Η νομική κατάσταση του/της ρασοφόρου μοναχού/ής
Η απόκτηση της ιδιότητας του μοναχού γίνεται κατά τη διαδικασία και τις προϋποθέσεις που ορίζουν οι Αποστολικοί και Συνοδικοί κανόνες σε Ιερή Μονή που λειτουργεί κανονικά, κατόπιν δοκιμασίας και μοναχικής κουράς που πραγματοποιείται σε θρησκευτική τελετή, η οποία τελείται από τον επιχώριο επίσκοπο ή με έγκρισή του, από πρεσβύτερο. Με την ευθύνη του Ηγουμενοσυμβουλίου, κάθε Μονή διατηρεί ειδικό υποχρεωτικό, βιβλίο, το Μοναχολόγιο στο οποίο εγγράφονται οι ανήκοντες στη δύναμη της Μονής μοναχοί και σημειώνεται το όνομα, επώνυμο, πατρίδα, ηλικία, εποχή προσελεύσεως στη Μονή και η εποχή της κουράς. Η εγγραφή στο Μοναχολόγιο χρησιμεύει για την απόδειξη της μοναχικής ιδιότητας και όχι για την απόκτησή της, η οποία, όπως προαναφέρθηκε ολοκληρώνεται με τη θρησκευτική τελετή της κουράς. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 18 παρ. 1 του Ν. ΓΥΙΔ/1909 (με τον οποίο καταργήθηκε κάθε προγενέστερη διάταξη για την κληρονομία των μοναχών και οι σχετικές διατάξεις του οποίου διατηρήθηκαν σε ισχύ με το άρθρο 99 Εισ.Ν.Α.Κ.) η κατά την κουρά περιουσία του μοναχού περιέρχεται στη Μονή της μετανοίας του, μετά την αφαίρεση της νόμιμης μοίρας των αναγκαίων κληρονόμων, που τυχόν υπάρχουν κατά το χρόνο της κουράς, η οποία έναντι αυτών εξομοιώνεται, κατά πλάσμα δικαίου, με θάνατο. Η κτήση αυτή επέρχεται αυτοδικαίως και αμέσως (δηλαδή ενώ ζει ο μοναχός) και αφορά την περιουσία που υπήρχε πριν την κουρά. Αντίθετα, η περιουσία που αποκτά ο μοναχός μετά την κουρά του αποτελεί αντικείμενο κληρονομίας, με κληρονόμους τη Μονή ή μοναχούς αυτής, κατά τις διακρίσεις των άρθρων 18 και 19 του Ν. ΓΥΙΔ/1909 και του άρθρου 1 εδάφ. α του ΝΔ 1918/1942. Σύμφωνα δε με τον υπ΄ αριθ. 39/1972 Κανονισμό Περί των εν Ελλάδι Ορθοδόξων Ιερών Μονών και των Ησυχαστηρίων, ο οποίος εφαρμόζεται και στις Ιερές Μονές Ιδιωτικού Δικαίου ή Ησυχαστήρια, και συγκεκριμένα σύμφωνα με το άρθρο 11 του Κανονισμού το Ηγουμενοσυμβούλιο οφείλει όπως τουλάχιστον ένα μήνα προς της κουράς του δοκίμου να γνωστοποιήσει σε αυτόν με έγγραφο, το οποίο καταχωρείται στο πρωτόκολλο, ότι μετά την κουρά αυτού όλη η περιουσία του θα ανήκει στην Ιερά Μονή και ότι μέχρι την κουρά μπορεί να διαθέσει αυτή ελεύθερα.
Κατά τη διάρκεια της κουράς δίδεται η μοναχική επαγγελία, η οποία περιλαμβάνει τις υποσχέσεις της σαρκικής εγκράτειας, της υπακοής και της ακτημοσύνης (464/2011 ΠΠΠ).
Η ιδιότητα του/της ρασοφόρου δε συνεπάγεται τις συνέπειες της μοναχικής κουράς. Ο/Η ρασοφόρος δεν έχει τη μοναχική ιδιότητα, ούτε έχει την υποχρέωση να αναλάβει τη μοναχική ιδιότητα. Δια της ακολουθίας σε αρχάριο ρασοφορούντα δεν επέρχεται αλλαγή του νομικού status του προσώπου. Ο/Η ρασοφόρος δεν καθομολογεί τις τρεις μοναχικές επαγγελίες, της παρθενίας, της ακτημοσύνης και της υπακοής, παρά το γεγονός ότι στο μέτρο που εγκαταβιώνει σε Μονή, υποχρεούται σε πλήρη συμμόρφωση προς τα μοναχικά θέσμια. Ο/Η ρασοφόρος μπορεί ελεύθερα να αναχωρήσει από τη Μονή στην οποία υπό δοκιμή εγκαταβιώνει, χωρίς καμία συνέπεια, ενώ μετά την αποχώρηση μπορεί να τελέσει και γάμο. Δεν αποκτά δικαιώματα μέλους, ιδίως δε λαμβάνει μέρος στη διοίκηση της Μονής, ούτε ψηφίζει για την ανάδειξη των διοικητικών της οργάνων (Ηγουμένου/ης και Ηγουμενοσυμβουλίου), ενώ εξυπακούεται δε μπορεί να ψηφισθεί για την ανάληψη διοικητικής θέσεως στη Μονή. Δε λαμβάνει τη μοναχική αποταγή και επομένως δεν επέρχονται από άποψης Κληρονομικού Δικαίου συνέπειες, διατηρεί την περιουσία του, θεωρούμενος από το κοινό δίκαιο ως λαϊκός (Άρχιμ. Ιερώνυμος, Νικολόπουλος, Νομικός – Θεολόγος «περί ρασοφόρων μοναχών»). Η μη απόκτηση της μοναχικής ιδιότητας του ρασοφορούντα επιβεβαιώνεται και από την «Ακολουθία εις Ρασοφορούντα», η οποία δε συνιστά θρησκευτική τελετή αλλά απλώς μια ευχή, η οποία διαβάζεται στο ρασοφορούντα και ύστερα ενδύεται με το ράσο. Η αμφίεση του ράσου δε θεωρείται πρόκριμα προσκτήσεως της μοναχικής ιδιότητας, καθώς με ράσο ενδύονται και οι ψάλτες, οι οποίοι δε θεωρούνται μοναχοί. Αντίθετα κατά την «Ακολουθία του Μεγάλου και Αγγελικού Σχήματος», η οποία συνοδεύει τη θρησκευτική τελετή της κουράς, ο καρείς μοναχός καθομολογεί τις τρεις μοναχικές απαγγελίες της παρθενίας, της ακτημοσύνης και της υπακοής και ορκίζεται να φυλάττει τον εαυτό του «εν παρθενία, σωφροσύνη και ευλάβεια», ενώ ενδύεται το χιτώνα της δικαιοσύνης και αγαλλιάσεως του Μεγάλου και Αγγελικού Σχήματος. Μετά την ακολουθία του Μεγάλου και Αγγελικού Σχήματος, ο/η ρασοφόρος γίνεται μεγαλόσχημος/η μοναχός/η, φορώντας το ράσο του Μεγάλου και Αγγελικού Σχήματος. Όπως άλλωστε έχει κριθεί και από τη νομολογία (5657/2009 απόφαση ΠΠΘες/κης, Αρμ 2010, 422), η μεγαλοσχημία ταυτίζεται με τη μοναχική κουρά καθώς η μοναχική κουρά συντρέχει στην περίπτωση που η ρασοφόρος χειροτονηθεί σε μεγαλόσχημη μοναχή.
Λένα Πολύζου
Δικηγόρος
Email: info@efotopoulou.gr