Η κατάρτιση επιχειρησιακής συλλογικής σύμβασης εργασίας
Για τη σύναψη συλλογικών συμβάσεων εργασίας το άρθρο 3 του ν. 1876/1990 ορίζει τα κάτωθι:
«Οι επιχειρησιακές συλλογικές συμβάσεις συνάπτονται, κατά σειρά προτεραιότητας, από συνδικαλιστικές οργανώσεις της επιχείρησης που καλύπτουν τους εργαζόμενους ή, σε περίπτωση που δεν υπάρχει συνδικαλιστική οργάνωση στην επιχείρηση, από ένωση προσώπων, και πάντως ανεξάρτητα από την κατηγορία, τη θέση ή την ειδικότητα των εργαζομένων στην επιχείρηση και, εφόσον αυτές ελλείπουν, από τις αντίστοιχες πρωτοβάθμιες κλαδικές οργανώσεις και από τον εργοδότη.
Η ένωση προσώπων του προηγούμενου εδαφίου συστήνεται τουλάχιστον από τα τρία πέμπτα (3/5) των εργαζομένων στην επιχείρηση, ανεξαρτήτως του συνολικού αριθμού εργαζομένων σε αυτήν και χωρίς η διάρκειά της να υπόκειται σε χρονικό περιορισμό. Εάν μετά την τυχόν σύσταση ένωσης προσώπων για το σκοπό της παραγράφου αυτής, πάψει να συντρέχει η προϋπόθεση της συμμετοχής των τριών πέμπτων (3/5) των εργαζομένων στην επιχείρηση, η οποία απαιτείται για τη σύσταση της, διαλύεται, χωρίς άλλη διατύπωση. Για δε τα λοιπά θέματα που αφορούν την ένωση προσώπων εξακολουθεί να εφαρμόζεται η περίπτωση γγ` του εδαφίου α΄ της παραγράφου 3 του άρθρου 1 του ν. 1264/1982 (Α` 79)».
Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι μόνο η συνδικαλιστική οργάνωση που από το καταστατικό έχει γενική εκπροσώπηση του συνόλου του προσωπικού μπορεί να συνάψει επιχειρησιακή συλλογική σύμβαση εργασίας, γιατί σκοπός του νόμου είναι η ενιαία ρύθμιση κατ’ επιχείρηση ή εκμετάλλευση. Στις συνδικαλιστικές οργανώσεις ο νόμος με νεότερη ρύθμιση υπήγαγε και τις ενώσεις προσώπων, αλλά μόνο ως εναλλακτική λύση όταν δεν υπάρχει σωματειακή οργάνωση (Εργατικό Δίκαιο – Συλλογικές Εργασιακές Σχέσεις, Ιωάννης Δ. Κουκιάδης, Εκδόσεις Σάκκουλα, σελ. 650).
Δεδομένου ότι ο σκοπός του νόμου είναι να αποφύγει τη διάσπαση των διαπραγματεύσεων στο επίπεδο της επιχείρησης κατά κατηγορίες προσωπικού, θα πρέπει να γίνει δεκτό με βάση τελεολογικές σταθμίσεις ότι αν λείπει αντίστοιχη επιχειρησιακή συνδικαλιστική οργάνωση και υπάρχουν πλείονες οργανώσεις που καλύπτουν όλες τις κατηγορίες προσωπικού, είναι δυνατή κατ’ οικονομία η σύναψη ενιαίας επιχειρησιακής συλλογικής σύμβασης με την κοινή συμμετοχή και συμφωνία όλων των επιμέρους συνδικαλιστικών οργανώσεων. Με τη λύση αυτή δεν καταστρατηγείται ο σκοπός του νόμου για ενιαία συλλογική σύμβαση εργασίας και για ενιαία εκπροσώπηση (Εργατικό Δίκαιο – Συλλογικές Εργασιακές Σχέσεις, Ιωάννης Δ. Κουκιάδης, Εκδόσεις Σάκκουλα, σελ. 651-652).
Από την πλευρά των εργαζομένων, ικανότητα για σύναψη επιχειρησιακής συλλογικής σύμβασης εργασίας έχει η πλέον αντιπροσωπευτική συνδικαλιστική οργάνωση των εργαζομένων στο πεδίο ισχύος της συλλογικής σύμβασης εργασίας. Κριτήριο της αντιπροσωπευτικότητας είναι ο αριθμός των εργαζομένων που ψήφισε στις τελευταίες εκλογές για ανάδειξη διοίκησης. Για την ενεργοποίηση και συμμετοχή και άλλων οργανώσεων στη διαδικασία των διαπραγματεύσεων ο ν. 1876/1990 στην παράγραφο 5 του άρθρου 4 προβλέπει ότι «συνδικαλιστικές οργανώσεις εργαζομένων της ίδιας επιχείρησης, κλάδου ή επαγγέλματος δικαιούνται να παρέμβουν στις διαπραγματεύσεις που τους αφορούν».
Στην έννοια των τρίτων δεν περιλαμβάνεται οποιοσδήποτε τρίτος, αλλά μόνο οι λοιπές αρμόδιες κατά περίπτωση συνδικαλιστικές οργανώσεις και για την επιχείρηση ειδικότερα οποιοδήποτε εργοστασιακό σωματείο ομοιοεπαγγελματικής υφής (Εργατικό Δίκαιο – Συλλογικές Εργασιακές Σχέσεις, Ιωάννης Δ. Κουκιάδης, Εκδόσεις Σάκκουλα, σελ. 634). Το δικαίωμα παρέχεται σε κάθε οργάνωση που δεν έχει το χαρακτήρα της πλέον αντιπροσωπευτικής.
Το δικαίωμα συνίσταται στην αξίωση της παρεμβαίνουσας οργάνωσης για συμμετοχή στις διαπραγματεύσεις με δικαίωμα λόγου για διατύπωση προτάσεων και διαφωνιών και εν γένει για άσκηση επιρροής, για θέματα που αφορούν κυρίως συμφέροντα συγκεκριμένης κατηγορίας μισθωτών που εκπροσωπεί. Επιπρόσθετα, η παρεμβαίνουσα έχει δικαίωμα να υπογράψει τη σ.σ.ε. οπότε και δεσμεύεται. Η παρεμβαίνουσα δεν έχει δικαίωμα για αυτοτελή αιτήματα ή για επιβολή απόψεων χωρίς τη συγκατάθεση των κυρίων μερών. Για αυτό το λόγο δεν έχει αυτοτελή αξίωση για πληροφόρηση και δεν έχει αποφασιστικό ρόλο στην τελική κατάρτιση. Επίσης η παρεμβαίνουσα μπορεί οποτεδήποτε να αποχωρήσει από τις διαπραγματεύσεις, χωρίς η αποχώρησή της να έχει κάποια συνέπεια στη πορεία των διαπραγματεύσεων (Εργατικό Δίκαιο – Συλλογικές Εργασιακές Σχέσεις, Ιωάννης Δ. Κουκιάδης, Εκδόσεις Σάκκουλα, σελ. 634).
Για την άσκηση του δικαιώματος παρέμβασης δεν προβλέπεται ειδική διαδικασία. Αυτή μπορεί να γίνει σε οποιοδήποτε στάδιο των διαπραγματεύσεων με έγγραφο ή προφορικό τρόπο, προκειμένου να γίνει η νομιμοποίηση των εκπροσώπων της παρεμβαίνουσας. Αναγκαία είναι η παρουσίαση κατά το χρόνο της παρέμβασης των νομιμοποιητικών εγγράφων (Εργατικό Δίκαιο – Συλλογικές Εργασιακές Σχέσεις, Ιωάννης Δ. Κουκιάδης, Εκδόσεις Σάκκουλα, σελ. 634-635).
Παρεμπόδιση ή αμφισβήτηση του δικαιώματος συμμετοχής μπορεί να προέλθει από την ίδια πλευρά ή από την άλλη. Ο νόμος δεν προβλέπει συνέπειες από την τυχόν παρεμπόδιση συμμετοχής. Πάντως σε περίπτωση που η παρεμπόδιση προέρχεται από τον εργοδότη μπορεί να τεθεί θέμα συνδικαλιστικής συμπεριφοράς και κακόπιστης συμπεριφοράς κατά τις διαπραγματεύσεις (Εργατικό Δίκαιο – Συλλογικές Εργασιακές Σχέσεις, Ιωάννης Δ. Κουκιάδης, Εκδόσεις Σάκκουλα, σελ. 635).
Ελένη Κλουκινιώτη
info@efotopoulou.gr