Υιοθεσία
Η υιοθεσία αποτελεί έναν τρόπο απόκτησης τέκνων για ζευγάρια που είτε δεν μπορούν είτε δε θέλουν να αποκτήσουν παιδιά με φυσικό τρόπο και αποσκοπεί κυρίως στη συνέχιση της οικογένειας ως κοινωνικής, οικονομικής και θρησκευτικής ομάδας. Πλέον η υιοθεσία, τα τελευταία χρόνια, έχει αποκτήσει ένα πιο ανθρωποκεντρικό χαρακτήρα που ενδιαφέρεται πρωτίστως για την προστασία των συμφερόντων των παιδιών. Προς εκπλήρωση του στόχου αυτού, έχουν θεσπισθεί νομοθετικά κείμενα, τόσο σε διεθνές επίπεδο (π,χ. Ευρωπαϊκή σύμβαση για την υιοθεσία των παιδιών) όσο και στο εγχώριο δίκαιο (οι διατάξεις του Αστικού Κώδικα).
Ξεκινώντας από τις ουσιαστικές προϋποθέσεις που θέτει ο νόμος, θα πρέπει ήδη σε αυτό το σημείο να αναφερθεί πως επιτρέπεται μόνο η υιοθεσία ανηλίκου, ενώ ενηλίκου επιτρέπεται μόνο στην περίπτωση που ο υιοθετούμενος είναι συγγενής έως και τον τέταρτο βαθμό εξ αίματος ή εξ αγχιστείας αυτού που υιοθετεί (αναφέρεται ρητώς στα άρθρα 1542 και 1579 του Αστικού Κώδικα). Επίσης ο νομοθέτης θέτει ένα κατώτατο και ένα ανώτερο επιτρεπτό ηλικιακό όριο υιοθεσίας, δηλ. αυτός που υιοθετεί θα πρέπει να έχει συμπληρώσει οπωσδήποτε τα 30 του χρόνια και να μην έχει ξεπεράσει επίσης τα 60 χρόνια. Ακόμη θα πρέπει αυτός που υιοθετεί ανήλικο τέκνο να είναι μεγαλύτερος από αυτό τουλάχιστον κατά 18 έτη αλλά όχι και περισσότερα από 50 έτη. Ο περιορισμός αυτός της ηλικίας δεν ισχύει ωστόσο για εκείνον από τους συζύγους που επιθυμεί αν υιοθετήσει τέκνο που υιοθετείται ή που έχει ήδη υιοθετηθεί από τον σύζυγό του. Μάλιστα σε περίπτωση υιοθεσίας τέκνου του συζύγου, καθώς και αν συντρέχει σπουδαίος λόγος, το δικαστήριο μπορεί να επιτρέπει την υιοθεσία και όταν υπάρχει διαφορά ηλικίας μικρότερης αλλά όχι κάτω των 15 ετών. Οι ηλικιακοί αυτοί περιορισμοί έχουν προβλεφθεί προκειμένου να εξασφαλισθεί η σωματική και διανοητική ωριμότητα του γονέα ούτως ώστε να διασφαλισθεί ένα περιβάλλον για το παιδί που θα το βοηθήσει να αναπτυχθεί σωματικά και ψυχικά με τον πιο υγιή τρόπο.
Στις περιπτώσεις υιοθεσίας από έγγαμο, απαιτείται και η συναίνεση του άλλου συζύγου η οποία παρέχεται αυτοπροσώπως ενώπιον του δικαστηρίου. Εκτός από αυτή τη συναίνεση, για να προχωρήσει η διαδικασία της υιοθεσίας και να γίνει δεκτή, αναγκαίο προαπαιτούμενο είναι και η συναίνεση των φυσικών γονέων του τέκνου, ενώ αν ο ανήλικος δεν έχει γονείς, τότε η συναίνεση αυτή αναπληρώνεται από τον επίτροπο ύστερα από άδεια εποπτικού συμβουλίου. Εάν ο ανήλικος που υιοθετείται, είναι άνω των 12 ετών, συναινεί και αυτός αυτοπροσώπως ενώπιον του δικαστηρίου.
Από όσα έχουν ήδη λεχθεί συνάγεται πως για να προχωρήσει κάποιος στην πράξη της υιοθεσίας, δεν απαιτείται να είναι έγγαμος, καθώς ο νόμος πουθενά δεν θέτει αυτή την προϋπόθεση. Εκείνο που εξετάζεται σε κάθε αίτηση υιοθεσίας και αυτό που λαμβάνεται πρωτίστως υπόψη τόσο από τις κοινωνικές υπηρεσίες όσο και από το δικαστήριο είναι το συμφέρον του τέκνου. Δεν έχει σημασία αν ο αιτών είναι έγγαμος ή άγαμος αλλά αν θα μπορέσει ουσιαστικά να μεγαλώσει το τέκνο και να συμβάλει στη διαμόρφωση μιας υγιούς προσωπικότητας. Αν μεταξύ των υποψηφίων είναι ένα έγγαμο ζευγάρι και μια ανύπαντρη μητέρα επί παραδείγματι, και εφόσον πληρούν τα ίδια κριτήρια, θα προτιμηθεί το ζευγάρι γιατί με αυτό τον τρόπο θεωρείται πως το τέκνο θα μεγαλώσει σε ένα ιδανικότερο περιβάλλον, δεδομένου πως θα έχει τόσο το μητρικό όσο και το πατρικό πρότυπο. Αν όμως η άγαμη γυναίκα πληροί περισσότερες προϋποθέσεις σε σχέση με το αντίστοιχο υποψήφιο έγγαμο ζευγάρι, δηλαδή προκύπτει ότι το παιδί θα λάβει την αγάπη και την φροντίδα που χρειάζεται, πως θα έχει την συναισθηματική αλλά και οικονομική υποστήριξη που είναι αναγκαία για να μεγαλώσει με τον καλύτερο δυνατό τρόπο και πως θα μεγαλώσει σε ένα περιβάλλον ήρεμο, χωρίς εντάσεις και με όλα τα αναγκαία για αυτό εφόδια τόσο σε μορφωτικό όσο και σε συναισθηματικό επίπεδο, κάτι το οποίο διαπιστώνεται από την κοινωνική έρευνα που προηγείται του δικαστηρίου της υιοθεσίας, τότε το παιδί θα δοθεί σε εκείνη για υιοθεσία, διότι πρωταρχική μέριμνα είναι το συμφέρον του τέκνου. Υπολογίζεται ότι ο μέσος χρόνος ολοκλήρωσης της διαδικασίας μιας δημόσιας υιοθεσίας είναι περίπου 3 με 4 χρόνια, ενώ η ιδιωτική υιοθεσία διαρκεί λίγους μήνες. Σημειωτέον ότι στην ιδιωτική υιοθεσία η κοινωνική υπηρεσία δεν επιλέγει ζευγάρι ή μονογονέα, αλλά το ζευγάρι ή ο υποψήφιος μονογονέας βρίσκουν το παιδί και η κοινωνική υπηρεσία απλώς αποφαίνεται γνωμοδοτικά επί της καταλληλότητάς τους.
Είναι πράγματι άξιο θαυμασμού το γεγονός πως παρά τη βραδύτητα της διαδικασίας της δημόσιας υιοθεσίας, οι ενδιαφερόμενοι εξακολουθούν να επιμένουν και να μην εγκαταλείπουν τις προσπάθειες υιοθεσίας ενός παιδιού. Η Πολιτεία ιδίως θα πρέπει να τους συνδράμει και να επιταχύνει τις όποιες διαδικασίες, ώστε για το καλό και το συμφέρον των παιδιών, να μην επέρχεται «ιδρυματοποίησή» τους, να βρίσκουν όσο το δυνατόν πιο σύντομα μια οικογένεια που είναι έτοιμη να τα υποστηρίξει και να τα προστατέψει, παρέχοντάς τους όλα τα εφόδια που χρειάζονται και συμβάλλοντας στην ομαλή διαπαιδαγώγησή τους.
Κατερίνα Μπασιαρίδου, δικηγόρος
info@efotopoulou.gr