Ύπαρξη σχέσεως εξαρτημένης εργασίας μεταξύ συζύγων ή συγγενών
Από τις διατάξεις των άρθρων 648 και 652 του ΑΚ και 6 του ν. 765/1943, ο οποίος κυρώθηκε με την υπ` αριθμ. 324/1946 πράξη του υπουργικού συμβουλίου και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 38 του ΕισΝΑΚ, προκύπτει ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας υπάρχει όταν ο εργαζόμενος, που παρέχει την εργασία του με μισθό, και ανεξαρτήτως του τρόπου με τον οποίο καθορίζεται και καταβάλλεται αυτός, υπόκειται σε εξάρτηση από τον εργοδότη, η οποία εκδηλώνεται με το δικαίωμα αυτού να ασκεί εποπτεία, να ελέγχει την εργασία που παρέχει ο εργαζόμενος και να δίνει εντολές και οδηγίες δεσμευτικές ως προς το χρόνο, τον τόπο και τον τρόπο παροχής της εργασίας, χωρίς περαιτέρω ευθύνη του εργαζομένου προς επίτευξη με αυτήν ορισμένου αποτελέσματος (ΑΠ 10/2008, ΤΝΠ Νόμος). Τέτοια σύμβαση εξαρτημένης εργασίας μπορεί να συναφθεί και μεταξύ συζύγων ή συγγενών ή φίλων ή συνεταίρων, αλλά σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση θα πρέπει να διαπιστώνεται ότι συντρέχουν οι όροι της συμβάσεως αυτής, μεταξύ των οποίων και η νομική εξάρτηση του μισθωτού από τον εργοδότη (ΑΠ 180/2000, ΑΠ 156/1998 ό.π. ΑΠ 1356/1992 ΕλλΔνη 36.348, ΕΑ 7784/1999 Ελ.Δνη 41.1401, ΕφΑθ 274/1986 ΔΕΝ 42.564).
Αν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές και ειδικότερα αν εκείνος που παρέχει την εργασία δεν υποβάλλεται σε νομική εξάρτηση από τον εργοδότη, κατά την παραπάνω έννοια, τότε πρόκειται για σύμβαση παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών (ΑΠ 185/2000, Δνη 2000.1008, ΑΠ 977/99 Δνη 2000.113, ΑΠ 1062/1998 ΔΕΕ 1999.104, ΔΕΝ 2000.615, ΕΕργΔ 1999.953, ΑΠ 43/97 ΑρχΝ 1997.746, Δνη 1997.1552, ΑΠ 846/97 ΕΕργΔ 1998.805, ΑΠ 859/96 Δημοσίευση Νόμος 1997, ΑΠ 473/1994 Δνη 36.157, ΑΠ 475/93 Δνη 1994.1307, ΑΠ 947/92 ΔΕΝ 1994.283, ΑΠ 947/92 ΔΕΝ 1994.283, ΑΠ 1356/1992 Δνη 36.348, ΑΠ 329/90 ΔΕΝ 1991.283, ΑΠ 1822/90 ΔΕΝ 1992.1111, ΕΕΝ 1991.756, ΕΕργΔ 1991.535), για την οποία δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας. Η μίσθωση ανεξαρτήτων υπηρεσιών καθίσταται έκδηλη, όταν εκείνος που παρέχει την εργασία του διατηρεί ίδια επαγγελματική στέγη και εξυπηρετεί περισσότερους πελάτες. Η παράλειψη του εργοδότη να ασφαλίσει τον εργαζόμενο στο ΙΚΑ, η ασφάλισή του στο ΤΕΒΕ ή στο ΤΑΕ, η έκδοση δελτίων παροχής υπηρεσιών από αυτόν και η παρακράτηση φόρου ελεύθερων επαγγελματιών από τον εργοδότη, δεν αποτελούν αποφασιστικό κριτήριο χαρακτηρισμού της απασχόλησής του ως συμβάσεως ανεξαρτήτων υπηρεσιών. Τέλος, για τον ορθό χαρακτηρισμό μιας σύμβασης ως σύμβασης εργασίας ή έργου ή σύμβασης ανεξάρτητων υπηρεσιών κλπ., ερευνώνται οι όροι και οι πραγματικές συνθήκες εκτέλεσης της εργασίας, αφού ληφθεί υπόψη η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, κατά τα άρθρα 173 και 200 ΑΚ, σύμφωνα με τα οποία, κατά την ερμηνεία της δήλωσης της βούλησης αναζητείται η αληθινή βούληση, χωρίς προσήλωση στις λέξεις και χωρίς επίσης να ασκεί επιρροή ο νομικός χαρακτηρισμός που δίνεται από τους συμβαλλομένους (ΑΠ 185/2000 Δνη 2000.0008, ΑΠ 657/2000 Δνη 2001.119, ΑΠ 926/1999 ΔΕΝ 2000.70).
Μαρία Τζαβέλα
Δικηγόρος, LL.M.
E-mail: info@efotopoulou.gr