Δικηγορικό Γραφείο Ευγενίας Α. Φωτοπούλου
Βασιλίσσης Σοφίας 6 Αθήνα 106 74
Τηλέφωνο: 210 36 24 769, 211 7 80 80 80
210 30 09 019
Email: info@efotopoulou.gr

Τα δικαιώματα εργοδότη στην περίπτωση της πλημμελούς εκπλήρωσης σύμβασης έργου

Με τη διάταξη του άρθρου 681 του ΑΚ καθορίζονται τα ουσιώδη στοιχεία της σύμβασης έργου, τα οποία είναι η συμφωνία των συμβαλλομένων, το έργο και η αμοιβή, η οποία μπορεί να συνίσταται και σε είδος. Καταβάλλεται δε η αμοιβή σύμφωνα με το άρθρο 694 του ίδιου κώδικα, κατά την παράδοση του έργου, εκτός αν η παράδοση τούτου συμφωνήθηκε κατά τμήματα, οπότε καταβάλλεται με την παράδοση κάθε τμήματος. Ως παράδοση νοείται η πλήρης εκπλήρωση της κύριας υποχρέωσης του εργολάβου με την προσπόριση του έργου στον εργοδότη, δηλαδή η περιέλευση του έργου στη σφαίρα εξουσιάσεως του τελευταίου, το οποίο όμως πρέπει να είναι το προσήκον, δηλαδή να μην είναι εντελώς διαφορετικό από εκείνο που συμφωνήθηκε, γιατί αλλιώς δεν θεωρείται ότι ο εργολάβος εκπλήρωσε πρώτος την βαρύνουσα αυτόν υποχρέωση. Από το συνδυασμό, δε των διατάξεων των άρθ. 688, 689, 690, και 694 ΑΚ προκύπτει ότι ένα έργο θεωρείται περατωμένο ή εκτελεσμένο έστω και αν έχει ελλείψεις συμφωνημένων ιδιοτήτων ή πραγματικά ελαττώματα, ακόμη και ουσιώδη που το καθιστούν άχρηστο. Στην περίπτωση αυτή ο κύριος του έργου έχει, υπό προϋποθέσεις, ορισμένα δικαιώματα, όπως εκείνο της αναστροφής της συμβάσεως ή της μειώσεως της αμοιβής ή εκείνο της αποζημιώσεως, ενώ δεν έχει ούτε τις κατά τις γενικές διατάξεις ενστάσεις της μη εκπληρώσεως ή της μη προσήκουσας εκπληρώσεως της συμβάσεως (άρθρ. 374 Α.Κ.), ούτε τα δικαιώματα από τα άρθ. 380 επ. 383 επ. σε συνδυασμό με τα άρθ. 337, 343 παρ. 2, 384, 386 και 387 ΑΚ για τις περιπτώσεις της αδυναμίας ή της υπερημερίας του εργολάβου σχετικά με τη μη προσήκουσα εκπλήρωση της παροχής του, άρα ούτε απαλλαγής του από την αντιπαροχή (καταβολή της αμοιβής του εργολάβου), εκτός αν α) εξαιτίας της ελλείψεως ιδιοτήτων ή των ελαττωμάτων το έργο που παραδόθηκε ή προσφέρθηκε είναι εντελώς διαφορετικό από εκείνο που συμφωνήθηκε ως εκτελεστέο, αφού τότε δεν υπάρχει εκπλήρωση της παροχής και ο εργολάβος δεν δικαιούται να αξιώσει την αμοιβή του, ή β) έχει συμφωνηθεί μεταξύ κυρίου του έργου και εργολάβου αντίθετη της πιο πάνω ρύθμισης. Τούτο διότι, οι διατάξεις για έλλειψη ιδιοτήτων ή ελαττωμάτων του έργου και οι σχετικές από αυτές ρυθμίσεις έχουν χαρακτήρα διατάξεων ενδοτικού δικαίου (ΑΠ 931/2010, 503/2010, 1336/2008). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 700 του Α.Κ, ο εργοδότης έχει το δικαίωμα έως την αποπεράτωση του έργου να καταγγείλει οποτεδήποτε τη σύμβαση. Αν γίνει καταγγελία, οφείλεται στον εργολάβο η συμφωνημένη αμοιβή, αφαιρείται, όμως, από αυτήν η δαπάνη που εξοικονομήθηκε από τη ματαίωση της σύμβασης, καθώς και οτιδήποτε άλλο ωφελήθηκε ο εργολάβος από άλλη εργασία του ή παρέλειψε με δόλο να ωφεληθεί. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει σαφώς ότι, αν ο εργοδότης καταγγείλει τη σύμβαση πριν από την περάτωση του έργου, αυτή λύεται για το μέλλον και ο εργοδότης υποχρεούται να παραλάβει το έργο στην κατάσταση που βρίσκεται κατά την καταγγελία και να καταβάλει στον εργολάβο ολόκληρη τη συμφωνημένη αμοιβή, από την οποία, μετά από ένσταση του εργοδότη, μπορούν να αφαιρεθούν τα άνω ποσά. Η εν λόγω διάταξη, είναι ενδοτικού δικαίου και δεν αποκλείει αντίθετες συμφωνίες των μερών, με τις οποίες περιορίζονται είτε το δικαίωμα καταγγελίας του εργοδότη, είτε το δικαίωμα του εργολάβου προς λήψη ολόκληρης της συμφωνημένης αμοιβής. Από το ότι με την καταγγελία λύεται τη σύμβαση εργολαβίας για το μέλλον και αυτή διατηρείται ισχυρά μέχρι της καταγγελίας συνάγεται ότι ο εργοδότης διασώζει τα εκ των άρθρων 688 – 690 Α.Κ. δικαιώματά του, εκτός αν αποκλείσθηκαν με αντίθετη συμφωνία, όπως και πιο πάνω αναφέρθηκε. Περαιτέρω, ο προβλεπόμενος από το άρθρο 288 ΑΚ υπέρ του οφειλέτη, αλλά και του δανειστή, αναγκαστικού δικαίου κανόνας, σύμφωνα με τον οποίο “ο οφειλέτης έχει υποχρέωση να εκπληρώσει την παροχή όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη”, αφορά την εκπλήρωση κάθε υποχρεώσεως του οφειλέτη ή του δανειστή που απορρέει από οποιαδήποτε έγκυρη ενοχική σχέση, εφόσον δεν προβλέπεται από το νόμο άλλη προστασία των προσώπων της, κατά την εκπλήρωση των υποχρεώσεών τους ή προβλέπεται μεν, αλλά δεν συντρέχουν οι απαιτούμενες ειδικές προϋποθέσεις. Η προαναφερόμενη αρχή λειτουργεί, τόσο ως συμπληρωματική, όσο και ως διορθωτική ρήτρα των δικαιοπρακτικών βουλήσεων και χωρίς απαραίτητα τη συνδρομή ειδικών συνθηκών εξ αιτίας των οποίων να μεταβλήθηκαν οι προϋποθέσεις που απαιτούνται για να εκπληρωθούν στο συμφωνημένο μέτρο οι συμβατικές παροχές, αλλά αρκεί ότι απαιτεί τη συμπλήρωση ή διόρθωση η καλή πίστη αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη. Αν ο νομοθέτης ήθελε ως απαραίτητη προϋπόθεση εφαρμογής του άρθρου 288 ΑΚ μεταβολή των περιστατικών στα οποία τα μέρη στήριζαν τη σύναψη αμφοτεροβαρούς σύμβασης, ύστερα από λόγους που ήταν έκτακτοι και δεν μπορούσαν να προβλεφθούν θα όριζε τούτο ρητώς, όπως το όρισε στη διάταξη του άρθρου 388 ΑΚ. Στις περιπτώσεις αυτές το δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τον ως άνω αναφερόμενο κανόνα, κατ` απόκλιση από όσα έχουν συμφωνηθεί προσδιορίζει την παροχή ή αντιπαροχή που συμφωνήθηκε, περιστέλλοντας, επεκτείνοντας ή συμπληρώνοντάς την, όταν αυτό επιβάλλει η καλή πίστη, ήτοι με βάση αντικειμενικά κριτήρια αντλούμενα από την έννομη τάξη και τις αντιλήψεις που κρατούν στις συναλλαγές ( ΑΠ 1801/2011). Τέλος, προβολή του δικαιώματος από το άρθρο 288 ΑΚ, με ένσταση επιτρέπεται, όχι προς διάπλαση μιας έννομης κατάστασης, αλλά απλώς προς μερική ή ολική απόρριψη της αγωγής ( ΑΠ 1035/2001, 877/2013 ΑΠ).

Λένα Πολύζου

Δικηγόρος

info@efotopoulou.gr

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Το email σας δεν θα δημοσιευτεί