Διεθνής δικαιοδοσία για δίκες ρύθμισης του δικαιώματος επικοινωνίας στις περιπτώσεις μετοικεσίας του ενός γονέα με το τέκνο και απόκτηση νέας συνήθους διαμονής κατά τους ορισμούς του Κανονισμού 2201/2003
Σύμφωνα με το άρθρο 8 υπό τον τίτλο «Γενική Δικαιοδοσία», του Κανονισμού (ΕΚ) αριθμός 2201/2003 του Συμβουλίου, της 27ης Νοεμβρίου 2003, για τη διεθνή δικαιοδοσία και την αναγνώριση και εκτέλεση αποφάσεων σε γαμικές διαφορές και διαφορές γονικής μέριμνας με τον οποίο καταργήθηκε ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1347/2000, «τα δικαστήρια κράτους μέλους έχουν δικαιοδοσία επί θεμάτων που αφορούν τη γονική μέριμνα παιδιού, το οποίο έχει συνήθη διαμoνή σε αυτό το κράτος μέλος κατά τη στιγμή της άσκησης της προσφυγής».
Σύμφωνα δε με τη διάταξη του άρθρου 9 παρ. 1 του ανωτέρω κανονισμού, όταν ένα παιδί μετοικεί νομίμως από ένα κράτος μέλος σε άλλο, και αποκτά σε αυτό νέα συνήθη διαμονή, τα δικαστήρια του κράτους μέλους της προηγούμενης συνήθους διαμονής του παιδιού διατηρούν την αρμοδιότητά τους κατά παρέκκλιση του άρθρου 8, για περίοδο τριών μηνών μετά τη μετοικεσία, προκειμένου να τροποποιήσουν απόφαση η οποία αφορά το δικαίωμα επικοινωνίας εκδοθείσα σε αυτό το κράτος μέλος πριν από τη μετοικεσία του παιδιού, εφόσον ο δικαιούχος του δικαιώματος επικοινωνίας, δυνάμει της αποφάσεως που αφορά το δικαίωμα επικοινωνίας εξακολουθεί να διαμένει συνήθως στο κράτος μέλος της προηγούμενης συνήθους διαμονής του παιδιού.
Συγκεκριμένα, το άρθρο 9 ορίζει:
«∆ιατήρηση της αρµοδιότητας της προγενέστερης συνήθους διαµονής του παιδιού
- Όταν ένα παιδί µετοικεί νοµίµως από ένα κράτος µέλος σε άλλο και αποκτά σε αυτό νέα συνήθη διαµονή, τα δικαστήρια του κράτους µέλους της προηγούµενης συνήθους διαµονής του παιδιού διατηρούν την αρµοδιότητά τους, κατά παρέκκλιση του άρθρου 8, για περίοδο τριών µηνών µετά τη µετοικεσία, προκειµένου να τροποποιήσουν απόφαση η οποία αφορά το δικαίωµα επικοινωνίας εκδοθείσα σε αυτό το κράτος µέλος πριν από τη µετοικεσία του παιδιού, εφόσον ο δικαιούχος του δικαιώµατος επικοινωνίας δυνάµει της αποφάσεως που αφορά το δικαίωµα επικοινωνίας εξακολουθεί να διαµένει συνήθως στο κράτος µέλος της προηγούµενης συνήθους διαµονής του παιδιού.
- Η παράγραφος 1 δεν εφαρµόζεται εάν ο δικαιούχος του δικαιώµατος προσωπικής επικοινωνίας που προβλέπεται στην παράγραφο 1 έχει αποδεχθεί την αρµοδιότητα των δικαστηρίων του κράτους µέλους της νέας συνήθους διαµονής του παιδιού συµµετέχοντας σε διαδικασία ενώπιον των δικαστηρίων αυτού του κράτους µέλους χωρίς να αµφισβητήσει την αρµοδιότητά τους.»
Με την ως άνω διάταξη ενθαρρύνονται οι δικαιούχοι της γονικής μέριμνας να συμφωνούν σχετικά με τις απαραίτητες προσαρμογές των δικαιωμάτων επικοινωνίας πριν από τη μετοικεσία και, εάν αυτό αποδειχθεί αδύνατο, να προσφεύγουν στο αρμόδιο δικαστήριο για την επίλυση της διαφοράς. Δεν εμποδίζει ουδόλως ένα πρόσωπο να μετακινείται στο εσωτερικό της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, αλλά παρέχει εγγύηση ότι το πρόσωπο που δεν μπορεί πλέον να ασκήσει τα δικαιώματα της επικοινωνίας όπως πριν, δεν οφείλει να προσφύγει στα δικαστήρια του νέου κράτους μέλους, αλλά μπορεί να ζητήσει την κατάλληλη προσαρμογή του δικαιώματος επικοινωνίας ενώπιον του δικαστηρίου που του χορήγησε το δικαίωμα αυτό εντός προθεσμίας τριών μηνών μετά τη μετοικεσία. Τα δικαστήρια του νέου κράτους μέλους δεν έχουν αρμοδιότητα όσον αφορά το δικαίωμα επικοινωνίας κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου. Το άρθρο 9 εφαρμόζεται μόνο στην περίπτωση που ο δικαιούχος επικοινωνίας επιθυμεί να τροποποιήσει μία προηγούμενη απόφαση σχετικά με το δικαίωμα αυτό. Εάν δεν έχει εκδοθεί απόφαση για το δικαίωμα επικοινωνίας από τα δικαστήρια του κράτους μέλους προέλευσης, το άρθρο 9 δεν εφαρμόζεται και ισχύουν οι άλλοι κανόνες διεθνούς δικαιοδοσίας.
Τα ανωτέρω ισχύουν υπό την προϋπόθεση ότι, σύμφωνα με οποιαδήποτε δικαστική απόφαση ή νόμο ισχύοντα στο κράτος μέλος προέλευσης (συμπεριλαμβανομένων των κανόνων ιδιωτικού διεθνούς δικαίου), ο δικαιούχος γονικής μέριμνας έχει τη δυνατότητα να μετοικήσει με το παιδί σε άλλο κράτος μέλος χωρίς τη συγκατάθεση του άλλου δικαιούχου γονικής μέριμνας. Εάν η μετοικεσία είναι παράνομη, δεν εφαρμόζεται το άρθρο 9 αλλά το άρθρο 10 του ίδιου κανονισμού, το οποίο ορίζει:
«Αρµοδιότητα σε περίπτωση απαγωγής παιδιού
Σε περίπτωση παράνοµης µετακίνησης ή κατακράτησης του παιδιού, τα δικαστήρια του κράτους µέλους στο οποίο το παιδί είχε τη συνήθη διαµονή του αµέσως πριν από την παράνοµη µετακίνηση ή κατακράτησή του διατηρούν την αρµοδιότητά τους έως ότου το παιδί έχει αποκτήσει συνήθη κατοικία σε άλλο κράτος µέλος, και: α) κάθε πρόσωπο, ίδρυµα ή οργάνωση που έχει δικαίωµα επιµέλειας έχει συγκατατεθεί στη µετακίνηση ή κατακράτηση, ή β) το παιδί έχει διαµείνει σε αυτό το άλλο κράτος µέλος για περίοδο τουλάχιστον ενός έτους αφότου το πρόσωπο, το ίδρυµα ή οιαδήποτε άλλη οργάνωση που έχει δικαίωµα επιµέλειας γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει τον τόπο στον οποίο ευρίσκεται το παιδί και το παιδί έχει ενταχθεί στο νέο περιβάλλον του, συντρέχει δε µια από τις παρακάτω προϋποθέσεις:
- i) εντός ενός έτους αφότου ο δικαιούχος της επιµέλειας γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει τον τόπο στον οποίο ευρίσκεται το παιδί, δεν έχει υποβληθεί αίτηση επιστροφής ενώπιον των αρµόδιων αρχών του κράτους µέλους στο οποίο έχει µετακινηθεί ή κατακρατείται το παιδί,
- ii) έχει ανακληθεί αίτηση επιστροφής την οποία υπέβαλε ο δικαιούχος της επιµέλειας, και δεν έχει υποβληθεί νέα αίτηση εντός της προθεσµίας που προβλέπεται στο σηµείο i),
iii) έχει περατωθεί υπόθεση ενώπιον δικαστηρίου του κράτους µέλους στο οποίο το παιδί είχε τη συνήθη διαµονή του αµέσως πριν από την παράνοµη µετακίνηση ή κατακράτηση κατ’ εφαρµογήν του άρθρου 11 παράγραφος 7,
- iv) τα δικαστήρια του κράτους µέλους στο οποίο το παιδί είχε τη συνήθη διαµονή του αµέσως πριν από την παράνοµη µετακίνηση ή κατακράτησή του έχουν εκδώσει απόφαση για επιµέλεια που δεν συνεπάγεται την επιστροφή του παιδιού».
Η αναφερόμενη στο άρθρο 9 του εν λόγω Κανονισμού περίοδος των τριών μηνών υπολογίζεται από την ημερομηνία κατά την οποία το παιδί μετοίκησε φυσικά από το κράτος μέλος προέλευσης. Εάν ένα δικαστήριο του κράτους μέλους προέλευσης επιληφθεί μετά την εκπνοή της τρίμηνης περιόδου από την ημερομηνία της μετοικεσίας δεν έχει δικαιοδοσία σύμφωνα με το άρθρο 9. Το άρθρο 9 εφαρμόζεται μόνον εάν το παιδί έχει αποκτήσει συνήθη διαμονή στο νέο κράτος μέλος κατά τη διάρκεια της τρίμηνης περιόδου. Για την εφαρμoγή της διατάξεως αυτής το ζήτημα της διεθνούς δικαιοδοσίας καθορίζεται όπως και γενικότερα στο όλο πλαίσιο του Κανονισμού από το χρόνο προσφυγής στο δικαστήριο. Μετά την άσκηση «προσφυγής» αγωγής ή αίτησης λήψης ασφαλιστικών μέτρων) σε αρμόδιο δικαστήριο, αυτό διατηρεί καταρχήν τη διεθνή του δικαιοδοσία ακόμα και αν το παιδί κατά τη διάρκεια της δικαστικής διαδικασίας αποκτήσει συνήθη διαμονή σε άλλο κράτος μέλος (αρχή της “perpetuatio fori”). Ως εκ τούτου η μεταβολή της συνήθους διαμονής του παιδιού ενώ εκκρεμεί η διαδικασία, δεν συνεπάγεται μεταβολή όσον αφορά τη διεθνή δικαιοδοσία. Εάν το παιδί δεν έχει αποκτήσει συνήθη διαμονή εντός αυτής της περιόδου, τα δικαστήρια του κράτους μέλους προέλευσης διατηρούν, καταρχήν, τη δικαιοδοσία σύμφωνα με το άρθρο 8 του Κανονισμού.
Άλλωστε η βασική αρχή του κανονισμού είναι ότι το πλέον κατάλληλο δικαστήριο για ζητήματα γονικής μέριμνας είναι το δικαστήριο του κράτους μέλους της συνήθους διαμονής του τέκνου. Η έννοια της «συνήθους διαμονής», σύμφωνα με τους στόχους και τους σκοπούς του κανονισμού, δεν αναφέρεται σε οποιαδήποτε έννοια συνήθους διαμονής σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο αλλά σε μια «αυτόνομη» έννοια του κοινοτικού δικαίου. Σε περίπτωση που ένα παιδί μετακινείται από ένα κράτος μέλος σε κάποιο άλλο, η απόκτηση συνήθους διαμονής στο νέο κράτος μέλος συμπίπτει κατ` αρχήν με την «απώλεια» της συνήθους διαμονής στο προηγούμενο κράτος μέλος. Απαιτείται η ύπαρξη κάποιος διάρκειας, χωρίς να μπορεί να αποκλεισθεί το ενδεχόμενο ότι ένα παιδί αποκτά ενδεχομένως συνήθη διαμονή σε κάποιο κράτος μέλος αυτή την ίδια την ημέρα της άφιξής του, ανάλογα με τα πραγματικά στοιχεία της (βλ. ΜΠρΑθ 713/2015, ΜΠρΘεσσαλ 13063/2015 και ΜΠΚαβ24/2009 ΝΟΜΟΣ).
Θεώνη Κάδρα, Δικηγόρος
e-mail: info@efotopoulou.gr