Δικηγορικό Γραφείο Ευγενίας Α. Φωτοπούλου
Βασιλίσσης Σοφίας 6 Αθήνα 106 74
Τηλέφωνο: 210 36 24 769, 211 7 80 80 80
210 30 09 019
Email: info@efotopoulou.gr

Κατακυρωτική έκθεση και περίληψη αυτής – Προϋπόθεση για τη χορήγησή της η καταβολή του πλειστηριάσματος ανεξαρτήτως ελαττωμάτων της διαδικασίας & Η προβληματική της νομιμοποίησης του υπερθεματιστή στην ακύρωση του πλειστηριασμού

Ο υπάλληλος του πλειστηριασμού υποχρεούται κατά τη διενέργεια του πλειστηριασμού να συντάσσει έκθεση στην οποία περιγράφεται όλη η διαδικασία του πλειστηριασμού από την κήρυξη έως την κατακύρωση του εκπλειστηριασθέντος στους υπερθεματιστές.

Η έκθεση δε αυτή του πλειστηριασμού («έκθεση αναγκαστικού πλειστηριασμού ακινήτου») αποτελεί συγχρόνως και την έκθεση κατακύρωσης, αφού η τελευταία αποτελεί το τελευταίο στάδιο του πλειστηριασμού (το πέρας αυτού). Η έκθεση λοιπόν πλειστηριασμού και κατακύρωσης είναι το ίδιο (βλ. Βαθρακοκοίλη Β., Ερμηνεία ΚΠολΔ, άρθρο 1005, αρ.3).

Χαρακτηριστικά στην υπ’ αριθμ. 6/2003 απόφαση του Ειρηνοδικείου Καλαυρίας έχει κριθεί ότι «Η έκθεση, που, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 934 §2, 969 §4, 963 §6, 965 §2 εδ. 2 και 966, 1005, §2, έχει υποχρέωση να συντάξει ο επί του πλειστηριασμού υπάλληλος και η οποία συνήθως αποτελεί και την έκθεση κατακυρώσεως, πρέπει να περιλαμβάνει τα κατ’ άρθρο 117 ΚΠολΔ και όλα τα σύμφωνα με το άρθρο 965 §2 εδ. 2 ΚΠολΔ και τη φύση και το σκοπό που επιτελεί ο πλειστηριασμός γεγονότα, που έλαβαν χώρα κατά τη διενέργεια του πλειστηριασμού, που έχουν σχέση με αυτόν και που οδήγησαν είτε στην κατακύρωση, είτε στην για διάφορους λόγους (π.χ. 966 §2 ΚΠολΔ, αν δεν υπάρξει αίτηση του επισπεύδοντα για κατακύρωση του πράγματος σε αυτόν) ματαίωση αυτού».

Σύμφωνα με το άρθρο 1005 ΚΠολΔ «Από τη στιγμή που ο υπερθεματιστής καταβάλει το πλειστηρίασμα, ο υπάλληλος του πλειστηριασμού του δίνει περίληψη της κατακυρωτικής έκθεσης». Προϋπόθεση, όμως, για να γεννηθεί η αξίωση των υπερθεματιστών για την άμεση χορήγηση της περίληψης της κατακυρωτικής εκθέσεως, η οποία συντάσσεται με βάση της έκθεσης πλειστηριασμού και κατακύρωσης, ώστε να μεταγράψουν τον τίτλο αυτό (περίληψη κατακυρωτικής εκθέσεως) και να αποκτήσουν την κυριότητα επί του κατακυρωθέντος σε αυτούς ακινήτου και συνακόλουθα να αποκτήσει η κατακύρωση εμπράγματη ενέργεια, αποτελεί η προηγούμενη καταβολή του πλειστηριάσματος στον υπάλληλο του πλειστηριασμού. Μόνο με την πλήρη και σύννομη καταβολή του πλειστηριάσματος από τον υπερθεματιστή δικαιούται και αντιστοίχως έχει υποχρέωση ο συμβολαιογράφος ως υπάλληλος του πλειστηριασμού να χορηγήσει την περίληψη της έκθεσης κατακύρωσης. Ο συμβολαιογράφος δε, έχει υποχρέωση να ερευνήσει και να διαπιστώσει τη συνδρομή των προϋποθέσεων (άρθρο 1005 ΚΠολΔ) προς την έκδοση του εκτελεστού αυτού τίτλου, ήτοι το αν έχει καταβληθεί το πλειστηρίασμα. Η καταβολή του πλειστηριάσματος αποτελεί το νόμιμο λόγο έκδοσης και παράδοσης στον υπερθεματιστή της περίληψης της κατακυρωτικής έκθεσης. Συνιστά δηλαδή η καταβολή του πλειστηριάσματος όρο του ενεργού της μεταβίβασης της κυριότητας στους υπερθεματιστές.

Σύμφωνα με το άρθρο 1004 ΚΠολΔ «ο υπερθεματιστής οφείλει να καταβάλει αμέσως ολόκληρο το πλειστηρίασμα εκτός αν ο υπάλληλος του πλειστηριασμού επιτρέψει να καταβάλει το πέραν της εγγυοδοσίας οφειλόμενο πλειστηρίασμα ή μέρος του μέσα σε δεκαπέντε το αργότερο μέρες». Από την ως άνω διάταξη σε συνδυασμό με αυτή των άρθρων 341 και 345 ΑΚ συνάγεται ότι ο υπερθεματιστής οφείλει να καταβάλει αμέσως μετά την κατακύρωση ολόκληρο το πλειστηρίασμα εκτός αν ο υπάλληλος του πλειστηριασμού χορηγήσει σε αυτόν δεκαπενθήμερη προθεσμία προς καταβολή αυτού, οπότε οφείλει να το καταβάλει έως την τελευταία μέρα της προθεσμίας αυτής, αλλιώς γίνεται χωρίς όχληση υπερήμερος από την ημέρα της κατακύρωσης ή την τελευταία ημέρα της 15θήμερης προθεσμίας αντιστοίχως, και οφείλει τόκους υπερημερίας.

Η υποχρέωση αυτή του υπερθεματιστή προς καταβολή του πλειστηριάσματος μετά την κατακύρωση (άμεση και ολοσχερής) δεν αναστέλλεται και κατά συνέπεια δεν χωρεί άρνηση καταβολής του πλειστηριάσματος με επίκληση ελαττωμάτων της διαδικασίας του πλειστηριασμού που μπορούν να θεμελιώσουν την ακύρωσή του, διότι δεν παρέχεται τέτοιο δικαίωμα από το δικονομικό δίκαιο στον υπερθεματιστή, το οποίο και παρέχει μόνο τη δυνατότητα ακύρωσης του πλειστηριασμού με την ανακοπή των άρθρων 933 επ. ΚΠολΔ και συνεπώς δεν μπορεί ο υπερθεματιστής να επικαλεστεί αξίωση από το άρθρο 516ΑΚ και να αρνηθεί έτσι την πληρωμή του πλειστηριάσματος, αφού κατά το νόμο (άρθρο 1005ΚΠολΔ) υποχρεούται σε προεκπλήρωση της παροχής του και συνεπώς δεν έχει εφαρμογή ούτε και η ένσταση του μη εκπληρωθέντος συναλλάγματος του 374ΑΚ (βλ. Βαθρακοκοίλη Β., Ερμηνεία ΚΠολΔ, άρθρο 1004, αρ.14).

Ως προς το ζήτημα περί του αν ο υπερθεματιστής νομιμοποιείται να επιδιώξει αυτός την ακύρωση του πλειστηριασμού, επικαλούμενος ως ακυρωτικό λόγο τα νομικά ελαττώματα του αντικείμενου που του κατακυρώθηκε, αρχικά είχε διατυπωθεί αρνητική θέση (Ι. Μπρίνιας) με τη σκέψη ότι, σύμφωνα με το άρθρο 933, την ακύρωση της αναγκαστικής εκτέλεσης νομιμοποιείται να επιδιώξει μόνο ο καθ’ ου και οι δανειστές του, ενώ ο υπερθεματιστής, ως υπερθεματιστής, δεν έχει ιδιότητα δανειστή του καθ’ ου.

Όμως, έχει υποστηριχθεί από το Μπέη Κ. ότι μόλις ο υπερθεματιστής καταθέσει το πλειστηρίασμα, ο καθ’ ου αποκτάει μια καινούργια περιουσία, με την οποία, αν δεν ήταν κύριος του πλειστηριασμένου αντικειμένου, γίνεται αδικαιολόγητα πλουσιότερος και ευθύνεται προς απόδοση του πλουτισμού. Για το λόγο τούτο, αν το πλειστηρίασμα έχει κατατεθεί, ο υπερθεματιστής έχει ιδιότητα δανειστή του καθ’ ου, αφού έχει ενοχική αξίωση εναντίον του προς απόδοση του πλουτισμού. Στην περίπτωση αυτή η ανακοπή (933ΚΠολΔ) του υπερθεματιστή προς ακύρωση του πλειστηριασμού είναι νομικώς βάσιμη.

Αν ο υπερθεματιστής δεν έχει καταθέσει ακόμη το πλειστηρίασμα, δεν έχει αντίστοιχα αποκτήσει και την ιδιότητα του δανειστή του καθ’ ου η εκτέλεση. Το άρθρο 933 λοιπόν δεν εφαρμόζεται στην περίπτωση αυτή. Ο υπερθεματιστής έχει υποχρέωση να καταθέσει το πλειστηρίασμα, μολονότι ο πλειστηριασμός είναι ακυρώσιμος εξαιτίας των νομικών ελαττωμάτων του ακινήτου που κατακυρώθηκε. Εξάλλου αν υιοθετήσουμε την άποψη ότι η ανακοπή του 933ΚΠολΔ, με την περιορισμένη οριοθέτηση των νομιμοποιούμενων προσώπων, εμποδίζει τον υπερθεματιστή να επιδιώξει την ακύρωση του πλειστηριασμού, τότε θα πρέπει να δεχτούμε (υποστηρίζει ο Μπέης Κ.) ότι η ρύθμιση αυτή είναι ανίσχυρη ως αντισυνταγματική, λόγω του άρθρου 20 §1 του Συντάγματος που εξασφαλίζει σε καθένα, που θίγονται τα συμφέροντα του, δημόσιο δικαίωμα να προσφύγει στα δικαστήρια και να ζητήσει δικαστική προστασία.

Και στην περίπτωση των νομικών ελαττωμάτων του πλειστηριασμένου αντικείμενου, ο υπερθεματιστής, δίχως αμφιβολία, είναι ένα πρόσωπο, του οποίου τα συμφέροντα θίγονται και οποίος έχει ανάγκη δικαστικής προστασίας. Και αν δεν υπάρχει ειδικός κανόνας που να διευκολύνει την προσφυγή του θιγόμενου στο δικαστήριο, τότε εφαρμόζεται ο γενικός κανόνας του άρθρου 583 ΚΠολΔ (Μπέης. ΠολΔ 583 II 1 σελ. 2415). Ο υπερθεματιστής λοιπόν, αν δεν μπορεί, με το άρθρο 933ΚΠολΔ, να επιδιώξει την ακύρωση του πλειστηριασμού, επικαλούμενος τα νομικά ελαττώματα του αντικείμενου που του πλειστηριάστηκε, μπορεί να ασκήσει την ανακοπή του άρθρου 583 ΚΠολΔ.

Αν ο υπερθεματιστής ασκήσει την ανακοπή του άρθρου 583 ΚΠολΔ προς ακύρωση του πλειστηριασμού εξαιτίας των νομικών ελαττωμάτων του αντικειμένου που του κατακυρώθηκε, δεν αναστέλλεται αυτοδίκαια η υποχρέωσή του προς καταβολή του πλειστηριάσματος. Όμως μπορεί να ζητήσει, με ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 938 ΚΠολΔ (βλ. αναλυτικότερα Μπέη, ΠολΔ 585, 5.2.2 σελ. 2450), την αναστολή της προσβαλλόμενης εκτελεστικής διαδικασίας, και ειδικότερα την αναστολή της διαδικασίας προς διανομή του πλειστηριάσματος (Μπέης, Δ 9, 515). Δεν μπορεί όμως να ζητήσει αναστολή της υποχρέωσής του προς καταβολή του πλειστηριάσματος. Και τούτο, γιατί η αναστολή είναι μια ειδική μορφή ασφαλιστικών μέτρων (βλ. αναλυτικότερα Μπέη, ΠολΔ 565, 3.1. σελ. 2352) τα οποία, σύμφωνα με το άρθρο 692 § 5 ΚΠολΔ, δεν πρέπει να προσβάλλουν δικαιώματα τρίτων, όπως εδώ των αναγγελμένων δανειστών, οι οποίοι έχουν κατοχυρωμένο νομοθετικά (965 §5) δικαίωμα να εξασφαλιστεί η παρακατάθεση του πλειστηριάσματος, έστω και αν η διανομή του θα ανασταλεί, ώσπου να διαγνωστεί το κύρος ή μη του πλειστηριασμού. Ο υπερθεματιστής, που ανακαλύπτει, μετά την κατακύρωση, νομικά ελαττώματα, δεν έχει άλλο τρόπο για να αποδεσμευτεί από τις υποχρεώσεις του, παρά μόνο να επιδιώξει την ακύρωση του πλειστηριασμού, στο πλαίσιο των κανόνων του δημόσιου δικαίου, δηλαδή των άρθρων 933 και 583 ΚΠολΔ.

Θεώνη Κάδρα, Δικηγόρος

e-mail: info@efotopoulou.gr

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Το email σας δεν θα δημοσιευτεί