Προβολή ένστασης συμψηφισμού και εκκρεμοδικία
Κατά τα άρθρα 440 και 441 ΑΚ, ο συμψηφισμός επιφέρει απόσβεση των μεταξύ δύο προσώπων αμοιβαίων απαιτήσεων όσο καλύπτονται, αν είναι ομοειδείς κατά το αντικείμενο και ληξιπρόθεσμες, εφόσον ο ένας τον επικαλεστεί με δήλωση του προς τον άλλο, η δε πρόταση του συμψηφισμού επιφέρει την απόσβεση των αμοιβαίων απαιτήσεων από τότε που συνυπήρξαν.
Κατά την § 1 του άρθρου 222 του ΚΠολΔ, όταν επέλθει η εκκρεμοδικία και όσο διαρκεί αυτή, δεν μπορεί να γίνει σε οποιοδήποτε δικαστήριο νέα δίκη για την ίδια επίδικη διαφορά ανάμεσα στους ίδιους διαδίκους, εφόσον εμφανίζονται με την ίδια ιδιότητα. Κατά δε την § 2 του ίδιου άρθρου, αν κατά τη διάρκεια της εκκρεμοδικίας ασκηθεί άλλη αγωγή, ανταγωγή ή κυρία παρέμβαση ή προταθεί ένσταση συμψηφισμού για την ίδια επίδικη διαφορά, αναστέλλεται και αυτεπαγγέλτως η εκδίκασή της εωσότου περατωθεί η πρώτη δίκη. Από τις διατάξεις του ως άνω άρθρου 222 σαφώς συνάγεται ότι εκκρεμοδικία προκαλεί και η προβολή της ενστάσεως συμψηφισμού. Έτσι, αν προταθεί σε συμψηφισμό από τον εναγόμενο ανταπαίτησή του κατά του ενάγοντος, για την οποία ήδη έχει ασκήσει αγωγή κατά του τελευταίου, η οποία εκκρεμεί ενώπιον του δικαστηρίου, κατά την § 2 του ως άνω άρθρου αναστέλλεται και αυτεπαγγέλτως η συζήτηση της ενστάσεως εωσότου περατωθεί η πρώτη δίκη επί της αγωγής, έστω και αν η συζήτηση διεξάγεται ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου (βλ. Κεραμέα/Κονδύλη/Νίκα, ΕρμΚΠολΔ 222 αριθ. 20, σελ. 488 και ΕφΛαρ 98/2013, ΤΝΠ ΔΣΑ ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ). Και τούτο διότι με τη διάταξη του άρθρου 222 του ΚΠολΔ τίθεται ο θεμελιακός για το δικονομικό σύστημα κανόνας της απαγόρευσης της παράλληλης διεξαγωγής δύο δικών για την ίδια διαφορά μεταξύ των ιδίων υποκειμένων των εκκρεμών δικών, από λόγους που ανάγονται στην εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος, που αποβλέπει στην αποτροπή εκδόσεως αντιφατικών αποφάσεων με ισοδύναμα δεδικασμένα και την επίτευξη οικονομίας χρόνου και δαπάνης (βλ. ΑΠ 235/1984 ΕΕΝ 52,169, ΕΑ 6599/1990 Δνη 32,825, ΕφΛαρ. 225/2011 Δικογραφία 2011, 490, Βαθρακοκοίλη ΕρμΚΠολΔ 222 αριθ. 1, σελ. 38-39). Κατά συνέπεια η έλλειψη εκκρεμοδικίας αποτελεί αρνητική διαδικαστική προϋπόθεση, που υπαγορεύεται από λόγους διαφύλαξης της αυθεντίας των δικαιοδοτικών οργάνων από την έκδοση αντιφατικών αποφάσεων. Η εκκρεμοδικία έχει σαν συνέπεια όχι την απόρριψη αλλά την αναστολή της εκδίκασης, έως ότου περατωθεί η πρώτη δίκη, της νέας αγωγής, ανταγωγής, κύριας παρέμβασης ή ένστασης συμψηφισμού, διατάσσεται δε όχι μόνο μετά από ένσταση αλλά και αυτεπάγγελτα γιατί η διάταξη του άρθρου 222 ΚΠολΔ έχει τεθεί χάριν του δημοσίου συμφέροντος (ΕφΛαμ 32/2000 «ΝΟΜΟΣ»).
Περαιτέρω, η εκκρεμοδικία που δημιουργείται με την κατάθεση της αγωγής, διαρκεί στον πρώτο βαθμό εωσότου εκδοθεί οριστική απόφαση και αναβιώνει με την άσκηση εφέσεως κατά της τελευταίας, εντός των ορίων του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της εφέσεως, στο δεύτερο δε βαθμό δικαιοδοσίας διαρκεί εωσότου εκδοθεί οριστική απόφαση επί της εφέσεως (βλ. ΑΠ 1048/2009 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 929/2006 ΝοΒ 2007, 2129).
Μαρία Τζαβέλα
Δικηγόρος, LL.M.
E-mail: info@efotopoulou.gr