Δικηγορικό Γραφείο Ευγενίας Α. Φωτοπούλου
Βασιλίσσης Σοφίας 6 Αθήνα 106 74
Τηλέφωνο: 210 36 24 769, 211 7 80 80 80
210 30 09 019
Email: info@efotopoulou.gr

Άκυρος ως καταχρηστικός ο όρος ασφαλιστηρίου για υποχρέωση του ασφαλισμένου κοινοποίησης του συμβάντος πριν την επίδοση της αγωγής

Άκυρος ως καταχρηστικός ο όρος ασφαλιστηρίου συμβολαίου που προβλέπει υποχρέωση του ασφαλισμένου για την αστική του ευθύνη εκ της ασκήσεως του ιατρικού του επαγγέλματος ιατρού, να γνωστοποιήσει το συμβάν του ατυχήματος (την εγχείρηση) στην ασφαλιστική εταιρεία εντός 5 ημερών από την επέλευσή του, ήτοι πριν ακόμη γεννηθεί και καταστεί δικαστικώς επιδιώξιμη – μέσω της επίδοσης της αγωγής του ζημιωθέντα τρίτου σε αυτόν-  η αξίωσή του για το ασφάλισμα

Κατά τους ορισμούς του άρθρου 2 του Ν 2251/1994 «περί προστασίας των καταναλωτών» §7, σε κάθε περίπτωση καταχρηστικοί είναι ιδίως οι όροι που «α) παρέχουν στον προμηθευτή, χωρίς εύλογη αιτία, υπερβολικά μεγάλη προθεσμία αποδοχής της πρότασης του καταναλωτή για σύναψη σύμβασης, β) περιορίζουν τις ανειλημμένες συμβατικές υποχρεώσεις και ευθύνες των προμηθευτών, γ) προβλέπουν προθεσμία καταγγελίας της σύμβασης υπερβολικά σύντομη για τον καταναλωτή ή υπερβολικά μακρά για τον προμηθευτή, δ) συνεπάγονται την παράταση ή ανανέωση της σύμβασης για χρονικό διάστημα υπερβολικά μακρό, αν ο καταναλωτής δεν την καταγγείλει σε ορισμένο χρόνο, ε) επιφυλάσσουν στον προμηθευτή το δικαίωμα μονομερούς τροποποίησης ή λύσης της σύμβασης χωρίς ορισμένο, ειδικό και σπουδαίο λόγο, ο οποίος να αναφέρεται στη σύμβαση», στ) επιτρέπουν στον προμηθευτή να καταγγείλει σύμβαση αόριστης διάρκειας χωρίς εύλογη προθεσμία, ζ) επιφυλάσσουν στον προμηθευτή το δικαίωμα να κρίνει μονομερώς αν η παροχή του είναι σύμφωνη με τη σύμβαση, η) επιφυλάσσουν στον προμηθευτή το απεριόριστο δικαίωμα να ορίζει μονομερώς το χρόνο εκπλήρωσης της παροχής του, θ) ορίζουν ότι η παροχή δεν είναι υποχρεωτικό να ανταποκρίνεται στις ουσιώδεις, για τον καταναλωτή, προδιαγραφές, στο δείγμα, στις ανάγκες της ειδικής χρήσης, για την οποία την προορίζει ο καταναλωτής και την οποία αποδέχεται ο προμηθευτής ή στο συνηθισμένο προορισμό της, ι) επιτρέπουν στον προμηθευτή να μην εκτελέσει τις υποχρεώσεις του χωρίς σπουδαίο λόγο, ια) χωρίς σπουδαίο λόγο αφήνουν το τίμημα αόριστο και δεν επιτρέπουν τον προσδιορισμό του με κριτήρια ειδικά καθορισμένα στη σύμβαση και εύλογα για τον καταναλωτή, ιβ) περιορίζουν την ευθύνη του προμηθευτή για κρυμμένα ελαττώματα του πράγματος, ιγ) αποκλείουν ή περιορίζουν υπέρμετρα την ευθύνη του προμηθευτή, ιδ) προβλέπουν τη μετακύληση της ευθύνης του πωλητή, ή του εισαγωγέα αποκλειστικά στον παραγωγό του αγαθού ή σε άλλον, ιε) περιορίζουν την υποχρέωση του προμηθευτή να τηρεί τις υποχρεώσεις που έχουν αναλάβει οι εντολοδόχοι του η εξαρτούν την εκπλήρωση των υποχρεώσεων του από την τήρηση ειδικής τυπικής διαδικασίας, ιστ) επιτρέπουν στον προμηθευτή να καταγγέλλει τη σύμβαση κατά την κρίση του, αν η ίδια ευχέρεια δεν αναγνωρίζεται στον καταναλωτή, ή να παρακρατεί τα ποσά που έχουν καταβληθεί για παροχές που δεν έχουν ακόμη εκτελεσθεί από αυτόν, όταν τη σύμβαση καταγγέλλει ο ίδιος, ιζ) συνεπάγονται παραίτηση του καταναλωτή από τα δικαιώματα του σε περίπτωση μη εκπλήρωσης ή πλημμελούς εκπλήρωσης της παροχής του προμηθευτή, ακόμη και αν τον προμηθευτή βαρύνει πταίσμα, ιη) εμποδίζουν τον καταναλωτή να υπαναχωρήσει (από τη σύμβαση), όταν η αύξηση του τιμήματος σύμφωνα με τους όρους της σύμβασης είναι υπερβολική για αυτόν, ιθ) αποκλείουν ή περιορίζουν τη νόμιμη ευχέρεια του καταναλωτή να μην εκτελέσει τη σύμβαση, κ) απαγορεύουν στον καταναλωτή να επισχέσει εν όλω ή εν μέρει την καταβολή του τιμήματος, όταν ο προμηθευτής δεν εκπληρώνει τις υποχρεώσεις του, κα) επιβάλλουν στον καταναλωτή που πιστώθηκε με το τίμημα των αγαθών ή υπηρεσιών να εκδώσει μεταχρονολογημένη επιταγή, κβ) συνεπάγονται παραίτηση του καταναλωτή από τις ενστάσεις του κατά τρίτου που διαδέχεται τον προμηθευτή στη σχέση με τον καταναλωτή, κγ) απαγορεύουν στον καταναλωτή να προτείνει σε συμψηφισμό προς υποχρεώσεις του από τη σύμβαση ομοειδείς απαιτήσεις του κατά του προμηθευτή, κδ) βεβαιώνουν ότι ο καταναλωτής γνωρίζει ορισμένους όρους της σύμβασης ή την κατάσταση των προμηθευόμενων πραγμάτων ή την ποιότητα των υπηρεσιών, ενώ πραγματικά τα αγνοεί, κε) υποχρεώνουν τον καταναλωτή να προκαταβάλει υπερβολικά μεγάλο μέρος του τιμήματος πριν αρχίσει η εκτέλεση της σύμβασης από τον προμηθευτή, μολονότι ο προμηθευτής δεν ανέλαβε την υποχρέωση να εκτελέσει παραγγελία του καταναλωτή με βάση συγκεκριμένες προδιαγραφές ή χαρακτηριστικά ούτε η παροχή του προμηθευτή συνιστάται σε υπηρεσίες με κράτηση, κστ) επιτρέπουν στον προμηθευτή να απαιτήσει από τον καταναλωτή υπέρμετρες εγγυήσεις, κζ) αναστρέφουν το βάρος της απόδειξης σε βάρος του καταναλωτή ή περιορίζουν υπέρμετρα τα αποδεικτικά του μέσα, κη) περιορίζουν υπέρμετρα την προθεσμία, μέσα στην οποία ο καταναλωτής οφείλει να υποβάλει στον προμηθευτή τα παράπονα ή να εγείρει τις αξιώσεις του κατά του προμηθευτή, κθ) αναθέτουν στον προμηθευτή χωρίς σπουδαίο λόγο την αποκλειστικότητα της συντήρησης και των επισκευών του πράγματος και της προμήθειας των ανταλλακτικών, λ) επιβάλλουν στον καταναλωτή, σε περίπτωση μη εκπλήρωσης της παροχής του, υπέρμετρη οικονομική επιβάρυνση ή λα) αποκλείουν την υπαγωγή των διαφορών από σύμβαση στο φυσικό τους δικαστή με την πρόβλεψη αποκλειστικής αλλοδαπής δικαιοδοσίας ή διαιτησίας, λβ) προβλέπουν την καταβολή αποζημίωσης στον προμηθευτή, χωρίς αυτός να υποχρεούται να επικαλεστεί και να αποδείξει τη ζημία που υπέστη.»

Ο Ν.2251/1994 αποτελεί ενσωμάτωση στο εθνικό δίκαιο της οδηγίας 93/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 5-4-1993 “σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων που συνάπτονται με καταναλωτές”, στην §1 του άρθρου 3 της οποίας ορίζεται ότι “ρήτρα σύμβασης που δεν αποτέλεσε αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης, θεωρείται καταχρηστική όταν, παρά την απαίτηση καλής πίστης, δημιουργεί σε βάρος του καταναλωτή σημαντική ανισορροπία ανάμεσα στα δικαιώματα και στις υποχρεώσεις των μερών, τα απορρέοντα από τη σύμβαση”, ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 8 της ίδιας οδηγίας “τα Κράτη-μέλη μπορούν να θεσπίζουν ή διατηρούν στον τομέα που διέπεται από την παρούσα Οδηγία, αυστηρότερες διατάξεις σύμφωνες προς τη συνθήκη, για να εξασφαλίζεται μεγαλύτερη προστασία του καταναλωτή”. Με τους Γενικούς Όρους των Συναλλαγών (ΓΟΣ), είτε επιχειρείται απόκλιση από ρυθμίσεις του ενδοτικού δικαίου είτε ρυθμίζονται πρόσθετα στοιχεία που δεν αντιμετωπίζονται από διατάξεις του ενδοτικού δικαίου. Η ρύθμιση της παραγράφου 6 του άρθρου 2 του Ν.2251/1994 αποτελεί εξειδίκευση του βασικού κανόνα της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ, για την απαγόρευση της καταχρηστικής άσκησης ενός δικαιώματος ή χρήσης ενός θεσμού (της συμβατικής ελευθερίας).

Ενόψει τούτου, ο έλεγχος του κύρους του περιεχομένου ΓΟΣ βασικά προσανατολίζεται προς τη διάταξη του πιο πάνω άρθρου 281 ΑΚ. Με τους ΓΟΣ δεν απαγορεύεται η απόκλιση από οποιαδήποτε διάταξη ενδοτικού δικαίου, αλλά μόνο από εκείνες, που φέρουν “καθοδηγητικό” χαρακτήρα ή σε περίπτωση άτυπων συναλλακτικών μορφών από τα ουσιώδη, για την επίτευξη του σκοπού και τη διατήρηση της φύσης της σύμβασης, δικαιώματα και υποχρεώσεις των μερών, που απηχούν πράγματι δικαιολογημένες προσδοκίες του πελάτη για το συγκεκριμένο είδος συναλλαγής. Καταχρηστικός και συνεπώς άκυρος, είναι κάθε ΓΟΣ, ο οποίος, χωρίς επαρκή και εύλογη αιτία, αποκλίνει από ουσιώδεις και βασικές αξιολογήσεις του ενδοτικού δικαίου, δηλαδή από τις τυπικές και συναλλακτικά δικαιολογημένες προσδοκίες του πελάτη. Η καθοδηγητική λειτουργία του ενδοτικού δικαίου διαταράσσεται όταν, με το περιεχόμενο του ΓΟΣ, αλλάζει η εικόνα που έχει διαμορφωθεί με βάση τους κανόνες του ενδοτικού δικαίου για τη συγκεκριμένη συμβατική μορφή (.

Επίσης ελέγχεται, για καταχρηστικότητα, ρύθμιση ενός ΓΟΣ, με τον οποίο επέρχεται περιορισμός θεμελιωδών δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που προκύπτουν από τη φύση της σύμβασης, κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να απειλείται ματαίωση του σκοπού της. Το άρθρο 2 παρ.6 του Ν.2251/1994 στην αρχική διατύπωση χρησιμοποιούσε τον όρο “υπέρμετρη διατάραξη της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων”, πράγμα που, όχι μόνο περιόριζε σημαντικά τον έλεγχο του περιεχομένου των ΓΟΣ, αλλά και δεν ήταν σύμφωνος με τη διαληφθείσα διατύπωση του άρθρου 3 παρ.1 της Οδηγίας, η οποία ομιλεί για “σημαντική ανισορροπία ανάμεσα στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των μερών”. Η ανάγκη, σύμφωνης με την οδηγία, ερμηνείας του εθνικού δικαίου, επιβάλλει όπως ο όρος “υπέρμετρη διατάραξη” ερμηνευθεί συσταλτικά ως ουσιώδης ή σημαντική μόνο διατάραξη, που φανερά διαφέρει από την υπέρμετρη διατάραξη και δεν αποτελεί λεκτικά ισοδύναμη έκφραση της προηγούμενης διατύπωσης του Ν.2251/1994. Για τους ίδιους ως άνω λόγους, δηλαδή προς το σκοπό ερμηνείας του εθνικού δικαίου, σύμφωνης με τη διαληφθείσα Οδηγία, η πιο πάνω ερμηνεία πρέπει να συνεχισθεί και σήμερα, μετά την απάλειψη του όρου “υπέρμετρη” με το άρθρο 10 παρ.24 του Ν.2741/1999. Έτσι, η διάταξη της παρ. 6 του άρθρου 2 του Ν.2251/1994, πρέπει να ερμηνεύεται μέσω τελολογικής συστολής του γράμματος της προς την κατεύθυνση της “ουσιώδους διατάραξης” της συμβατικής ισορροπίας (ΟλΑΠ 15/2007 6/2006) Αυτή ταυτίζεται με κάθε απόκλιση από τις καθοδηγητικού και μόνου χαρακτήρα διατάξεις του ενδοτικού δικαίου ή από τις ρυθμίσεις εκείνες που είναι αναγκαίες για την επίτευξη του σκοπού και διατήρηση της φύσης της σύμβασης, με βάση το ενδιάμεσο πρότυπο του συνήθως απρόσεκτου μεν ως προς την ενημέρωση του, αλλά διαθέτοντος τη μέση αντίληψη κατά το σχηματισμό της δικαιοπρακτικής του απόφασης καταναλωτή του συγκεκριμένου είδους αγαθών ή υπηρεσιών. Έτσι, κατά τη διαδικασία προς διαπίστωση της καταχρηστικότητας ΓΟΣ, πρέπει πρώτα να ερευνάται αν υπάρχει τυπική διατάραξη ως απόκλιση από τη συνηθισμένη ρύθμιση και στη συνέχεια, να ερευνάται ο βαθμός έντασης της απόκλισης αυτής, δηλαδή αν η απόκλιση αυτή στη συγκεκριμένη περίπτωση, αφορά αξιολογικές εκτιμήσεις καθοδηγητικού χαρακτήρα. Εντέλει, κατά τον έλεγχο του κύρους του περιεχομένου ενός ΓΟΣ, εξετάζεται σε πρώτη φάση αν αντίκειται σε απαγορευτική ρήτρα, που συγκαταλέγεται στην ενδεικτική απαρίθμηση του καταλόγου του άρθρου 2 παρ.7 του Ν.2251/1994, ο οποίος περιέχει “per se” καταχρηστικές ρήτρες. Σε περίπτωση αρνητικού αποτελέσματος ελέγχεται κατά πόσο ο συγκεκριμένος ΓΟΣ περιέχει απόκλιση από ουσιώδεις αξιολογήσεις καθοδηγητικού χαρακτήρα του ενδοτικού δικαίου, όπως προεκτέθηκε (ΟλΑΠ 6/2006, ΑΠ 1987/2006). Εξάλλου, οι ΓΟΣ πρέπει, σύμφωνα με την αρχή της διαφάνειας, να παρουσιάζουν τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των μερών, κατά τρόπο ορισμένο, ορθό και σαφή (ΑΠ 652/2010 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

Βάσει των ανωτέρω η υπ’ αριθμ. 1957/2011 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (Nomos) έκρινε καταχρηστικό τον παρακάτω όρο ασφαλιστηρίου συμβολαίου με βάση το οποίο (συμβόλαιο) έχει αναλάβει την υποχρέωση η προσεπικαλουμένη – εναγόμενη στην παρεμπίπτουσα αγωγή ασφαλιστική εταιρεία, να αποζημιώσει τον ενάγοντα στην παρεμπίπτουσα αγωγή και εναγόμενο στην κύρια αγωγή ιατρό για κάθε ποσό που τυχόν θα υποχρεωθεί να καταβάλει έναντι τρίτου λόγω προκλήσεως σε αυτόν σωματικής βλάβης στα πλαίσια αστικής του ευθύνης εκ της ασκήσεως του ιατρικού του επαγγέλματος.

Πιο αναλυτικά, με τις νομίμως και εμπροθέσμως κατατεθειμένες προτάσεις της, η προσεπικαλουμένη – εναγομένη στην παρεμπίπτουσα αγωγή, αρνήθηκε την προσεπίκληση- παρεμπίπτουσα αγωγή ισχυριζόμενη ότι, σύμφωνα με το άρθρο 3 των γενικών όρων συναλλαγών που συμπεριλαμβάνονται στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο και αποτελούν περιεχόμενο της συμβατικής σχέσης της με τον αντίδικό της, σε περίπτωση που ο ασφαλισμένος δεν αναγγείλει εγγράφως κάθε ατύχημα προς την εταιρεία εντός πέντε ημερών από το συμβάν, τότε χάνει πλήρως και οριστικά κάθε δικαίωμα του έναντι της εταιρείας, και ότι κατ’ αποτέλεσμα δεν έχει καμία υποχρέωση έναντι του αντιδίκου – αντισυμβαλλομένου της, αφού, ενώ το συμβάν του ατυχήματος της σωματικής βλάβης, ήτοι η χειρουργική επέμβαση στην οποία υπεβλήθη ο ενάγων της κύριας αγωγής, έλαβε χώρα 12-7-1999, ο αντισυμβαλλόμενος της, της γνωστοποίησε για πρώτη φορά εγγράφως το περιστατικό με την από 29-4-2004 δήλωση ζημίας.

Σε αντίκρουση της νομικής βασιμότητας της ανωτέρω ενστάσεως ο προσεπικαλών και εναγών της παρεμπίπτουσας αγωγής ισχυρίστηκε, με την νομίμως και εμπροθέσμως κατατεθειμένη προσθήκη-αντίκρουση του, όπως εκτιμάται το περιεχόμενο της, ότι ο ανωτέρω γενικός όρος συναλλαγών τον οποίο επικαλείται η ασφαλιστική εταιρεία είναι άκυρος ως καταχρηστικός, αφού περιορίζει υπέρμετρα τα δικαιώματα του ενόψει ότι η ρύθμιση του αρ. 7 του νομού 2496/1997 αφενός ορίζει προθεσμία 8 ημερών από τότε που ο λήπτης της ασφάλισης έλαβε γνώση της επέλευσης της ασφαλιστικής περίπτωσης εντός της οποίας οφείλει ο προηγούμενος να ειδοποιήσει τον ασφαλιστή, αφετέρου ορίζει ως κύρωση της εκπρόθεσμης δήλωσης μόνο την αποκατάσταση της τυχόν ζημίας του ασφαλιστή και τούτο μόνο εφόσον η προαναφερθείσα καθυστέρηση ήταν υπαίτια, και όχι βέβαια την πλήρη και οριστική απώλεια των δικαιωμάτων του εκ της σύμβασης ασφαλίσεως έναντι του ασφαλιστή. Μάλιστα, όπως επιπροσθέτως εξέθεσε, η επίδοση της υπό κρίση κύριας αγωγής συντελέστηκε προς αυτόν μόλις στις 22-4-2004, ήτοι επτά ημέρες προ της ημερομηνίας που ειδοποίησε την ασφαλιστική εταιρεία περί της εν λόγω αγωγής.          Ο ανωτέρω ισχυρισμός συνιστά αντένσταση και στρέφεται κατά της νομικής βασιμότητας της προεκτεθείσης ενστάσεως της παρεμπιπτόντως εναγομένης. Ο προσεπικαλών – ενάγων της παρεμπίπτουσας αγωγής υπάγεται στις ρυθμίσεις του νόμου 2251/1994, διότι είναι ο τελικός αποδέκτης των υπηρεσιών που του προσέφερε η ασφαλιστική εταιρεία, ήτοι της ασφαλιστικής κάλυψης της αστικής ευθύνης του έναντι τρίτων λόγω τραυματισμού εκ της ασκήσεως του ιατρικού επαγγέλματος του και έτσι δεν αποτελεί ενδιάμεσο κρίκο στην εμπορική αλυσίδα.

Ειδικότερα, εν προκειμένω, η αξίωση του προσεπικαλούντος – ενάγοντος της παρεμπίπτουσας αγωγής γεννήθηκε και έγινε δικαστικώς επιδιώξιμη στις 22-4-2004, ήτοι όταν του επεδόθη η υπό κρίση κύρια αγωγή. Ως εκ τούτου, προκύπτει ότι ο προσεπικαλών – ενάγων της παρεμπίπτουσας αγωγής εκπλήρωσε την υποχρέωση της γνωστοποίησης έναντι της αντισυμβαλλομένης του ασφαλιστικής εταιρείας εντός επτά ημερών από την επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης.      Ωστόσο, ο ως άνω Γ.Ο.Σ., του οποίου την εφαρμογή επικαλείται η προσεπικαλουμένη – εναγόμενη στην παρεμπίπτουσα αγωγή, προέβλεπε την υποχρέωση από την πλευρά του ασφαλισμένου της γνωστοποίησης του ατυχήματος εντός πέντε ημερών από την επέλευση του — ούτε καν από της γνώσεως της επέλευσης του – , δηλαδή πριν ακόμη γεννηθεί και καταστεί δικαστικώς επιδιώξιμη η αξίωση του για το ασφάλισμα. Να σημειωθεί ότι κατά το ισχύον κατά το ένδικο χρονικό διάστημα άρθρο 10 του Ν. 2426/1997, «αξιώσεις που πηγάζουν από την ασφαλιστική σύμβαση παραγράφονται στις ασφαλίσεις ζημιών μετά από τέσσερα (4) χρόνια και στις ασφαλίσεις προσώπων μετά από πέντε (5) χρόνια, από του τέλους του έτους, μέσα στο οποίο γεννήθηκαν». Κατά δε το άρθρο 251 ΑΚ, η παραγραφή αρχίζει από τότε που γεννήθηκε η αξίωση και είναι δυνατή η δικαστική επιδίωξή της. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών και του άρθρου 201 ΑΚ συνάγεται, ότι στη σύμβαση της ασφάλισης της αστικής ευθύνης έναντι των τρίτων, η αξίωση του ασφαλισμένου από τη σύμβαση αυτή κατά του ασφαλιστή γεννιέται, όταν ο τρίτος, που υπέστη τη ζημία, και έναντι του οποίου ευθύνεται προς αποζημίωση ο ασφαλισμένος, επιδώσει προς τον τελευταίο τη σχετική με την αποκατάσταση της ζημίας του αγωγή. Και τούτο διότι από τότε επέρχεται η ασφαλιστική περίπτωση, έστω και αν δεν έχει προσδιοριστεί με δικαστική απόφαση ή με εξώδικο συμβιβασμό το μέγεθος της αξίωσης του ζημιωθέντος τρίτου, και από τότε καθίσταται δυνατή η δικαστική επιδίωξη της αξίωσης του ασφαλισμένου έναντι του ασφαλιστή (ΑΠ 293/2008, ΑΠ 231/2010 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

Το Δικαστήριο έκρινε, λοιπόν βάσει όλων των ανωτέρω, ο ως άνω ΓΟΣ που έθετε επιπλέον ως κύρωση μη εμπρόθεσμης εκπλήρωσης της υποχρέωσης της πενταήμερης γνωστοποίησης από τον συμβάν, την πλήρη και οριστική απαλλαγή της αντισυμβαλλόμενης Ασφαλιστικής εταιρείας από την υποχρέωση της να καταβάλει το ασφάλισμα, μολονότι δεν προσκρούει σε αναγκαστικού δικαίου ρυθμίσεις του άρθρου 7 του νόμου 2496/1997, ενόψει του ότι σύμφωνα με την παρ 6 αυτού χωρεί η διεύρυνση των περιπτώσεων απαλλαγής του ασφαλιστή με συμβατική ρύθμιση με όριο βέβαια την καταχρηστικότητα συμβατικά διαμορφωμένης ρύθμισης στις περιπτώσεις που ο ασφαλισμένος ενεργεί στην ασφάλιση για κάλυψη επαγγελματικών κινδύνων, ωστόσο, λαμβανομένης υπόψη και της φύσης των υπηρεσιών που αφορά η ασφαλιστική σύμβαση, το σύνολο των ειδικών συνθηκών κατά τη σύναψη της, και τους λοιπούς όρους της εν λόγω σύμβασης, εντούτοις ανατρέπει ανεπίτρεπτα τις συναλλακτικά δικαιολογημένες προσδοκίες του καταναλωτή για την εκπλήρωση της σύμβασης, που αφορά στο συγκεκριμένο είδος συναλλαγής, και ως εκ τούτου επιφέρει, προφανώς σημαντική ανισορροπία ανάμεσα στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των μερών, κατά τρόπο μάλιστα αντίθετο προς το νόμο και τα χρηστά ήθη, αφού εκτός των προαναφερθέντων περιέχει και μεταβολή δρακόντειας μορφής των όρων παραγραφής (275 ΑΚ) (Α. Αργυριάδης στοιχεία ασφαλιστικού δικαίου εκδ. 2007 σελ. 76) και επομένως τυγχάνει τούτος άκυρος χωρίς όμως να θίγεται το κύρος ολόκληρης της σύμβαση ασφάλισης, αφού δεν συνάγεται ότι δεν θα είχε αυτή επιχειρηθεί αυτή χωρίς το άκυρο μέρος.

Αμυγδαλιά Τσιάρα, δικηγόρος

amygdalia@efotopoulou.gr

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Το email σας δεν θα δημοσιευτεί