Άδεια μητρότητας
Με βάση την υπ’ αριθμ. 103/1952 ΔΣΕ, η οποία κυρώθηκε με το Ν. 1302/1982 και ισχύει πλέον ως εσωτερικός νόμος με υπερνομοθετική ισχύ, κάθε εργαζόμενη γυναίκα, η οποία απασχολείται σε βιομηχανικές εγκαταστάσεις, στις οποίες περιλαμβάνονται και τα μεταλλεία, τα λατομεία και οι κάθε φύσεως εξορυκτικές επιχειρήσεις, σε επιχειρήσεις δομήσεως και μεταφοράς, σε εργασίες μη βιομηχανικές, σε γεωργικές εργασίες, ή ως οικόσιτο προσωπικό, έχει δικαίωμα άδειας μητρότητας, με μοναδική προϋπόθεση την προσαγωγή ιατρικής βεβαίωσης, η οποία πιστοποιεί την πιθανή ημερομηνία του τοκετού της.
Η διάρκεια της ανωτέρω άδειας αρχικώς προσδιορίστηκε σε 12 εβδομάδες, αυξήθηκε όμως μεταγενεστέρως σε 17 εβδομάδες, με βάση την από 23-05-2000 Ε.Γ.Σ.Σ.Ε., από τις οποίες οι 8 εβδομάδες χορηγούνται υποχρεωτικώς πριν από την πιθανή ημερομηνία του τοκετού και οι υπόλοιπες 9 εβδομάδες μετά τον τοκετό (βλ. άρθρο 7 της ανωτέρω Ε.Γ.Σ.Σ.Ε. η οποία κυρώθηκε με το άρθρο 11 του Ν. 2874/2000).
Για την αμοιβή του χρόνου της άδειας μητρότητας από τον εργοδότη εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 657 και 658 του ΑΚ. Συνεπώς ο εργοδότης δικαιούται από τις αποδοχές του 1 ή του ημίσεως μηνός να αφαιρέσει τα ποσά τα οποία τυχόν καταβλήθηκαν στην εργαζομένη για την ίδια αιτία δυνάμει υποχρεωτικής εκ του νόμου ασφαλίσεώς της.
Κατά το άρθρο 3 του Ν. 1302/1982, η εργαζόμενη γυναίκα, για τις ανάγκες του θηλασμού και τις αυξημένες φροντίδες τις οποίες έχει ανάγκη το νεογέννητο στα πρώτα στάδια της ζωής του, έχει δικαίωμα για χρονικό διάστημα ενός έτους από τον τοκετό, είτε να διακόπτει την εργασία της για μία ώρα, είτε να προσέρχεται μία ώρα αργότερα, είτε τέλος να αποχωρεί μία ώρα νωρίτερα κάθε μέρα. Ο χρόνος αυτός θεωρείται πάντοτε χρόνος πραγματικής υπηρεσίας. Σύμφωνα με την απόφαση υπ’ αριθμ. 14/1992 του Αρείου Πάγου, κάθε εργαζόμενη γυναίκα δικαιούται ωριαίας απουσίας από την εργασία της για ένα έτος μετά τον τοκετό, ακόμη και αν δεν θηλάζει το παιδί της με φυσικό τρόπο.
Τέλος, για την επιδότηση λόγω μητρότητας από το ΙΚΑ, δηλαδή την επιδότηση λόγω κυοφορίας, προβλέπουν διατάξεις του άρθρου 39 του αν. ν. 1846/1951 και οι διατάξεις των άρθρων 35 και 36 του Κανονισμού Ασθένειας του ΙΚΑ.
[Το σχετικό απόσπασμα έχει ληφθεί από το βιβλίο «Ατομικό Εργατικό Δίκαιο» του Στυλιανού Βλαστού (σελ. 488-489), Δίκαιο και Οικονομία Π.Ν. Σάκκουλας, Αθήνα 2012).
Μαρία Τζαβέλα,
Δικηγόρος, LL.M.
E-mail: info@efotopoulou.gr