Πότε μια εγγεγραμμένη στα βιβλία διεκδικήσεων αγωγή διαγράφεται απευθείας από τον υποθηκοφύλακα ή Προϊστάμενο του Κτηματολογίου και πότε μέσω δικαστικής απόφασης με τη διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας
Σύμφωνα με το αρθ. 220 § 1 ΚΠολΔ, όπως ισχύει (αρθ. 21 του Ν. 3994/2011, ΦΕΚ Α 165/25.7.11) αγωγές στις οποίες περιλαμβάνονται αναγνωριστικές ή ανακοπές εμπράγματες, μικτές ή νομής, εκτός από ασφαλιστικά νομής καθώς και αγωγές διάρρηξης δικαιοπραξίας, ως καταδολιευτικές, όταν αφορούν ακίνητα εγγράφονται, ύστερα από αίτηση του ενάγοντα ή ανακόπτοντα στα βιβλία διεκδικήσεων, του γραφείου της περιφέρειας όπου βρίσκεται το ακίνητο, εντός 30 ημερών από την κατάθεση, διαφορετικά απορρίπτονται και αυτεπάγγελτα ως απαράδεκτες.
Σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου, αν οι αγωγές και ανακοπές, που εγγράφηκαν, είναι φανερά αβάσιμες, διατάσσεται η διαγραφή τους κατά τη διαδικασία των αρθ. 740 επ ΚΠολΔ. Στη συζήτηση κλητεύεται υποχρεωτικά αυτός που έχει καταθέσει την αγωγή ή ανακοπή, που πρέπει να διαγραφεί. Μετά την παρέλευση 10ετίας από την κατάθεση η διαγραφή μπορεί, να διαταχθεί και χωρίς κλήτευση, αν, κατά την κρίση του δικαστή, είναι δύσκολη.
Εξ αυτών είναι προφανές, ότι το «φανερά αβάσιμες», που αναφέρεται στο νόμο, δεν συνδέεται με τη «10ετία» από την εγγραφή της αγωγής ή ανακοπής, ώστε, αν παρέλθει αυτή, η εγγραφείσα αγωγή ή ανακοπή να θεωρείται άνευ άλλου φανερά αβάσιμη. Το φανερά αβάσιμη αναφέρεται είτε σε «νομικά αβάσιμη» αγωγή κι ανακοπή, είτε σε «πραγματικά αβάσιμη», υπό την έννοια των ουσιαστικών διατάξεων, που πρέπει να συντρέχουν ως θετικές (ή και αρνητικές προϋποθέσεις) για την κτήση του δικαιώματος, που απαιτείται να είναι εμφανείς. Το μεν αβάσιμο κατά το νόμο δεν εμφανίζει ιδιαίτερες δυσκολίες, όπως το ουσία αβάσιμο. Αβάσιμη κατά το νόμο είναι η αγωγή/ ανακοπή, που δεν συγκεντρώνει τα χαρακτηριστικά, που πρέπει να ισχύουν, για να προχωρήσει το δικαστήριο στην κρίση της ουσίας (αοριστία, απαράδεκτο, μη τήρηση προδικασίας κ.α). Το «ουσία αβάσιμο» αναφέρεται στις προϋποθέσεις κτήσεως του δικαιώματος, που πρέπει να συντρέχουν για την απόκτησή του και την ανυπαρξία αρνητικών προϋποθέσεων, που εμποδίζουν τη «γένεση», «κτήση», «δικαστική επιδίωξή», «κατάλυση» του και λαμβάνονται από το ουσιαστικό δίκαιο. Μπορεί να αφορούν «νομικούς» ή «πραγματικούς» λόγους. Εξ αυτών, είναι πρόδηλο, ότι μόνο όσοι λόγοι γίνονται αντιληπτοί εξαρχής, χωρίς καμία εξέταση, μπορούν, να ληφθούν υπόψη και όχι όσοι απαιτούν κατ ουσία «εξέταση της υπόθεσης», για την οποία ενεγράφη η αγωγή/ανακοπή.
Έτσι η παραίτηση από τη δικαστική επιδίωξη του δικαιώματος, η παραγραφή, ο δικαστικός συμβιβασμός αποτελούν αρνητικές προϋποθέσεις, που οδηγούν σε αλλοίωση και κατάργηση του δικαιώματος. Αυτοί είναι και οι λόγοι, που είναι «εμφανείς», ώστε να μη απαιτείται εξέταση κι αποδεικτική διαδικασία, για να αποδειχτεί, ότι η εγγραφείσα αγωγή/ανακοπή είναι φανερά αβάσιμη (ΕφΑθ 6124/1990 ΕλλΔνη 1992,864). Αν απαιτείται εξέταση, γίνεται αντιληπτό, ότι δεν μπορεί, να διαγραφεί η εγγραφείσα αγωγή/ανακοπή. Εξ ου κι η επιλογή του νομοθέτη, προς πρόκριση της εκούσιας δικαιοδοσίας, ως απλούστερης και ταχύτερης, χωρίς αντιδικία, για την διαγραφή τέτοιων αγωγών/ανακοπών από τα βιβλία διεκδικήσεων, για τον απλό λόγο, ότι για τα τελευταία ισχύει ο θεσμός της «πίστης» στα βιβλία και προστασίας των συναλλαγών από τους καλόπιστους τρίτους, που θα πρέπει, να γνωρίζουν εξαρχής, τι συμβαίνει με τα ακίνητα. Εφόσον οι «ειδικοί διάδοχοι» δεσμεύονται από το δεδικασμένο (325 § 1 ΚΠολΔ) και την εκτελεστότητα (919 § 1 ΚΠολΔ) της απόφασης (Κεραμέας δικ. αριθ. 84, σελ. 227- Μπέη αρθ. 220, σ. 983- Κεραμέα/Κονδύλη/Νίκα ΕρμΚΠολΔ τόμος Ι, αρθ. 220 2, σελ. 474). Ετσι, ως ουσία αβάσιμη θεωρείται η αγωγή ή ανακοπή, εφόσον δεν υπάρχουν οι θετικές προϋποθέσεις για την κτήση του δικαιώματος, ή υπάρχουν αρνητικές προϋποθέσεις, που εμποδίζουν την κτήση του. Στις αρνητικές προϋποθέσεις περιλαμβάνεται και η «παραγραφή», όπως και η «παραίτηση από του δικαιώματος». Κάθε άλλη άποψη, με βάση την οποία το δικαστήριο θα εξετάσει εκ των ενόντων την ουσία της υπόθεσης, που δεν εμφαίνεται «προφανώς αβάσιμη», θεωρείται, κατά την άποψη του παρόντος δικαστηρίου, ότι δεν συνάδει με την παραπάνω νομοθετική ρύθμιση. Διότι, εκτός των άλλων θα καλούνταν «αναρμόδιο δικαστήριο» (σε σχέση με την εκκρεμή δίκη, επί της οποίας δεν εκδόθηκε απόφαση), με συνοπτικές διαδικασίες, να αποφανθεί επί της υπόθεσης και να διαγράψει την εγγραφείσα αγωγή/ανακοπή, με εκτόπιση του πράγματι αρμοδίου προς αυτό δικαστηρίου, που δεν νοείται, ότι μπορεί να συμβεί, με βάση και νομοθετικές και συνταγματικές ρυθμίσεις.
Η διαγραφή της αγωγής/ανακοπής μπορεί, να ζητηθεί απευθείας από τον υποθηκοφύλακα, λόγω τελεσίδικης απόρριψης της εγγραφείσας αγωγής/ ανακοπής (αρθ. 3 του ΒΔ 565/1968, περί τηρήσεως βιβλίων διεκδικήσεων) και ανεξάρτητα από το λόγο της απόρριψης (ουσιαστικό ή δικονομικό), ή όταν ο ενάγων/ανακόπτων παραιτείται από το δικόγραφο ή το δικαίωμα, ή οι διάδικοι συμβιβάζονται δικαστικά, αλλά όχι εξώδικα (ΜΠρΣαμ 148/1979, Αρμ 1980, 480- Κεραμέα/Κονδύλη/ Νίκα ο.π παρ. ΙΙ σελ. 477) και η διαγραφή επέρχεται με απλή αίτηση του ενδιαφερόμενου στον υποθηκοφύλακα, ή τον επί του κτηματολογίου Προϊστάμενο, χωρίς να απαιτείται ανάμιξη του δικαστηρίου και έκδοση δικαστικής απόφασης. Οπότε, αν ο υπάλληλος αρνηθεί, τότε ενεργοποιείται η διάταξη του αρθ. 791 ΚΠολΔ και διατάσσεται ο παραπάνω, να προβεί σε διαγραφή, από το δικαστήριο (980/2015 ΕΙΡ ΑΘ, ΤΝΠ Nomos). Πριν την τελεσιδικία της αποφάσεως, όμως, που αφορά η εγγραφή της αγωγής ή ανακοπής, είτε έχει εκδοθεί οριστική απόφαση, είτε όχι η διαγραφή «προφανώς αβάσιμης» αγωγής/ανακοπής μπορεί, να ζητηθεί δικαστικά από το αρμόδιο δικαστήριο, που κρίνει κατά τις διατάξεις των αρθ. 739 επ ΚΠολΔ και δεν απαιτείται προηγούμενη αίτηση στον αρμόδιο υπάλληλο των κτηματολογικών βιβλίων διεκδικήσεων (ΕφΑθ 4838/1996 ΕλλΔνη 1997, 877).
Αμυγδαλιά Τσιάρα, δικηγόρος
info@efotopoulou.gr