Δικηγορικό Γραφείο Ευγενίας Α. Φωτοπούλου
Βασιλίσσης Σοφίας 6 Αθήνα 106 74
Τηλέφωνο: 210 36 24 769, 211 7 80 80 80
210 30 09 019
Email: info@efotopoulou.gr

Στοιχεία ορισμένου αγωγής διανομής κοινού πράγματος και αγωγής κληρονομιαίου ακινήτου

Κατά τους ορισμούς του άρθρου 785 εδ. α΄ ΑΚ «αν ένα δικαίωμα ανήκει σε περισσότερους από κοινού, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, υπάρχει ανάμεσα τους κοινωνία κατ’ ιδανικά μέρη». Σύμφωνα δε με το άρθρο 795 ΑΚ «κάθε κοινωνός έχει δικαίωμα να απαιτήσει οποτεδήποτε τη λύση της κοινωνίας, εφόσον το δικαίωμα αυτό δεν αποκλείεται από δικαιοπραξία ή από τον προορισμό του κοινού πράγματος για κάποιο διαρκή σκοπό», διότι όπως αναφέρεται στην υπ’ αρ. 4127/2001 απόφαση του Εφετείου Αθηνών (Δ/ΝΗ 2003/1402 και ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ) «και κατά το ρωμαϊκό δίκαιο “κοινωνία εις απέραντου ου συνίσταται”».

Έτσι, κατ’ άρθρο 798 ΑΚ «η λύση της κοινωνίας επέρχεται με διανομή». Εκούσια διανομή είναι εκείνη που γίνεται με τη σύμφωνη γνώμη όλων των κοινωνών, δικαστική δε διανομή είναι η διανομή της κοινωνίας που γίνεται με απόφαση του Δικαστηρίου, κατόπιν ασκήσεως αγωγής από έναν ή περισσοτέρους κοινωνούς. Η αγωγή διανομής κοινού πράγματος είναι μικτή αγωγή, δηλ. έχει χαρακτήρα εμπράγματο και ενοχικό. Ο εμπράγματος χαρακτήρας της αγωγής προκύπτει από το ότι για το παραδεκτό της απαιτείται συγκυριότητα του ενάγοντος στο κοινό πράγμα και η αναγνώριση του δικαιώματος αυτού με ταυτόχρονο προσδιορισμό της μερίδας κάθε κοινωνού αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση της δικαστικής διανομής (άρθ. 479 ΚΠολΔ). Ο προσωπικός χαρακτήρας της αγωγής προκύπτει από το ότι με αυτήν μπορούν να επιδιωχθούν και οι προσωπικές ή ενοχικές αξιώσεις από την κοινωνία (802 ΑΚ) λόγω δαπανών (794 ΑΚ), από την λήψη ωφελημάτων (792 παρ. 2 ΑΚ) κτλ.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1113, 795, 798 και 799 ΑΚ, 478 επ., 118 αριθ.4, 216 παρ.1α και 224 εδαφ. β ΚΠολΔ, προκύπτει, όπως διαπιστώνει η υπ’ αρ. 619/2012 απόφαση του Αρείου Πάγου, ότι τα απαραίτητα κατά νόμο στοιχεία της βάσης της αγωγής με την οποία ζητείται η διανομή κοινού πράγματος είναι 1) η συγκυριότητα του ενάγοντος, 2) η μεταξύ αυτού και του εναγομένου κοινωνία, 3) η ακριβής περιγραφή του διανεμητέου ακινήτου,4) η μη συμφωνία του εναγομένου για εξώδικη διανομή και 5) σχετικό αίτημα (βλ. Κ. Παπαδόπουλο: Αγωγές Εμπραγμάτου Δικαίου, 1989, σελ. 401, 402, 404, Βαθρακοκοίλη ΑΚ, υπ’ άρθ. 478 αριθ. 1, 4, 11, 13, 32). Ειδικότερα, βάση της αγωγής διανομής κοινού πράγματος είναι η συγκυριότητα του ενάγοντα με τους καθ` ων απευθύνεται αυτή, το στοιχείο δε αυτό αρκεί να περιέχεται στην αγωγή, χωρίς να είναι απαραίτητο να εκτίθεται σ` αυτή και ο τρόπος με τον οποίο ο ενάγων ή ο εναγόμενος έγινε συγκύριος του διανεμητέου πράγματος. Η έρευνα ως προς αυτό γίνεται από το δικαστήριο παρεμπιπτόντως, μόνο εφόσον αμφισβητηθεί από τον εναγόμενο, οπότε και υποχρεούται ο ενάγων, με τις προτάσεις του της πρώτης στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο συζήτησης της αγωγής, να καθορίσει τον τρόπο με τον οποίο έγινε αυτός-εναγόμενος-συγκύριος, αλλιώς η αγωγή καθίσταται αόριστη και απορρίπτεται.

Συνάγεται δηλαδή ότι για την κατάφαση του ορισμένου της αγωγής διανομής κοινού πράγματος καταρχήν δεν απαιτείται να εκτίθεται ο τρόπος που προέκυψε η κοινωνία, ήτοι δεν είναι αναγκαίο να εκτίθεται στην αγωγή ο τρόπος με τον οποίο ο κάθε διάδικος έγινε συγκύριος επί του διανεμητέου πράγματος. Αν όμως ο ενάγων στηρίζει την συγκυριότητά του σε παράγωγο τρόπο κτήσεως της κυριότητας, αρκεί για την πληρότητα της αγωγής του να επικαλεσθεί με τις προτάσεις του τη συμβατική μεταβίβασή της με συμβολαιογραφικό έγγραφο και τη μεταγραφή αυτού, εκτός αν ο εναγόμενος αμφισβητήσει με τις προτάσεις της πρώτης πρωτοβάθμιας συζήτησης και την κυριότητα και των δικαιοπαρόχων του, οπότε πρέπει να επικαλεσθεί και αυτήν ώστε να φθάσει σε κτήση κυριότητας με πρωτότυπο τρόπο (βλ. ΑΠ 1617/2005 και τις νομολογιακές παραπομπές σε Γεωργιάδη Απ., ΣΕΑΚ, 2013, άρθρο 799, αρ. 25).

Έτσι και στην περίπτωση που το διανεμητέο ακίνητο προέρχεται από κληρονομία, σύμφωνα με τα άρθρα 1710 παρ.1, 1193, 1195, 1198 και 1199 ΑΚ, η κληρονομική διαδοχή, είτε χωρεί εκ του νόμου, είτε εκ διαθήκης, αποτελεί παράγωγο τρόπο κτήσης της κυριότητας, η κυριότητα όμως των ακινήτων που περιλαμβάνονται στην κληρονομία, μεταβιβάζεται στον κληρονόμο αναδρομικώς από το χρόνο θανάτου του κληρονομουμένου, μόνον εφόσον αυτός (κληρονόμος) αποδεχθεί με δημόσιο έγγραφο της κληρονομία και η αποδοχή αυτή μεταγραφεί ή εκδοθεί κληρονομητήριο και μεταγραφεί αυτό. Η υπ’ αρ. 619/2012 ΑΠ αποφαίνεται για το πρόσθετο αυτό στοιχείο του ορισμένου της εν λόγω αγωγής διανομής κληρονομιαίου ακινήτου : «επί αγωγής διανομής κοινού πράγματος, που η συγκυριότητα του ενάγοντος στο επίδικο ακίνητο στηρίζεται στην κληρονομική διαδοχή, αποτελούν στοιχεία του κύρους αυτής, κατά τη διάταξη του άρθρου 216 παρ.1 ΚΠολΔ, τόσο η αποδοχή της κληρονομίας, όσο και η μεταγραφή της ή η έκδοση κληρονομητηρίου και η μεταγραφή αυτού, η παράλειψη δε των στοιχείων αυτών στην αγωγή, καθιστά την τελευταία αόριστη, της αοριστίας αυτής μη δυναμένης να συμπληρωθεί με τις προτάσεις της πρώτης συζήτησής της (αγωγής)» (βλ. και τις νομολογιακές παραπομπές σε Γεωργιάδη Απ., ΣΕΑΚ, 2013, άρθρο 799, αρ. 26).

Χαρακτηριστική είναι και η υπ’ αρ. 30/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κέρκυρας, η οποία εκτός από την αναφορά στα απαραίτητα στοιχεία για το ορισμένο της αγωγής συμβάλει στον προβληματισμό σχετικά με τη διχογνωμία για την καθολικότητα ή μη της αγωγής διανομής κοινού κλήρου (1887ΑΚ)(βλ. για τη διχογνωμία αυτή ενδεικτικά σε Γεωργιάδη Απ., ΣΕΑΚ, 2013, άρθρο 1887, αρ. 9-10 και σε Πίψου Λήδα, Δικαστική Διανομή, 2006, §3 II, σσ. 94-95):

«Εξάλλου, εκ των διατάξεων των άρθρων 1887 ΑΚ, κατά τις οποίες κάθε συγκληρονόμος έχει δικαίωμα οποτεδήποτε να ζητήσει τη διανομή της κληρονομιάς, δυνάμενος να ζητήσει αυτούσια τη μερίδα του στα κινητά και τα ακίνητα της κληρονομιάς, σαφώς συνάγεται ότι η δυνατότητα δικαστικής διανομής υφίσταται και σε περίπτωση κοινού κλήρου, η δε σχετική αγωγή δεν διαφέρει από την αγωγή κοινού πράγματος παρά μόνο στο ότι η νομιμοποίηση εκείνου που ζητά τη διανομή του κλήρου στηρίζεται στο κληρονομικό δικαίωμα και στην ιδιότητα των διανεμητέων πραγμάτων ως κληρονομιαίων (Κ. Παπαδόπουλος, Αγωγές Κληρονομικού Δικαίου, Τόμος 2ος, Αθήνα 1995, παρ. 364, σελ. 456). Θα πρέπει δε να σημειωθεί ότι κάθε διανομή, εξώδικη ή δικαστική, περιέχει διάθεση και συγκεκριμένα απαλλοτρίωση με αντάλλαγμα και συνεπώς προδιαθέτει την ύπαρξη κυριότητας στα διανεμητέα αντικείμενα. Ειδικότερα κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 1113 και 799 ΑΚ, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 478 επ. ΚΠολΔ, βάση της αγωγής διανομής κοινού πράγματος είναι η συγκυριότητα των διαδίκων και το στοιχείο αυτό πρέπει να περιέχεται στην αγωγή. Ειδικότερα, στη δίκη διανομής, κρίνεται μεταξύ όλων των εναγόντων και των εναγομένων, ως προδικαστικό, το ζήτημα της συγκυριότητας των ομοδίκων και το ποσοστό αυτής, η δε διάγνωση του ζητήματος αυτού αποτελεί βάση της απόφασης που διατάσσει τη διανομή (ΑΠ 938/1996, ΕλλΔνη 1997, 1073, ΕφΑΘ 2237/2003, ΕΔΠολ 2003, 241, Κ. Παπαδόπουλος, Αγωγές Εμπραγμάτου Δικαίου, Αθήνα 1989, σελ. 459).

Εξάλλου, η κυριότητα επί των διανεμητέων αντικειμένων, όταν αυτά είναι κληρονομιαία ακίνητα μπορεί να αποκτηθεί σύμφωνα με τα άρθρα 1846,1198 και 1193 ΑΚ μόνο από και με τη μεταγραφή της αποδοχής της κληρονομιάς ή του κληρονομητηρίου ή πιστοποιητικού του αρμοδίου γραμματέα του Πρωτοδικείου περί μη αποποιήσεως της κληρονομιάς. Πριν από τις ως άνω πράξεις δεν μεταβιβάζεται η κυριότητα των κληρονομιαίων ακινήτων στους κληρονόμους, ούτε μπορεί να ασκηθεί αγωγή διανομής ακινήτου, γιατί η διανομή, όπως προαναφέρθηκε, περιέχει διάθεση του εξ αδιαιρέτου μεριδίου έναντι ανταλλάγματος ορισμένου τμήματος του επικοίνου πράγματος (Mπαλής, Κληρον. Δ., έκδ. Ε’, παρ. 226, σελ. 361). Για το λόγο αυτό ο συγκύριος ακινήτου εξ αδιαιρέτου με κληρονόμους του αποβιώσαντος συγκυρίου, δικαιούται ως έχων έννομο συμφέρον (άρθρο 1194 ΑΚ) να μεταγράψει την αποδεκτή γενομένη από τους κληρονόμους κληρονομιά και αν μεν υπάρχει έγγραφο αποδοχής, να μεταγράψει αυτό τούτο το έγγραφο (Mπαλής, ό.π., παρ. 175, σελ. 272), αν δε δεν υπάρχει έγγραφο αποδοχής, να προκαλέσει ο ίδιος την έκδοση κληρονομητηρίου από το αρμόδιο Δικαστήριο, το οποίο και να μεταγράψει, ή αντ’ αυτού να μεταγράψει οποιοδήποτε έγγραφο αποδεικνύει την αποδοχή κληρονομιάς, όπως το πιστοποιητικό μη αποποίησης (ΠΠρθεσ 23799/1995, Αρμ. 1996, 318).

Περαιτέρω, στο δικόγραφο της αγωγής με την οποία ζητείται η διανομή κληρονομιαίου ακινήτου, πρέπει τόσο για την ενεργητική όσο και για την παθητική νομιμοποίηση της, να αναφέρεται ότι έχει γίνει μεταγραφή της αποδοχής τόσο του κληρονομικού μεριδίου του ενάγοντος ή των εναγόντων, όσο και του εναγομένου ή των εναγομένων. Ενόψει όμως του άρθρου 69 παρ. 1 στοιχ. ε’ ΚΠολΔ, με το οποίο παρέχεται η δυνατότητα να ζητηθεί δικαστική προστασία και όταν το δικαίωμα τελεί υπό αναβλητική αίρεση ή προθεσμία, γίνεται δεκτό ότι η μη μεταγραφή της αποδοχής, ή του κληρονομητηρίου ή του πιστοποιητικού μη αποποιήσεως, έως τη συζήτηση της αγωγής, δεν έχει ως αποτέλεσμα την απόρριψη της ως απαράδεκτης, αλλά ότι το Δικαστήριο εφαρμόζοντας την παραπάνω διάταξη, διατάζει τη διανομή, αφού προηγουμένως πληρωθεί η αίρεση της μεταγραφής, η οποία οποτεδήποτε και να γίνει, έχει αναδρομική δύναμη, δηλαδή ανατρέχει στο χρόνο του θανάτου του κληρονομουμένου. Για τον σκοπό αυτό το Δικαστήριο μπορεί, μετά τη διαπίστωση της ύπαρξης και της έκτασης του κληρονομικού μεριδίου των διαδίκων, να διατάξει την επανάληψη της συζήτησης, για να τους δώσει την ευκαιρία να προβούν στη μεταγραφή της οικίας πράξης αποδοχής κληρονομιάς ή εφ’ όσον εκδίδεται προδικαστική απόφαση, να διατάξει την προσκόμιση των σχετικών ως άνω εγγράφων μεταγεγραμμένων (ΑΠ 428/1965, ΝοΒ 14,293, ΕφΑΘ 11575/1986, ΕλλΔνη 1988, 142, ΠΠρΘεσ 23799/1995, ό.π., ΠΠρΛαρ 622/2000, Δικογραφία 2000,106, ΠΠρΘεσ 8990/1988, ΕλλΔνη 1992,418, Ν. Παπαντωνίου, Κληρονομικό Δίκαιο, έκδοση 4η, 1985, σελ. 467-Σύμφωνα όμως με άλλη αντίθετη γνώμη, ο ενάγων δεν χρειάζεται να αναφέρει στην αγωγή του ότι ο εναγόμενος έχει αποδεχθεί την κληρονομιά και έχει μεταγράψει τη δήλωση της αποδοχής, αλλά μόνο σε περίπτωση που ο εναγόμενος αμφισβητήσει την παθητική του νομιμοποίηση, είναι υποχρεωμένος να εκθέσει στις προτάσεις του, κατά το άρθρο 224 ΚΠολΔ, τον τρόπο με τον οποίο έγινε συγκύριος ο εναγόμενος (ΑΠ 821/1991, ΕλλΔνη 1992, 810, ΑΠ 480/1984, ΝοΒ 33,417, ΕφΑΘ 3166/1993, ΕλλΔνη 35,448, Κ. Παπαδόπουήθ5, ό.π. παρ. 369, σελ. 460 επ.)».

 

Θεώνη Κάδρα, Δικηγόρος

e-mail: info@efotopoulou.gr

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Το email σας δεν θα δημοσιευτεί