Συνταγματικότητα της διετούς παραγραφής των αξιώσεων κατά του δημοσίου και το χρονικό σημείο έναρξης αυτής
Ο ν. 2362/1995 (ΦΕΚ Α’ 247/1995) «Περί Δημοσίου Λογιστικού, ελέγχου των δαπανών του Κράτους και άλλες διατάξεις» εφαρμόζεται στις απαιτήσεις κατά του Δημοσίου γεννηθείσες μετά την 01-01-1996, οπότε και τέθηκε σε ισχύ ο ως άνω νόμος καταργώντας (άρθρο 113 ν. 2362/1995) το προϊσχύον ν.δ.321/1969.
Συγκεκριμένα, σύμφωνα με την παράγραφο 3 του άρθρου 90 του ν. 2362/1995 η απαίτηση οποιουδήποτε των επί σχέσει δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ’ αυτού, που αφορά σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζεται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις παραγράφεται μετά διετία από της γενέσεώς της. Αντιθέτως, στην παράγραφο 1 του ως άνω άρθρου ορίζεται γενική πενταετής παραγραφή («οποιαδήποτε απαίτηση κατά του Δημοσίου παραγράφεται μετά πενταετία, εφόσον από άλλη γενική ή ειδική διάταξη δεν ορίζεται βραχύτερος χρόνος παραγραφής αυτής»). Ενώ το άρθρο 91 του νόμου αυτού καθορίζει το χρονικό σημείο έναρξης της παραγραφής αυτής κατά του Δημοσίου ως εξής: «Επιφυλασσομένη κάθε άλλης ειδικής διατάξεως του παρόντος η παραγραφή οποιασδήποτε απαιτήσεως κατά του Δημοσίου αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη αυτής…».
Με την ως άνω διάταξη του άρθρου 90 παρ.3 του ν. 2362/1995 δηλαδή θεσπίζεται διετής παραγραφή για τις αξιώσεις των υπαλλήλων του Δημοσίου, ο χρόνος της οποίας είναι μικρότερος από το χρόνο της παραγραφής (πενταετία) που προβλέπεται τόσο από την παρ. 1 του ίδιου άρθρου για όλες τις άλλες χρηματικές αξιώσεις κατά του Δημοσίου, όσο και από τις παρ. 2 και 3 του άρθρου 86 για τις χρηματικές αξιώσεις του Δημοσίου κατά τρίτων, αλλά και από το χρόνο παραγραφής που ισχύει για παρόμοιες αξιώσεις εργατών και υπαλλήλων του ιδιωτικού τομέα. Το ζήτημα της συνταγματικότητας της διάταξης αυτής της παραγράφου 3 λόγω της βραχυχρόνιας παραγραφής που θέτει εισάγοντας δυσμενή κατά μια άποψη μεταχείριση των δημοσίων υπαλλήλων κρίθηκε με την υπ’ αριθμ. 1/2012 απόφαση του Ανώτατου Ειδικού Δικαστηρίου, το οποίο επέλυσε σχετική αμφισβήτηση που δημιουργήθηκε από αντίθετες αποφάσεις του Αρείου Πάγου και του Συμβουλίου της Επικρατείας. Στην εν λόγω απόφαση του ΑΕΔ κρίθηκε ότι η διαφοροποίηση αυτή δικαιολογείται, όχι μόνον από την ανάγκη προστασίας της περιουσίας του Δημοσίου, αλλά και από τις διαφορετικές συνθήκες υπό τις οποίες τελούν οι υπάλληλοι του Δημοσίου σε σχέση με τους υπαλλήλους του ιδιωτικού τομέα, και συνεπώς η ως άνω διάταξη του άρθρου 90 παρ. 3 του ν. 2362/1995 κρίθηκε ότι δεν αντίκειται στην κατοχυρωμένη από το άρθρο 4 παρ.1 του Συντάγματος αρχή της ισότητας.
Με την υπ’ αριθμ. 32/2008 απόφαση του Ανώτατου Ειδικού Δικαστηρίου είχε κριθεί και το ζήτημα του χρόνου ενάρξεως της διετούς αυτής παραγραφής. Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων των άρθρων 90 παρ. 3 και 91 του ν. 2362/1995 προκύπτει ότι η πρώτη από αυτές με την οποία ρυθμίζεται ειδικώς το θέμα του χρόνου της παραγραφής των αξιώσεων των επί σχέσει δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, που αφορούν σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές αυτών, και ορίζει ως χρονικό σημείο ενάρξεως της παραγραφής αυτής τη γένεση της αντίστοιχης αξιώσεως. Η εν λόγω διάταξη του άρθρου 90 παρ.3 είναι δηλαδή ειδική, σε σχέση με τη διάταξη του άρθρου 91 εδ. α΄ του ν. 2362/1995, με την οποία ρυθμίζεται γενικώς το θέμα της ενάρξεως του χρόνου παραγραφής οποιασδήποτε αξιώσεως κατά του Δημοσίου από το τέλος του οικονομικού έτους, μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη αυτής, και ως εκ τούτου, κατισχύει της εν λόγω γενικής διατάξεως του άρθρου 91. Σύμφωνα λοιπόν με την προαναφερθείσα υπ’ αριθμ. 32/2008 απόφαση του ΑΕΔ, που ακολουθείται πλέον παγίως από τη νομολογία (βλ. ενδεικτικώς ΑΠ 1152/2012, ΣτΕ 279/2013, ΣτΕ 294/2013) το χρονικό σημείο ενάρξεως της διετούς παραγραφής των απαιτήσεων των υπαλλήλων του Δημοσίου κατά του τελευταίου είναι ο χρόνος γενέσεως των απαιτήσεων αυτών και όχι το τέλος του έτους, μέσα στο οποίο γεννήθηκαν οι απαιτήσεις και ήταν δυνατή η επιδίωξή τους.
Θεώνη Κάδρα,
Δικηγόρος
e-mail: info@efotopoulou.gr