Αρμοδιότητα Πολιτικών Δικαστηρίων σύμφωνα με το άρθρο 158 του Ν. 4072/2012 (πρώην άρθρο 32 του Ν. 2239/1994)- έχουν ή δεν έχουν αρμοδιότητα να κρίνουν παρεμπιπτόντως σήμα με μειωμένη διακριτική δύναμη στην περίπτωση που έχει το τελευταίο γίνει αμετάκλητα δεκτό από την Υπηρεσία Σημάτων, τη ΔΕΣ & τα Διοικητικά Δικαστήρια;
Σύμφωνα με το άρθρο 158 του Ν. 4072/2012 παρ. 1 τα πολιτικά δικαστήρια ουδεμία έχουν αρμοδιότητα, όπου καθίστανται κατά τον παρόντα νόμο αρμόδια η Υπηρεσία Σημάτων, η Διοικητική Επιτροπή Σημάτων και τα Διοικητικά Δικαστήρια, ενώ βάσει της παρ. 2 οι αποφάσεις της Υπηρεσίας Σημάτων και της Διοικητικής Επιτροπής Σημάτων, κατά των οποίων δεν χωρεί προσφυγή και οι τελεσίδικες αποφάσεις των διοικητικών δικαστηρίων, που εκδίδονται κατά τον παρόντα νόμο , είναι υποχρεωτικές για τα πολιτικά δικαστήρια και κάθε άλλη αρχή.
Στην ως άνω διάταξη που απηχεί και την κρατούσα άποψη στην ελληνική νομολογία υπάρχουν επιχειρήματα υπέρ της αντίθετης άποψης, προκειμένου να ερμηνευθεί συσταλτικά το άρθρο 158 του ν. 4072/2012 (πρώην 32 του Ν 2239/1994). [βλ. Μιχ. – Θεοδ. Δ. Μαρίνος, Δίκαιο Διακριτικών Γνωρισμάτων, Π.Ν. Σάκκουλας, 2016, σελ: 355-356]. Σύμφωνα με τα επιχειρήματα αυτά το άρθρο 158 (πρώην 32 του ν. 2239/1994) ναι μεν περιλαμβάνει αποκλεισμό των πολιτικών δικαστηρίων από κρίσεις που ανήκουν στην αρμοδιότητα της ΔΕΣ και των διοικητικών δικαστηρίων, όμως ο αποκλεισμός αυτός δεν περιλαμβάνει και τον αποκλεισμό της προστασίας τρίτου δικαιούχου σήματος που διεκδικεί ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων την απαγόρευση (μόνο) της χρήσης σήματος μη νόμιμα καταχωρηθέντος και συνεπώς διαγραπτέου. Ειδικότερα [βλ. ανάλυση του κ. Ι. Βενιέρη, Η προστασία σήματος έναντι άλλου σήματος ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων, δημ. στο περιοδικό ΔΕΕ, 2006, 585], στην οποία γίνεται λόγος για αποκλίνοντα επιχειρήματα ως προς την προστασία κατά της χρήσης του αντιτιθέμενου καταχωρημένου σήματος με βάση το Ν 2239/1994 (ήδη Ν. 4072/2012). Αφετηρία αποτελεί η επιχειρηματολογία που έχει διατυπωθεί από μέρος της θεωρίας και της νομολογίας για την δυνατότητα παροχής προσωρινής προστασίας.
- Έλεγχος του κινδύνου σύγχυσης τόσο κατά την καταχώρηση του σήματος όσο και κατά την προστασία αυτού
Στον παρεμπίπτοντα έλεγχο που απαγορεύεται στα πολιτικά δικαστήρια ανήκει και ο έλεγχος του κινδύνου σύγχυσης. Η ΔΕΣ ελέγχει αν το υπό καταχώρηση σήμα προκαλεί σύγχυση στην αντίληψη του καταναλωτικού κοινού σε σύγκριση με προγενέστερα σήματα. Αυτή η προϋπόθεση του κινδύνου σύγχυσης σύμφωνα με την κρατούσα άποψη δεν πρέπει να επανελέγχεται και από τα πολιτικά δικαστήρια. Ορθότερο όμως είναι να διευκρινιστεί πως ο έλεγχος του κινδύνου σύγχυσης δεν γίνεται μόνο στα πλαίσια της κατάθεσης και καταχώρησης ενός σήματος. Ο έλεγχος αυτός γίνεται και για να διαπιστωθεί αν πρέπει να προστατευθεί ένα κατατεθειμένο σήμα έναντι άλλης ένδειξης. Αν η άλλη ένδειξη προκαλεί κίνδυνο σύγχυσης, τότε το κατατεθειμένο σήμα απολαμβάνει προστασίας από τα πολιτικά δικαστήρια σύμφωνα με το άρθρο 26 του Ν 2239/1994. Το ερώτημα που δημιουργείται είναι τι γίνεται αν το καταχωρημένο σήμα συγκρούεται με άλλο καταχωρημένο σήμα. Αν προκύψει έλεγχος και κατάφαση του κινδύνου σύγχυσης, η κρατούσα άποψη θεωρεί πως τα πολιτικά δικαστήρια εισέρχονται σε αρμοδιότητα που απαγορεύεται από το άρθρο 32 (ήδη άρθρο 158). Στην προκειμένη περίπτωση όμως πρέπει να γίνει διάκριση στον τύπο και στα δεδομένα ελέγχου που κάνει η ΔΕΣ (και τα τακτικά διοικητικά δικαστήρια) και στον τύπο και δεδομένα ελέγχου του κινδύνου σύγχυσης που κάνουν τα πολιτικά δικαστήρια. Στην φάση της κρίσης για την καταχώρηση, κρίνεται από την ΔΕΣ «στατικά», σε δεδομένη χρονική στιγμή, ο κίνδυνος σύγχυσης με έλεγχο των προγενέστερων σημάτων και μάλιστα μόνο των λεκτικών. Δεν ελέγχεται η δυναμική του κινδύνου σύγχυσης που κυμαίνεται λόγω της μεταβλητής και συνεχώς αναπτυσσόμενης ή μειούμενης διακριτικής δύναμης ενός σήματος. Ακόμα δεν ελέγχονται τα ηχητικά σήματα, σήματα παραστάσεων κ.λπ. Ο έλεγχος αυτός γίνεται από τα πολιτικά δικαστήρια και διαφέρει από αυτόν που γίνεται στην διοικητική διαδικασία. Είναι πιο ολοκληρωμένος και δεν είναι «στατικός» αλλά δυναμικός και «παρακολουθεί» τις μεταβολές της διακριτικής δύναμης των σημάτων. Συνεπώς, δεν πρέπει αυτομάτως ο έλεγχος του κινδύνου σύγχυσης κατά την καταχώρηση ενός σήματος να ιδωθεί μονόπλευρα και μονοδιάστατα, αφού δεν ταυτίζεται με τον έλεγχο που κάνουν τα πολιτικά δικαστήρια κατά την διαπίστωση της προσβολής. Η άποψη αυτή συνεπικουρείται και από απόφαση (ΕφΑθ 4093/1984 ΕΕμπΔ 1986, 142) που δέχθηκε πως τα πολιτικά δικαστήρια δεσμεύονται από την αμετάκλητη κρίση της ΔΕΣ και των διοικητικών δικαστηρίων, όμως η δέσμευση αυτή δεν αφορά και στις παραλλαγές του σήματος. Αφορά μόνο στο σήμα όπως ακριβώς κατατέθηκε. Το πολιτικό δικαστήριο λοιπόν δεν δεσμεύεται από τις αποφάσεις της διοικητικής διαδικασίας να κρίνει αν υπάρχει προσβολή με άλλη ένδειξη, όταν κρίνει για τις παραλλαγές του σήματος. Στην προκειμένη περίπτωση θεωρήθηκε πως το πολιτικό δικαστήριο επιτρέπεται να μπει στην ουσία του ερωτήματος, αν υπάρχει κίνδυνος σύγχυσης ή όχι, και δεν δεσμεύεται από την κρίση της ΔΕΣ. Διότι ο κίνδυνος σύγχυσης στα πλαίσια της προστασίας των σημάτων από τα πολιτικά δικαστήρια κρίνεται δυναμικά. Κρίνεται όχι μόνο επί του ίδιου του καταχωρημένου σήματος, αλλά και επί των δυνητικών παραλλαγών του. Κρίνεται με βάση την επιγενόμενη μειωμένη ή αυξημένη διακριτική δύναμη του σήματος την δεδομένη χρονική στιγμή της προστασίας, και όχι την χρονική στιγμή της καταχώρησης.
- Στάθμιση μεταξύ των άρθρων 150 επ. και 158 του Ν 4072/2012 (πρώην 26 & 32 του Ν. 2239/1994)
Η αρμοδιότητα των πολιτικών δικαστηρίων περιγράφεται από το γράμμα των διατάξεων των άρθρων 26 επ. Ν 2239/1994 (ήδη 150 επ. του Ν. 4072/2012). Η προστασία των σημάτων αναγνωρίζεται ότι εμπίπτει στην αποκλειστική αρμοδιότητα των πολιτικών δικαστηρίων. Πρόκριμα όμως για να διαπιστωθεί αν χρήζει προστασίας από τα πολιτικά δικαστήρια ένα καταχωρημένο σήμα, είναι αν υπάρχει κίνδυνος σύγχυσης μεταξύ αυτού και του επίσης καταχωρημένου αντιτιθέμενου σήματος.
Όπως έχει ήδη αναφερθεί απαγορεύεται κατά την κρατούσα άποψη να προβούν στον έλεγχο αυτόν τα πολιτικά δικαστήρια, αφού ο έλεγχος ανήκει στο στάδιο της καταχώρησης του σήματος και γέννησης του δικαιώματος επί του σήματος. Αν όμως αποτραπεί και αυτός ο παρεμπίπτων έλεγχος των πολιτικών δικαστηρίων, τότε αυτά απογυμνώνονται κατά την άσκηση της δικαιοδοσίας που τους έχει αποδοθεί στην προστασία των σημάτων. Η αρμοδιότητα των πολιτικών δικαστηρίων στο δίκαιο των σημάτων είναι να προστατεύουν τα σήματα από αντιτιθέμενες ενδείξεις. Πρωταρχική προϋπόθεση για την αρμοδιότητα αυτή είναι να ελέγχεται ο κίνδυνος σύγχυσης. Αν λοιπόν αφαιρεθεί η δυνατότητα ελέγχου του κινδύνου σύγχυσης από τα πολιτικά δικαστήρια, αυτομάτως αφαιρείται η αρμοδιότητα του άρθρου 26 Ν 2239/1994 τουλάχιστον έναντι άλλου κατατεθειμένου σήματος. Έτσι όμως αναγκαστικά περιορίζονται τα πολιτικά δικαστήρια στην προστασία μόνο σημάτων έναντι άλλων διακριτικών γνωρισμάτων, χωρίς σε αυτά να περιλαμβάνονται και ενδείξεις που έχουν καταχωρηθεί ως σήματα. Σήμα νομίμως καταχωρηθέν κατά χρήσης άλλου μη νομίμως καταχωρημένου σήματος δεν μπορεί υπό αυτό το πρίσμα να προστατευθεί από τα πολιτικά δικαστήρια. Έτσι λοιπόν τίθεται ζήτημα στάθμισης μεταξύ των άρθρων 26 και 32 του Ν 2239/1994. Το άρθρο 26 επιβάλλει την προστασία του νομίμως κατατεθειμένου σήματος έναντι κάθε αντιτιθέμενου δικαιώματος ακόμα και του σήματος που είναι διαγραπτέο και που κατά παράβαση του δικαίου των σημάτων έχει καταχωρηθεί και ισχύει ως σήμα. Αντιθέτως το άρθρο 32 επιβάλλει την προστασία ενός (νόμιμα ή μη) καταχωρημένου σήματος μέχρι την αμετάκλητη διαγραφή του, ακόμα και έναντι νομίμως καταχωρημένου σήματος. Αν επικρατήσει η εφαρμογή του άρθρου 32 έναντι του άρθρου 26, διασφαλίζεται η προστασία ενός διαγραπτέου σήματος ακόμα και σε βάρος ενός σήματος που το δίκαιο των σημάτων δεν έχει κανένα λόγο να μην προστατέψει. Υπάρχει ανάγκη στάθμισης μεταξύ του άρθρου 26 και του άρθρου 32 και υποχώρησης του δεύτερου υπέρ του άρθρου 26 προς ικανοποίηση των βασικών αρχών του δικαίου των σημάτων, που είναι η προστασία μόνο σημείων με διακριτική δύναμη αλλά και η προστασία της λειτουργίας προέλευσης και διαφήμισης των σημάτων. Με το τελολογικό προβάδισμα στο άρθρο 26 και τον ερμηνευτικό περιορισμό στην απαγόρευση του άρθρου 32 προστατεύεται η αρχή της νομιμότητας και δεν περιορίζεται η αρμοδιότητα των πολιτικών δικαστηρίων ως προς την προστασία των νομίμως καταχωρηθέντων σημάτων. Αυτό συνεπικουρείται και από το επόμενο επιχείρημα.
- Διαχωρισμός μεταξύ υπόστασης και χρήσης ενός σήματος
Η κρίση αυτή περί της προστασίας ή μη του (μη νόμιμα) καταχωρημένου σήματος δεν πρέπει να συγχέεται με την κρίση για την γέννηση ή απόσβεση του σήματος, παρόλο που έχουν ως κοινό πρόκριμα τον έλεγχο του κινδύνου σύγχυσης. Πρέπει συνεπώς να διευκρινιστεί πως στην περίπτωση σύγκρουσης δικαιώματος σε καταχωρημένο σήμα έναντι άλλου δικαιώματος σε καταχωρημένο σήμα τα πολιτικά δικαστήρια δεν κρίνουν την υπόσταση του αντιτιθέμενου και διαγραπτέου σήματος. Κρίνουν μόνο αν το μη νόμιμα καταχωρημένο (διαγραπτέο) σήμα χρήζει προστασίας ή μη. Με αυτό το σκεπτικό έκανε τον ακόλουθο διαχωρισμό η απόφαση ΠΠρΑθ 7440/1999, 35 που διέκρινε μεταξύ αρμοδιότητας στην κρίση για την υπόσταση του σήματος και αρμοδιότητας στην κρίση για την προστασία αυτού. Η απόφαση αυτή θεώρησε πως τα πολιτικά δικαστήρια μπορούν να υπεισέλθουν στο ζήτημα της προστασίας ενός καταχωρημένου σήματος έναντι ενός άλλου εξίσου καταχωρημένου. Και η κρίση που θα συναχθεί δεν σχετίζεται με την υπόσταση του αντιτιθέμενου (μη νόμιμα καταχωρημένου) σήματος αλλά με την δικαιολογημένη ή μη προστασία του. Αν δεν δικαιούται προστασίας, θα υπερισχύει η προστασία του νομίμως καταχωρημένου σήματος, χωρίς να τίθεται σε ζητήματα προστασίας σημάτων το ερώτημα δέσμευσης των πολιτικών δικαστηρίων από την κρίση της ΔΕΣ στα πλαίσια της αρμοδιότητάς της σύμφωνα με το άρθρο 32 του Ν 2239/1994. Ουσιαστικά από αυτήν την απόφαση αντλείται το εξής επιχείρημα: Τελικά η σύγκριση μεταξύ δύο καταχωρημένων σημάτων είναι ζήτημα σύγκρουσης των αξιώσεων χρήσης και προστασίας εκ των δύο δικαιωμάτων στο σήμα. Συγκρούεται το δικαίωμα χρήσης και προστασίας του διαγραπτέου σήματος και το δικαίωμα χρήσης και προστασίας του νομίμως καταχωρημένου σήματος. Δεν συγκρούονται πάντως αντιτιθέμενα συμφέροντα ως προς την καταχώρηση ή μη δύο ενδείξεων ως σημάτων, κάτι που ανήκει στην κρίση της ΔΕΣ και των διοικητικών δικαστηρίων σύμφωνα με το άρθρο 32. Η στάθμιση λοιπόν συμφερόντων και δικαιωμάτων από τα πολιτικά δικαστήρια επικεντρώνεται μόνο στην χρήση και στην προστασία αυτών. Η στάθμιση αυτή θα δώσει λύση υπέρ του δικαιώματος χρήσης και προστασίας του μη διαγραπτέου σήματος σύμφωνα με τις αρχές του δικαίου των σημάτων. Ενώ το δικαίωμα χρήσης και προστασίας του διαγραπτέου σήματος υποχωρεί, χωρίς όμως να θίγεται και η υπόσταση του σήματος και χωρίς τελικά να κρίνεται από τα πολιτικά δικαστήρια αν πρέπει να εξαλειφθεί το σήμα.
- Περιορισμός του άρθρου 32 του Ν 2239/1994 (ήδη 158 του Ν. 4072/2012 μέσω του κοινοτικού δικαίου
Στα επιχειρήματα υπέρ της παροχής προστασίας υπέρ του τρίτου δικαιούχου σήματος σε βάρος του διαγραπτέου αντιτιθέμενου σήματος από τα πολιτικά δικαστήρια συγκαταλέγεται και το επιχείρημα υπεροχής του κοινοτικού δικαίου και έτσι του αντίστοιχου περιορισμού του άρθρου 32 του Ν 2239/1994. Η Οδηγία 89/104/ΕΟΚ στο άρθρο 9 παρ. 1 ορίζει πως όταν, σε ένα κράτος μέλος, ο δικαιούχος προγενέστερου σήματος, ανέχθηκε εν γνώσει του, για περίοδο πέντε συνεχών ετών, τη χρήση μεταγενέστερου σήματος καταχωρημένου στο εν λόγω κράτος μέλος, δεν δικαιούται πλέον, βάσει του προγενέστερου σήματος, να ζητήσει την ακύρωση ούτε να αντιταχθεί στην χρήση του μεταγενέστερου σήματος για τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες για τις οποίες το μεταγενέστερο σήμα χρησιμοποιήθηκε, εκτός αν η κατάθεση του μεταγενέστερου σήματος ήταν κακόπιστη. Στην παρ. 3 του ίδιου άρθρου προβλέπεται πως ο δικαιούχος μεταγενέστερου καταχωρισμένου σήματος δεν δικαιούται να αντιταχθεί στη χρήση του προγενέστερου δικαιώματος, ακόμα και αν το δικαίωμα εκείνο δεν μπορεί πλέον να προβληθεί κατά του μεταγενέστερου σήματος.
Είναι σημαντικό να σημειωθεί πως η κοινοτική Οδηγία περιλαμβάνει πρόβλεψη που το άρθρο 17 του Ν 2239/1994 δεν είχε ενσωματώσει. Το άρθρο 9 της Οδηγίας ορίζει πως μετά από πάροδο πενταετίας δεν υπάρχει το δικαίωμα διαγραφής ενός σήματος μεταγενέστερου (και παρατύπως κατατεθέντος), αλλά δεν υπάρχει και το δικαίωμα απαγόρευσης της χρήσης του σήματος αυτού. Συνεπώς, ενώ το άρθρο 17 του Ν 2239/1994 θεωρεί πως ο προγενέστερος σηματούχος μπορεί μέσα σε πενταετία να αντιταχθεί μόνο με διαγραφή κατά του αντιτιθέμενου σήματος, ο κοινοτικός νομοθέτης δίνει το δικαίωμα να εμποδίσει τόσο την γέννηση και την διατήρηση του δικαιώματος στο σήμα όσο και την χρήση του σήματος αυτού. Δηλαδή ο κοινοτικός νομοθέτης επιτρέπει τόσο την αίτηση διαγραφής από τον δικαιούχο του νόμιμα καταχωρημένου σήματος όσο και την αξίωση προστασίας κατά της χρήσεως του υπό διαγραφή σήματος. Πρόκειται για μια πρόβλεψη δικαιώματος του σηματούχου κατά ενός καταχωρημένου σήματος, που ο Ν 2239/1994 δεν είχε ενσωματώσει. Ο Ν. 2239/1994 (και συνακόλουθα ο Ν. 4072/2012) όχι μόνο δεν το έχει ενσωματώσει αυτό το δικαίωμα αλλά το αποκλείει μέσω της διάταξης του άρθρου 32. Η μεταφορά λοιπόν της κοινοτικής Οδηγίας είναι ελλιπής-ατυχής στο ελληνικό δίκαιο και παρέχει μικρότερη προστασία.
Το κοινοτικό δίκαιο οδηγεί όμως στον περιορισμό του άρθρου 32 του Ν 2239/1994 και στην διεύρυνση της δυνατότητας προστασίας από τα πολιτικά δικαστήρια. Αυτό συμβαίνει λόγω της υπεροχής του κοινοτικού δικαίου έναντι κάθε εθνικής διάταξης, λόγω της δυνατότητας των κοινοτικών Οδηγιών να παράγουν άμεσα αποτελέσματα και λόγω της ερμηνείας των εθνικών διατάξεων υπό το πρίσμα των ρυθμίσεων των κοινοτικών Οδηγιών. Ο περιορισμός της απαγόρευσης του άρθρου 32 βασίζεται ακόμα στην ανάγκη παροχής πλήρους και αποτελεσματικής προστασίας του κοινοτικού δικαίου, προκειμένου να παραμερίζεται κάθε εθνική ρύθμιση που εμποδίζει την προστασία που το κοινοτικό δίκαιο θεσπίζει. Συνεπώς, το κοινοτικό δίκαιο επιτάσσει όχι μόνο την διαγραφή του κακώς καταχωρημένου σήματος αλλά και την απαγόρευση της χρήσης του μέχρι την διαγραφή του, περιορίζοντας αντίστοιχα τα όσα συνάγονται από το άρθρο 32 Ν 2239/1994 και την ερμηνεία του.
- Μη δέσμευση της Διοίκησης από αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων
Επιπλέον επιχείρημα είναι πως οι αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων δεν δημιουργούν δεδικασμένο για την ΔΕΣ και τα τακτικά διοικητικά δικαστήρια. Αυτά μπορούν να αποφασίσουν αντίθετα με τα πολιτικά δικαστήρια ως προς την αίτηση διαγραφής. Από το επιχείρημα αυτό συνάγεται το συμπέρασμα πως πρόθεση του άρθρου 32 Ν 2239/1994 δεν είναι να μην προστατευθεί ο δικαιούχος ένδειξης κατά μη νόμιμα καταχωρημένου σήματος. Σκοπός του νομοθέτη είναι να μην δημιουργηθεί από απόφαση πολιτικού δικαστηρίου υποχρέωση συμμόρφωσης της Διοίκησης, δηλαδή της ΔΕΣ, να καταχωρήσει ή μη ένα σήμα. Σκοπός αντιθέτως δεν είναι να υπάρχει σήμα μη νόμιμα καταχωρημένο που πρέπει να διαγραφεί, αλλά μέχρι την οριστική του διαγραφή να δικαιούται το σήμα αυτό προστασίας από τα πολιτικά δικαστήρια. Μέχρι δηλαδή την οριστική του διαγραφή να ακυρώνεται το δικαίωμα άλλου σηματούχου να αξιώσει νόμιμη προστασία και να απαγορεύσει την χρήση του διαγραπτέου σήματος.
Κωνσταντίνα Β. Πουρνάρα
Δικηγόρος
info@efotopoulou.gr