Συνταγματικές οι περικοπές των αποδοχών των υπαλλήλων του ευρύτερου δημόσιου τομέα που έλαβαν χώρα με τους Ν. 3833/2010, 3845/2010 και 4024/2011
Με την υπ’ αρ. 2141/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (απόφαση του γραφείου μας από την πλευρά των εναγόντων– χειρισμός υπόθεσης δικηγόρος Μαρία Τζαβέλα, βλ. το κείμενο όλης της απόφασης πατώντας εδώ) που εκδόθηκε κατά τη διαδικασία των εργατικών διαφορών και η οποία ακολουθεί κατά την αιτιολογία της την θέση που κρατεί τόσο στο ΣτΕ (βλ. σχετ. στην απόφαση 668/2012 της Ολομέλειας), όσο και στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών με την υπ’ αριθμ. 844/2014 απόφασή του (δικάζοντας κατ’ έφεση), κρίθηκε ότι οι μειώσεις που επεβλήθησαν στις αποδοχές των εργαζομένων της ΣΤΑΣΥ Α.Ε. με τους Ν. 3833/2010, 3845/2010 και 4024/2011 ήταν συνταγματικές και συνεπώς νομίμως έγινε από την εργοδότρια εταιρεία η περικοπή των αποδοχών τους βάσει των ανωτέρω νόμων, καθότι αφορούν το γενικότερο κοινωνικό συμφέρον αναγόμενο στην προστασία της εθνικής οικονομίας, το οποίο υπηρετείται από τη μείωση των αποδοχών των μισθωτών στο πλαίσιο λήψης επιτακτικών μέτρων προς διασφάλιση των θέσεων εργασίας των πολιτών και προς αποφυγή του ενδεχομένου χρεοκοπίας της χώρας, συνεπώς έκρινε το Δικαστήριο ότι οι επίμαχες διατάξεις των νόμων αυτών δεν αντίκειται στις διατάξεις των άρθρων 22 παρ. 2 και 23 παρ. 1 του Συντάγματος.
Περαιτέρω, κρίθηκε διά της ως άνω απόφασης ότι με τους εν θέματι νόμους 3833/2010, 3845/2010 και 4024/2011 λήφθηκαν διάφορα μέτρα μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η περικοπή αποδοχών των εργαζομένων στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, αφενός μεν για την άμεση αντιμετώπιση της διαπιστωθείσας από το νομοθέτη οξείας δημοσιονομικής κρίσης, η οποία είχε καταστήσει αδύνατη την εξυπηρέτηση των δανειακών αναγκών της χώρας μέσω των διεθνών αγορών και εξαιρετικά πιθανό το ενδεχόμενο χρεωκοπίας της, αφετέρου δε για την εξυγίανση των δημοσίων οικονομικών με τη μείωση του δημοσιονομικού ελλείμματος, κατά τρόπο δυνάμενο να διατηρηθεί και μετά την τριετή περίοδο, στην οποία καταρχήν απέβλεπαν τα λαμβανόμενα μέτρα. Μάλιστα, οι ρυθμίσεις του Ν. 4024/2011 κρίθηκαν αναγκαίες, ως προελέχθη, προκειμένου να διαφυλαχθεί η υπόσταση και η προοπτική της χώρας. Τα λαμβανόμενα μέτρα, λόγω της φύσης τους, συμβάλλουν αμέσως στην περιστολή των δημοσίων δαπανών. Ενόψει τούτων, με τα δεδομένα, πο, κατά το νομοθέτη, συνέτρεχαν, κατά το χρόνο θέσπισης των επίμαχων μέτρων, τα μέτρα αυτά δεν παρίστανται απρόσφορα, και μάλιστα προδήλως, για την επίτευξη των επιδιωκόμενων με αυτά σκοπών, ούτε μπορεί να θεωρηθούν ότι δεν ήταν αναγκαία, λαμβανομένου, άλλωστε, υπόψη ότι η εκτίμηση του νομοθέτη ως προς τα ληπτέα μέτρα για την αντιμετώπιση της διαπιστωθείσης από αυτόν κρίσιμης δημοσιονομικής κατάστασης υπόκειται σε οριακό μόνο δικαστικό έλεγχο. Συνεπώς, έκρινε το Δικαστήριο, ότι οι λόγοι κατ’ επίκληση των οποίων επιβλήθηκε η περικοπή των αποδοχών και των επιδομάτων δε αρκούν για τη δικαιολόγηση, από την άποψη αυτή της αναγκαιότητας λήψης των επίμαχων μέτρων και ότι με τα μέτρα αυτά επιδιώκεται αποκλειστικώς η εξυπηρέτηση των ταμειακών συμφερόντων του Δημοσίου (ΟλΣτΕ 1283/2012, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).
Τέλος, κρίθηκε ότι ουδεμία παραβίαση του 1ου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ υπάρχει, ούτε στο άρθρο 2 του Συντάγματος (αξία της ανθρώπινης ζωής), καθώς η συνταγματική αυτή διάταξη, όπως και το άρθρο 1 του 1ου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ δεν κατοχυρώνει δικαίωμα ορισμένου ύψους αποδοχών ή σύνταξης, εκτός αν συντρέχει περίπτωση διακινδύνευσης της αξιοπρεπούς διαβίωσης. Εξάλλου, σε περιπτώσεις παρατεταμένης οικονομικής κρίσης, ο κοινός νομοθέτης μπορεί να θεσπίσει μέτρα περιστολής δαπανών, που συνεπάγονται οικονομική επιβάρυνση μεγάλων κατηγοριών του πληθυσμού, πλην η δυνατότητα αυτή έχει ως όριο την καθιερούμενη από το άρθρο 4 και 5 του Συντάγματος αρχή της ισότητας στα δημόσια βάρη, αναλόγως των δυνάμεων εκάστου, καθώς και την καθιερούμενη στο άρθρο 2 παρ. 1 του Συντάγματος αρχή του σεβασμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Η θέσπιση μάλιστα του αυτού, καταρχήν, ποσοστού μείωσης των επιδομάτων των εργαζομένων στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, καθώς και των ενιαίων επιδομάτων εορτών, Χριστουγέννων και Πάσχα, καθώς και επιδομάτων αδείας (αντιστοίχως 500, 250 και 250 ευρώ) των οποίων οι αποδοχές δεν υπερβαίνουν κατά μήνα, υπολογιζόμενες σε δωδεκάμηνη βάση, τις 3.000 ευρώ, και η μη πρόβλεψη της διαβάθμισης της μείωσης αναλόγως με το ύψος των αποδοχών ή της σύνταξης δεν αντίκειται καταρχήν σε κάποια συνταγματική διάταξη και ειδικότερα δεν αποτελούν περιπτώσεις αυθαίρετης ενιαίας μεταχείρισης προσώπων, που τελούν υπό διαφορετικές συνθήκες. Και τούτο διότι τα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα και το επίδομα αδείας συνδέονται, από τη φύση τους και ενόψει του νομοθετικού λόγου της θέσπισής τους, με τις αυξημένες ανάγκες που ανακύπτουν κατά τις εορταστικές περιόδους και κατά την περίοδο των θερινών διακοπών, οι ανάγκες δε αυτές συντρέχουν για όλους τους υπαλλήλους, ανεξαρτήτως του μισθού καθενός από αυτούς.
Μαρία Τζαβέλα
Δικηγόρος, LL.M.
E-mail: info@efotopoulou.gr