Η νομική φύση της απόφασης επί ανακοπής για τη διόρθωση κατασχετήριας έκθεσης
Ο νομοθέτης, επιτρέποντας το δικαστικό έλεγχο της κατασχετήριας εκθέσεως με το άρθρο 954 §4 ΚΠολΔ, στοχεύει στην επιτάχυνση της εκτελεστικής διαδικασίας και στη διόρθωση τυχόν λαθών της εκθέσεως αυτής, αφού σε αυτήν θα στηριχθεί όλη η πορεία προς τον πλειστηριασμό που θα ακολουθήσει.
Με αυτήν την ανακοπή επιτρέπεται η διόρθωση των κάθε είδους ατελειών ή παραλείψεων της κατασχετήριας έκθεσης ή η επανόρθωση ακυροτήτων (η απαρίθμηση των λόγων ανακοπής είναι ενδεικτική: περιγραφή κατασχεθέντος, εκτίμηση της αξίας του από τον δικαστικό επιμελητή και η τιμή της πρώτης προσφοράς). Νομιμοποιούνται πλέον ενεργητικώς στην άσκηση της ανακοπής αυτής τόσο ο επισπεύδων δανειστής, όσο και ο καθ’ ου η εκτέλεση, αλλά και όποιος έχει έννομο συμφέρον για τη διόρθωση της κατασχετήριας έκθεση. Από τη διατύπωση της ίδιας της διάταξης του άρθρου 954 παρ.4 ΚΠολΔ, που παραπέμπει στο άρθρο 933 ΚΠολΔ μόνο για τον προσδιορισμό της καθ’ ύλην και κατά τόπο αρμοδιότητας του αρμόδιου δικαστηρίου για την εκδίκαση της ανακοπής αυτής, συνάγεται ότι δεν πρόκειται για την ανακοπή του 933ΚΠολΔ με την οποία εισάγονται αντιρρήσεις κατά του κύρους της εκτέλεσης. Αντιθέτως, πρόκειται κατά κρατούσα γνώμη για ιδιώνυμη ανακοπή που προσομοιάζει για με αίτηση για λήψη ρυθμιστικού μέτρου της εκτέλεσης, καθώς δεν προσβάλλει το κύρος της κατάσχεσης (Βαθρακοκοίλης Β., Ερμηνεία ΚΠολΔ άρθρο 954, αρ. 19).
Σύμφωνα με τη θέση που έχει επικρατήσει στη νομολογία, η απόφαση που εκδίδεται στη δίκη της ανακοπής του άρθρου 954 §4 ΚΠολΔ παράγει προσωρινό δεδικασμένο παραπλήσιο εκείνου της απόφασης των ασφαλιστικών μέτρων [βλ. ΜΠρΘεσ 1416/2011, ΜΠρΧαλκ 778/2009 ΑρχΝ 2010, ΜΠρΜεσολ 1065/2008, ΜΠρΡοδ 943/2007, ΜΠρΛαρ 2799/2003, ΜΠρΛαρ 575/2003, ΜΠρΤρικ 76/2001, ΜΠρΚαρδ 134/1992]. Κατ’ άλλη, ωστόσο, άποψη, που υποστηρίζεται -μεμονωμένα- στη θεωρία [βλ. Π. Γιαννόπουλο, Σημείωμα κάτω από την ΜΠρΘεσ 1416/2011, ΕΠολΔ 2011 (Δ΄), σελ. 662], συνεπέστερο προς το χαρακτηρισμό της ανακοπής του άρθρου 954 §4 ΚΠολΔ, ως ενδίκου βοηθήματος με το οποίο εισάγεται γνήσια ιδιωτική διαφορά (έστω και εκδικαζόμενη χάριν ταχύτητας κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων) και απονέμεται οριστική έννομη προστασία, είναι να γίνει δεκτό ότι η απόφαση που εκδίδεται στο πλαίσιο της δίκης του άρθρου 954 §4 ΚΠολΔ παράγει γνήσιο δεδικασμένο με την έννοια των άρθρων 321 επ. ΚΠολΔ [βλ. επίσης Ε. Μπαλογιάννη, Παρατηρήσεις στην ΜΠρΤρικ 76/2001, Δίκη 2001 (32), σελ. 471 επ. και ιδίως 472, η οποία υποστηρίζει πως θα έπρεπε να αποκλεισθεί η εφαρμογή του άρθρου 695 ΚΠολΔ στην απόφαση που εκδίδεται επί της ιδιώνυμης ανακοπής του άρθρου 954 §4 ΚΠολΔ, με το σκεπτικό ότι το άρθρο αυτό, που προβλέπει το προσωρινό δεδικασμένο από την απόφαση ασφαλιστικών μέτρων (ή σε κάθε περίπτωση τη δεσμευτικότητα που πηγάζει από αυτή), αναφέρεται στην ισχύ της απόφασης και όχι στη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, επισημαίνοντας ότι ο λόγος για τον οποίο η §4 του άρθρου 954 ΚΠολΔ παραπέμπει στη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων είναι μόνο η εξασφάλιση της απλότητας αλλά και της ταχύτητας που εγγυάται η διαδικασία αυτή]. Εδώ πρέπει να σημειωθεί ότι η απόφαση επί της ως άνω ανακοπής δεν αποτελεί γνήσιο ασφαλιστικό μέτρο, αφού δεν διατάσσεται για την εξασφάλιση ουσιαστικού δικαιώματος του ανακόπτοντος. Πάντως δεν υπόκειται σε ένδικα μέσα λόγω της απαγόρευσης του άρθρου 699ΚΠολΔ (Κεραμεύς-Κονδύλης-Νίκας, Ερμηνεία ΚΠολΔ άρθρο 954 αρ.6).
Υπό αμφότερες, πάντως, τις εκδοχές, σύμφωνα με τη υπ’ αριθμ. 281/2013 απόφαση του ΜονΠρωτΧανίων, η δικαστική απόφαση που καθόρισε τιμή πρώτης προσφοράς, μετά από ανακοπή του άρθρου 954 §4 ΚΠολΔ, διορθώνοντας σχετικό πρόγραμμα πλειστηριασμού είναι δεσμευτική και δεν επιτρέπει μεταγενέστερο καθορισμό νέας τιμής πρώτης προσφοράς, ούτε διόρθωση της αξίας των πλειστηριαζόμενων, ακόμη και αν η επανεξέταση της υπόθεσης ζητηθεί με τη μορφή της ανάκλησης ή μεταρρύθμισης της αρχικής απόφασης σύμφωνα με το άρθρο 696 §3 ΚΠολΔ, δεδομένου ότι η λειτουργία της διάταξης αυτής εμφανίζεται ασυμβίβαστη προς το χαρακτήρα του μέτρου του άρθρου 954 §4 ΚΠολΔ ως ρυθμιστικού της εκτέλεσης [ΜΠρΘεσ 1416/2011, ΜΠρΑμαλ 514/2010 ΕφΑΔ 2011 (Ε΄).94, με παρατηρήσεις Ηλ. Ηλιακόπουλου, ΜΠρΧαλκ 778/2009, ΜΠρΡοδ 943/2007, ΜΠρΛαρ 2799/2003, ΜΠρΛαρ 575/2003, ΜΠρΤρικ 76/2001, , και από τη θεωρία: Π. Γέσιου-Φαλτσή, Αναγκαστική Εκτέλεση ΙΙ-Ειδικό Μέρος (2001), §54.ΙΙΙ.2.ε αριθ. 77, σελ. 215, όπου και περαιτέρω παραπομπές σε παλαιότερη νομολογία, Π. Γιαννόπουλος, ό.π., ΕΠολΔ 2011 (Δ΄), σελ. 662, αντίθετη άποψη: ΜΠρΡεθυμν 63/2012 αδημ. στο νομικό τύπο Κ. Μπέης, Πολιτική Δικονομία-Γενικές αρχές και ερμηνεία των άρθρων-Αναγκαστική εκτέλεση (άρθρα 941-970 ΚΠολΔ), τομ. 23 (2005), άρθρο 954, σελ. 2039, Κεραμεύς/Κονδύλης/Νίκας(-Νικολόπουλος), ΚΠολΔ ΙΙ (2000), άρθρο 954 αριθ. 6, σελ. 1843, που δεν αποκλείουν τη δυνατότητα ανάκλησης ή μεταρρύθμισης της απόφασης που εκδίδεται στη δίκη της ανακοπής του άρθρου 954 §4 ΚΠολΔ κατ’ εφαρμογή της διάταξης της §3 του άρθρου 696 ΚΠολΔ].
Σύμφωνα δε με την υπ’ αριθμ. 14016/2011 απόφαση του ΜονΠρωτ Θεσσαλονίκης, η δέσμευση από το προσωρινό δεδικασμένο περιορίζεται στο πλαίσιο της διαδικασίας των ασφαλιστικών μέτρων (ΑΠ 1062/1991, ΕλλΔνη 1992. 561• ΑΠ 283/1992, ΕλλΔνη 1993. 1071• ΕφΑΘ 2050/1982, ΕλλΔνη 1982. 312) και εφαρμόζονται αναλόγως τα άρθ. 321 – 334 για τον προσδιορισμό τόσο των αντικειμενικών και υποκειμενικών του ορίων (ΠΠρΚιλκ 29/1979, ΝοΒ 1979. 1669, ΜΠρΑΘ 12494/1975, ΝοΒ 1976. 334, ΜΠρΑθ 2864/1977, ΝοΒ 1977. 227) όσο και της λειτουργίας του, η οποία παρουσιάζεται ως αρνητική και θετική. Κατά την αρνητική του λειτουργία το προσωρινό δεδικασμένο εμποδίζει την αναδίκαση της υποθέσεως (ΕφΑΘ 10090/1980, Αρμ 1981. 479, ΜΠρΑθ 9384/1992, ΕλλΔνη 1993. 429, 430, ΜΠρΛαρ 192/1999, Αρμ 1999. 948). Νέα αίτηση μεταξύ προσώπων που δεσμεύονται από το δεδικασμένο μπορεί να υποβληθεί όταν δεν παρουσιάζει τις τυπικές ελλείψεις για τις οποίες απορρίφθηκε η προηγούμενη ή στηρίζεται σε διάφορη ιστορική και νομική αιτία με μεταβολή ενδεχομένως και του αντικειμένου της προσωρινής δικαστικής προστασίας (ΕφΑΘ 4862/1985, ΕλλΔνη 1985. 1181, ΜΠρΠειρ 1346/1983, ΝοΒ 1983. 1627, ΜΠρθ 14726/1993, ΕλλΔνη 1994. 1395, ΜΠρΣερ 447/1996, Αρμ 1997. 261). Κατά τη θετική του λειτουργία το δεδικασμένο από απόφαση ασφαλιστικών μέτρων δεσμεύει κάθε μεταγενέστερο δικαστήριο να θεωρήσει ως δεδομένο το καλυπτόμενο από τη δεσμευτική του ενέργεια αντικείμενο, το οποίο ανακύπτει ως προδικαστικό ζήτημα στο πλαίσιο άλλης δίκης.
Στην ίδια ως άνω απόφαση έγινε δεκτό ότι η απόφαση που εκδίδεται επί της ιδιώνυμης ανακοπής του άρθρου 954 § 4 είτε δέχεται την ανακοπή, είτε την απορρίπτει, δεν υπόκειται σε ανάκληση, έστω και αν συντρέχουν οι όροι των άρθρων 696 έως 698 του ΚΠολΔ, διότι δεν λαμβάνει ασφαλιστικά μέτρα αλλά ρυθμιστικά μέτρα της εκτελέσεως. Απλώς κατά την εκδίκαση της τηρείται η κατά παραπομπή διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, όπως λ.χ. και στην περίπτωση των άρθρων 912 και 938 του ΚΠολΔ, ενώ η διάταξη του άρθρου 696 δεν προσιδιάζει στη φύση και τον σκοπό του ρυθμιστικού αυτού μέτρου (ΜΠρΛαρ 2799/2003, Δικογραφία 2003. 477, ΜΠρΛαρ 75/2003, Δικογραφία 2003.155, ΜΠρθεσ 4070/1991, Δ 23. 452, ΜΠρΠειρ 133/1989,Δ 20. 592).
Εφόσον δηλαδή με δικαστική απόφαση διορθώθηκε η αξία των κατασχεμένων ή η τιμή της πρώτης προσφοράς , προκύπτει προσωρινό δεδικασμένο που αναπτύσσει δεσμευτικότητα για το ήδη κριθέν ζήτημα της αξίας ή της τιμής και εμποδίζει τον καθορισμό άλλης αξίας ή τιμής πρώτης προσφοράς (ΜΠρΡόδου 943/2007, ΜΠρΠειρ 133/1989, ΜΠρΛαρ 2799/2003).
Κατά την κρατούσα λοιπόν γνώμη η απόφαση αυτή που εκδίδεται επί της ιδιώνυμης ανακοπής του άρθρου 954 παρ. 4 είτε δέχεται την ανακοπή, είτε την απορρίπτει ούτε με αίτηση μεταρρύθμισης ή ανάκλησης δύναται να επανακριθεί, διότι δεν πρόκειται για λήψη ασφαλιστικών μέτρων, αλλά για ρυθμιστικό μέτρο της εκτελέσεως. Απλώς κατά την εκδίκαση της εν λόγω ανακοπής τηρήθηκε κατά παραπομπή η διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, όπως λ.χ. και στην περίπτωση των άρθρων 912 και 938 ΚΠολΔ, ενώ η διάταξη του άρθρου 696 ΚΠολΔ δεν προσιδιάζει στη φύση και το σκοπό του ρυθμιστικού αυτού μέτρου (ΜΠρΠειρ 133/1989, ο.π., ΜΠρΠειρ 2880/1977 Δίκη 9.341, Βερβεσσός Δίκη 2.530, Μωράτης ΝΔ 33.324, βλ. και Π.Τζίφρα, Ασφ.Μ., σελ. 518, ΜΠρΘεσ 4070/1991 Δίκη 23.452, ΜΠρΑθ 6672/1987 Δίκη 20.97, ΜΠρΑθ 3068/1982 Δίκη 13.352, ΜΠρΑθ 13843/1973 ΕΕΝ 1974.121, πρβλ. ΑΠ 455/1971 ΝοΒ 19.1244).
Θεώνη Κάδρα,
Δικηγόρος
e-mail: info@efotopoulou.gr