Με την επιφύλαξη όσων ορίζονται σε ειδικές διατάξεις του Κώδικα, οι εκτελεστές ατομικές διοικητικές πράξεις ή παραλείψεις, από τις οποίες δημιουργούνται κατά νόμο διοικητικές διαφορές ουσίας, υπόκεινται σε προσφυγή» και στο άρθρο 285 παρ. 1, ότι «Από την έναρξη ισχύος του Κώδικα καταργείται κάθε γενική ή ειδική διάταξη η οποία αναφέρεται σε θέμα ρυθμιζόμενο από αυτόν». Εξάλλου, κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 1 και 73 του Κώδικα Φορολογικής Δικονομίας (π.δ. 331/1985, Α’ 116), σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 8 παρ. 4 του ν.δ. 4486/1965 (Α’ 131), οι οποίες, σύμφωνα με όσα ορίζονται στο ανωτέρω άρθρο 285 παρ. 1 του Κ.Δ.Δ., εξακολουθούν να ισχύουν, φορολογική διαφορά υπαγόμενη στην αρμοδιότητα των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων γεννάται από ατομικές διοικητικές πράξεις, με τις οποίες είτε επιβάλλεται αμέσως φορολογικό βάρος ή φορολογική κύρωση είτε κρίνεται αντικείμενο ευθέως συναπτόμενο με συγκεκριμένη φορολογική ή συναφή υποχρέωση συνδεόμενη με φορολογητέα ύλη ατομικώς ορισμένη, η οποία αμφισβητείται εν όλω ή εν μέρει με την προσφυγή (ΣΕ 834/2010 Ολ., 2613-16/2009, 2972-80/2008, 368/2007, 1272/2005, 1625/2001, 236/1998, 2062/1968 Ολ.). Επομένως, η διαφορά, η οποία γεννάται από την προσβολή της άρνησης διαγραφής διαχειριστή Ε.Π.Ε. από το μητρώο, είναι ακυρωτική, καθ’ όσον η εν λόγω άρνηση δεν συνάπτεται στενώς και αναγκαίως με σχετική ατομική φορολογική υποχρέωσή του (πρβλ. ΣΕ 2062/1968 Ολομ., 236/1998, 834/2010 Ολομ., 1185/2010, καθώς και ΣΕ 2560, 3617/2004, 582/2011).
Τούτο έχει μάλιστα κριθεί στην υπ’ αριθμ. 4603/2012 απόφαση του ΣτΕ (δημ. ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), όπου ο αιτών ζητούσε μέσω αίτησης ακυρώσεως ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας την ακύρωση της σιωπηρής απόρριψης της σχετικής αίτησής του προς το Τμήμα Μητρώου της αρμόδιας ΔΟΥ περί διαγραφής του από το μητρώο της φορολογικής αρχής ως διαχειριστής ε.π.ε. Τελικώς και κατά την άποψη που υπερίσχυσε στο ΣτΕ, η προκείμενη διαφορά θεωρήθηκε ακυρωτική και όχι φορολογική, υπαγόμενη στην ακυρωτική αρμοδιότητα του ΣτΕ, αν και είχε υποστηριχθεί και η αντίθετη άποψη (που μειοψήφησε) κατά την οποία η άρνηση διαγραφής του αιτούντος ως διαχειριστή της ε.π.ε. έχει ως συνέπεια την ευθύνη του, λόγω της ιδιότητάς του αυτής, για την πληρωμή των οφειλομένων από την εταιρεία φόρων, συνεπώς η ανακύπτουσα από την προσβολή της κατά τα ως άνω άρνησης διαφορά συναπτόμενη ευθέως – στενώς και αναγκαίως με τις από την ανωτέρω αιτία απορρέουσες φορολογικές του υποχρεώσεις, είναι φορολογική και ως εκ τούτου, η αμφισβήτηση της νομιμότητάς της υπόκειται σε προσφυγή ουσίας ενώπιον του κατά τόπον αρμόδιου διοικητικού πρωτοδικείου (ΣτΕ 368/2007, 1625/2001 κ.α.).
Στο ίδιο πνεύμα κινείται και η υπ’ αριθμ. 1185/2010 απόφαση του ΣτΕ (δημ. ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), όπου κρίθηκε ότι άρνηση εκ μέρους της Διοίκησης περί θεώρησης των φορολογικών στοιχείων του αιτούντος είναι ακυρωτική διαφορά, καθώς η ως άνω διάταξη του ν. 2084/1992, κατ’ εφαρμογή της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη πράξη, εντάσσεται, ως εκ του είδους του προβλεπομένου σε αυτή μέτρου (άρνηση θεωρήσεως φορολογικών στοιχείων), στην νομοθεσία περί φορολογικών βιβλίων και στοιχείων. Επομένως, η διαφορά που δημιουργείται από την εφαρμογή της υπάγεται στην αρμοδιότητα του Β΄ Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας, σύμφωνα με την περίπτωση β΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 2 του π.δ. 361/2001 (Α΄ 244), όπως ήδη ισχύει μετά το άρθρο 1 παρ. 1 του Π.Δ. 334/2003 (Α΄ 285), είναι δε ακυρωτική, καθ’ όσον η ως άνω άρνηση, η οποία αποβλέπει στην ταχύτερη είσπραξη των οφειλομένων σε οργανισμούς υποχρεωτικής κοινωνικής ασφαλίσεως, δεν συνάπτεται στενώς και αναγκαίως με ατομική φορολογική υποχρέωση του αιτούντος ούτε συνιστά κύρωση για παράβαση της φορολογικής νομοθεσίας και, άρα, δεν υπόκειται, κατά το άρθρο 63 παρ. 1 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (ν.2717/1999, Α΄ 97), σε προσφυγή ενώπιον των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων (πρβλ. ΣτΕ 834/2010, Ολ. 3558/2002, 3248/2000, 3438/1998).
Μαρία Τζαβέλα
Δικηγόρος, LL.M.
E-mail: info@efotopoulou.gr