Δικηγορικό Γραφείο Ευγενίας Α. Φωτοπούλου
Βασιλίσσης Σοφίας 6 Αθήνα 106 74
Τηλέφωνο: 210 36 24 769, 211 7 80 80 80
210 30 09 019
Email: info@efotopoulou.gr

Τοκοφορία σε αγωγή αποζημίωσης χρήσεως λόγω αποκλειστικής χρήσης του κοινού αντικειμένου από έναν κοινωνό

Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 786, 787, 792 παρ.2 και 794 του Α.Κ., οι οποίες εφαρμόζονται και επί συγκυριότητας σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1113 του Α.Κ., προκύπτει, εκτός άλλων και ότι σε περίπτωση αποκλειστικής χρήσης του κοινού αντικειμένου από έναν από τους κοινωνούς, δικαιούνται οι υπόλοιποι, και αν ακόμη δεν πρόβαλαν αξίωση σύγχρησης, να απαιτήσουν απ’ αυτόν που κάνει αποκλειστική χρήση ανάλογη μερίδα από το όφελος που αυτός αποκόμισε και το οποίο συνίσταται στην αξία της χρήσης του κοινού, προκειμένου δε περί αστικού ακινήτου που προορίζεται από κατασκευής ως κατοικία, το όφελος αυτό συνίσταται στην κατά το χρόνο της αποκλειστικής χρήσης μισθωτική αξία της μερίδας των εκτός χρήσεως κοινωνών, η οποία δεν αποτελεί μίσθωμα, αφού δεν υπάρχει μισθωτική σχέση, αλλά αποδοτέα κατά τις ανωτέρω διατάξεις ωφέλεια (ΑΠ 1465/2006 Α` ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ, Εφ. Θεσ. 1563/2005 Α` ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ, ΕφΘεσ. 1714/2003Αρμ.2003.1425, ΕφΠατρ 37/2009, ΑΧΑΝΟΜ 2010.271).

H κατ’ άρθρο 595 του Α.Κ. ορισμένη ημέρα καταβολής του μισθώματος δεν συνιστά και δήλη ημέρα καταβολής της προαναφερόμενης οφειλής. Από την άλλη μεριά δεν υπάρχει και καμία διάταξη, που να ορίζει το χρόνο καταβολής της εν λόγω παροχής και επομένως, αφού αστή είναι χρηματική, ο κοινωνός, που έκανε την αποκλειστική χρήση, θα οφείλει τόκους υπερημερίας, όπως συνάγεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 340, 341 και 345 του Α.Κ., μόνο εάν προηγηθεί δικαστική ή εξώδικη όχληση του, η οποία όχληση πρέπει να περιέχει σαφή και ορισμένη πρόσκληση του εκτός χρήσης κοινωνού προς τον κοινωνό, που έκανε την αποκλειστική χρήση, να εκπληρώσει ο δεύτερος την προσδιοριζόμενη κατ` είδος και κατά ποσό οφειλή του, υπό την προϋπόθεση βέβαια ότι αυτή έχει ήδη καταστεί ληξιπρόθεσμη και απαιτητή (βλέπε: ΑΠ 4/2001 ΕλλΔνη 42,674, ΑΠ 1511/2000 ΕλλΔνη 42,1351). Κατά συνέπεια λοιπόν και όπως προκύπτει από τις προαναφερόμενες διατάξεις σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 111 § 2, 118 περ. 4 και 216 § 1 του Κ.ΠολΔικ., για το ορισμένο και παραδεκτό του περί τοκοδοσίας αιτήματος της σχετικής αγωγής του εκτός χρήσης του κοινού κοινωνού, πρέπει αυτός με σαφήνεια να αναφέρει στο δικόγραφο της, εάν, με ποιόν τρόπο και πότε ακριβώς όχλησε τον εναγόμενο συγκοινωνό του για απόδοση της ανάλογης προς τη μερίδα του ωφέλειας, που ο τελευταίος, απεκόμισε από την αποκλειστική χρήση του κοινού, καθ’ όσον, σε αντίθετη περίπτωση, το παραπάνω αίτημα της αγωγής πάσχει αοριστία και εκ του λόγου τούτου είναι απορριπτέο ως απαράδεκτο, κατά το μέρος του που αφορά το πριν από την επίδοση της αγωγής χρονικό διάστημα, δυναμένου εν τούτοις και αφού στο μείζον περιλαμβάνεται και το έλασσον, να επιδικασθούν στον ενάγοντα νόμιμοι τόκοι επί του αντίστοιχου μέρους της απαίτησης του (του εμπίπτοντος, δηλαδή, στο πριν από την επίδοση της αγωγής του χρονικό διάστημα), από την επομένη της επίδοσης αυτής μέχρι την πλήρη εξόφληση της και σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 346 του Α.Κ.

Όσον αφορά, εξ άλλου, το περί τοκοδοσίας επίσης αίτημα της πιο πάνω αγωγής, το συνδεόμενο, όμως, με το μέρος της απαίτησης του εκτός χρήσης του κοινού κοινωνού, το οποίο εμπίπτει στο χρονικό διάστημα από την επίδοση της αγωγής του μέχρι τη συζήτηση αυτής στο ακροατήριο του δικαστηρίου, πρέπει να σημειωθούν τα ακόλουθα: Η επίδοση της καταψηφιστικής αγωγής για καταβολή χρηματικού χρέους συνιστά μεν όχληση, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 340 του Α.Κ., όμως, και όπως συνάγεται από το γράμμα και το πνεύμα της εν λόγω διάταξης, δεν συνεπάγεται μόνη αυτή την υπερημερία του οφειλέτη και συνακόλουθα τη γέννηση της υποχρέωσής του για καταβολή νόμιμων τόκων υπερημερίας επί της χρηματικής οφειλής του, εφ’ όσον, επί πλέον, η κατ’ αυτού απαίτηση δεν έχει καταστεί ακόμα ληξιπρόθεσμη και απαιτητή (βλέπε Απ. Γεωργιάδη – Μιχ. Σταθόπουλου ό.π., τόμος II, έκδοση 1979, υπό το άρθρο 340, αριθ. 7), ενώ παράλληλα μόνη η επίδοση της καταψηφιστικής αγωγής δεν αρκεί ούτε για τη γέννηση της αντίστοιχης υποχρέωσης του, έστω και μη υπερήμερου, οφειλέτη χρηματικής παροχής, για καταβολή δικαστικών ή δικονομικών τόκων, κατ’ εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 346 του Α.Κ., αφού και η διάταξη αυτή προϋποθέτει, για την εφαρμογή της, το ληξιπρόθεσμο και απαιτητό της οφειλής του τελευταίου (βλέπε: Απ. Γεωργιάδη – Μιχ. Σταθόπουλου ό.π. υπό το άρθρο 346, αριθ. 6, Α.Π.ολ. 7/1997 ΕλλΔνη 38,1033, ΑΠ. 482/2002 ΕλλΔνη 44,502, Α.Π. 105/2001 ΕλλΔνη 42,743, ΑΠ. 72/2001 ΕλλΔνη 42,943). Αν δεν συμβαίνει αυτό, δεν θα οφείλονται τόκοι υπερημερίας ή δικαστικοί ή δικονομικοί τόκοι από την επίδοση της αγωγής, αλλά από τη στιγμή που το χρέος θα γίνει ληξιπρόθεσμο και απαιτητό, δηλαδή από τότε που θα επέλθει ο χρόνος εκπλήρωσής του και ο οφειλέτης θα μπορεί να εξαναγκασθεί στην εξόφληση αυτού, χωρίς να δικαιούται να αντιτάξει οποιαδήποτε αναβλητική ένσταση (βλέπε: Γ. Μπαλή “Ενοχικόν Δίκαιον”, έκδοση 1960, παρ. 59, αριθ. 1, Απ. Γεωργιάδη – Μιχ. Σταθόπουλου ό.π., υπό το άρθρο 340, αριθ. 7). Δεδομένου δε ότι, όπως προαναφέρθηκε, δεν υπάρχει ειδική νομοθετική ρύθμιση που να ορίζει το χρόνο εκπλήρωσης της προαναφερόμενης οφειλής (για καταβολή, δηλαδή, του, αναλόγου με τη μισθωτική αξία της μερίδας του, οφέλους στον εκτός χρήσης κοινωνό), ο εν λόγω χρόνος θα είναι ο προβλεπόμενος από τη διάταξη του άρθρου 323 του Α.Κ., το οποίο εφαρμόζεται και όταν η ενοχή έχει, ως γενεσιουργό λόγο, απ` ευθείας το νόμο (βλέπε: Απ. Γεωργιάδη – Μιχ. Σταθόπουλο ό.π., υπό τα άρθρα 323-324, αριθ. 3) και έτσι, αν δεν συνάγεται ο χρόνος αυτός από τις περιστάσεις και τη φύση της ενοχικής σχέσης, ο δανειστής δικαιούται να απαιτήσει αμέσως την παροχή, δηλαδή αμέσως μόλις συντρέξουν οι προϋποθέσεις της γέννησής της και επομένως απαιτείται, στην προκειμένη περίπτωση και αναφορικά με την ως άνω παροχή, να κάνει χρήση του κοινού ο οφειλέτης κοινωνός, γιατί χωρίς να έχει προηγηθεί η χρήση δεν γεννάται σε βάρος του η υποχρέωση καταβολής της ανάλογης μερίδας σε συγκοινωνό του και φυσικά δεν τίθεται θέμα ληξιπρόθεσμου και απαιτητού τέτοιας αξίωσης.

Κατά συνέπεια λοιπόν και αφού, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, μόνη η επίδοση της καταψηφιστικής για την απόδοση της, ανάλογης προς τη μερίδα του, ωφέλειας, αγωγής του εκτός χρήσης κοινωνού, εφ` όσον, επί πλέον, η σχετική χρηματική απαίτηση αυτού, κατά του εναγομένου συγκοινωνού του, που έκανε αποκλειστική χρήση του κοινού πράγματος, δεν κατέστη ληξιπρόθεσμη και απαιτητή, αφενός μεν δεν επιφέρει την κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 340 του Α.Κ. υπερημερία του τελευταίου και συνακόλουθα ούτε τη γέννηση της υποχρέωσης τούτου για τοκοδοσία επί του ποσού της χρηματικής οφειλής του και αφετέρου δεν μπορεί να σηματοδοτήσει ούτε την έναρξη της κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 346 του ίδιου κώδικα τοκογονίας, το μέρος της ως άνω απαίτησης του εκτός χρήσης του κοινού κοινωνού, το οποίο εμπίπτει στο προαναφερόμενο χρονικό διάστημα, αποφέρει τόκους μόνο από τη λήξη κάθε επί μέρους χρονικής περιόδου, εντός της οποίας έκανε πράγματι αποκλειστική χρήση του κοινού πράγματος ο εναγόμενος συγκοινωνός του, στο βαθμό που, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, από του χρονικού τούτου σημείου, αν δεν προκύπτει κάτι άλλο, γεννάται, και καθίσταται και ληξιπρόθεσμη και απαιτητή η κατ` αυτού αντίστοιχη αξίωση του εκτός χρήσης κοινωνού. Περαιτέρω, η, με αυστηρά περιοριστικά προαπαιτούμενα, καθιερούμενη από τις διατάξεις του άρθρου 69 του Κ.Πολ.Δικ. δυνατότητα προληπτικής δικαστικής προστασίας προϋποθέτει (με εξαίρεση την, αδιάφορη για την κρινόμενη υπόθεση, περίπτωση δ` της παρ. 1 του ίδιου άρθρου) ότι το αγωγικό δικαίωμα έχει γεννηθεί κατά το χρόνο της συζήτησης της αγωγής, που είναι και ο κρίσιμος χρόνος, για να κριθεί το κεκτημένο του δικαιώματος και συνακόλουθα, λοιπόν, δεν είναι δυνατό να ασκηθεί αγωγή για απόδοση, στον εκτός χρήσης του κοινού κοινωνό, του οφέλους, που θα προσπορισθεί άλλος κοινωνός από τη μετά τη συζήτηση της αγωγής αποκλειστική χρήση τούτου (βλέπε σχετικά: Κ. Κεραμέα “Αστικό Δικονομικό Δίκαιο”, Γενικό Μέρος, έκδοση 1986, σελ. 127-128, Σ. Δεληκωστόπουλου – Λ. Σινανιώτου “Ερμηνεία Κ.Πολ.Δικ.”, υπό το άρθρο 70, σελ. 197, Κ. Μπέη “Πολιτική Δικονομία”, υπό το άρθρο 69, σελ. 375, II) (36/2007 ΕιρΝίκαιας, 1073/2015 ΜΠρΑθ).

Λένα Πολύζου

Δικηγόρος

Email: info@efotopoulou.gr

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Το email σας δεν θα δημοσιευτεί