Δικηγορικό Γραφείο Ευγενίας Α. Φωτοπούλου
Βασιλίσσης Σοφίας 6 Αθήνα 106 74
Τηλέφωνο: 210 36 24 769, 211 7 80 80 80
210 30 09 019
Email: info@efotopoulou.gr

Απόφαση ΔΕΣ 19/2017 – δεν υφίσταται καμία οπτική και ηχητική ομοιότητα μεταξύ των συγκρινόμενων σημάτων “CHIMERA” και “CHIRIMA” – δεν υφίσταται κίνδυνος σύγχυσης στο καταναλωτικό κοινό ως προς την προέλευση των προϊόντων που διακρίνουν τα ως άνω σήματα

Σύμφωνα με την κρατούσα στη θεωρία και τη νομολογία άποψη δεν επιτρέπεται η αποδοχή σημείου ως σήματος, εφ’ όσον αποδεικνύεται ότι αυτό αποτελεί παραποίηση ή απομίμηση νομίμως προδηλωθέντος και τελούντος ακόμη σε νόμιμη προστασία σήματος, το οποίο χρησιμεύει προς διάκριση του αυτού ή παρόμοιου προϊόντος. Και παραποίηση μεν, αποτελεί η καθ’ όλα ή κατά τα κύρια αυτού μέρη αντιγραφή ή αναπαράσταση άλλου σήματος, ώστε να δημιουργείται η εντύπωση της ταυτότητας μεταξύ των σημάτων, είτε πλήρους είτε κατά τα ουσιώδη και χαρακτηριστικά αυτών μέρη, απομίμηση δε, αποτελεί η ιδιαίτερη σε σχέση προς άλλο σήμα παράσταση ή εμφάνιση του σήματος, η οποία ως εκ της όλης οπτικής και ηχητικής εντύπωσης την οποία προκαλεί και, ανεξάρτητα προς τις επιμέρους ομοιότητες ή διαφορές μεταξύ των δύο σημάτων, είναι δυνατόν να προκαλέσει στο μέσο καταναλωτή σύγχυση ως προς την προέλευση του προϊόντος από συγκεκριμένη επιχείρηση. Εξ άλλου, το ομοειδές των προϊόντων στα οποία αναφέρεται κάθε σήμα, κρίνεται από την υλική σύνθεση αυτών, από το σκοπό της χρησιμοποιήσεώς τους προς κάλυψη του αυτού είδους αναγκών, από τον τρόπο διάθεσης αυτών στην αγορά και από τις λοιπές συντρέχουσες τεχνικές και οικονομικές συνθήκες, αλλά και από το αν απευθύνονται στον αυτό κύκλο καταναλωτών (πρβλ. ΣτΕ 112/1991,1566/1990, 2264/1990, 461/1990 κλπ.).

Περαιτέρω, γίνεται δεκτό από τη θεωρία και τη νομολογία, ότι η κατάθεση σημείου είναι αντίθετη στην καλή πίστη (ό.π. άρθρο 123 παρ. 3 περ. β’ του ν. 4072/2012), αν ο καταθέτης έχει σκοπό την παρεμπόδιση τρίτου να δραστηριοποιηθεί στην αγορά, ή αν προβαίνει στην κατάθεση χωρίς πρόθεση χρήσης του σήματος, ή αν ο καταθέτης προσπαθεί διά του σήματος να μονοπωλήσει και να περιορίσει τη διάθεση ενός συγκρίσιμου προϊόντος (ΔΕΚ υπόθ. C-529/2007, ΔΕΕ 2009, 1065). Εξάλλου, η κατάθεση σήματος που ομοιάζει σημαντικά προς προκατατεθέν σήμα άλλης επιχειρήσεως, έστω και όχι σε βαθμό που συνιστά παραποίηση ή απομίμηση αυτού, μπορεί ν’ αντίκειται στην καλή πίστη εάν συντρέχουν και άλλες ειδικές περιστάσεις ή συνθήκες, όπως στην περίπτωση κατά την οποία διά του προκατατεθέντος σήματος διακρίνονται προϊόντα απολαύοντα ιδιαιτέρως καλής φήμης στο καταναλωτικό κοινό. Ακόμη, η καταχώριση ενδείξεως παρεμφερούς προς σήμα μεγάλης φήμης, έστω και για ανόμοια προϊόντα, αντίκειται στην καλή πίστη, δεδομένου ότι η επαυξημένη προστασία του σήματος φήμης δεν παρέχεται κατά του κινδύνου συγχύσεως, αλλά κατά του κινδύνου εξασθενίσεως ή υποσκάψεως της εξόχου διακριτικής του δυνάμεως (βλ. Ν. Ρόκα, Δίκαιο Σημάτων, εκδ. 1978, σελ. 226, 227, ΔΔΔΣ 194/1984, ΔΠΑ 1164/1988, ΣτΕ 2246/1990, 1566/1990, 3290/1988, 3576/1986, 1469/1985, 546/1981, 1102/1960 κλπ.). Ειδικότερα, διακριτικά γνωρίσματα (κριτήρια) του σήματος φήμης είναι: α) η εξέχουσα θέση του σήματος στις συναλλαγές και η καθιέρωσή του στην αγορά, ανεξαρτήτως καταναλωτικού κοινού, β) η μοναδικότητά του, δηλαδή η ανυπαρξία άλλου παρόμοιου σήματος ακόμη και για ανόμοια προϊόντα, γ) ορισμένου βαθμού εκτίμηση του κοινού για την ποιότητα των προϊόντων που διακρίνει το σήμα, δ) ορισμένου βαθμού ιδιομορφία και ιδιοτυπία της ενδείξεως, που να δικαιολογεί την ευρύτερη προστασία, ε) πρέπει η ιδιότητα της ενδείξεως του σήματος να είναι φανταστική ή εφευρεμένη από τον δικαιούχο της, αφού σε αντίθετη περίπτωση, θα δημιουργείτο αθέμιτο μονοπώλιο σε μία λέξη ή ένδειξη που δεν αποτελεί δημιούργημα του δικαιούχου (βλ. Ν. Ρόκα, Δίκαιο Σημάτων, έκδ. 1978, σελ. 226, Θ. Λιακόπουλο, σελ. 123, εκ., Γρ. Πελεκάνο, «Το περίφημο Σήμα: Λειτουργία, προστασία, πολιτική», ΕΕμπΔ λστ’ 425, Ε. Αλεξανδρίδου, Η προστασία του σήματος πέρα από τα όρια του ομοειδούς των προϊόντων, αφιέρωμα εις Κ. Ρόκα, 1985, σελ. 421 επ., κ.λ.π.).

Συναφώς, η έννοια της καλής πίστης και της ηθικής των συναλλαγών είναι αντικειμενική, εξετάζεται δηλαδή, εάν αυτή καθεαυτή η κατάθεση του σήματος επιφέρει αποτελέσματα, τα οποία κατά τις αντιλήψεις που επικρατούν είναι ηθικά απαράδεκτα, είναι δε αδιάφορο εάν υπάρχει πρόθεση εξαπάτησης του κοινού ή σφετερισμού των δικαιωμάτων του νομίμου κατόχου άλλου σήματος (ΣτΕ 3316/1984, Ευρετ. Αποφ. ΣτΕ 1984, σελ. 717). Επιπλέον, απαραίτητη προϋπόθεση για να κριθεί αν η κατάθεση ενός σήματος αντίκειται στην καλή πίστη είναι η σημαντική – αν και όχι στο βαθμό που να αποτελεί παραποίηση  – ομοιότητά του με σήμα άλλης επιχείρησης (ΣτΕ 3112/1980, ΔΕΑ 3/1990 ΔιΔικ 2837 κ.ά.). Κατά την πάγια νομολογία των Δικαστηρίων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η εκτίμηση της ομοιότητας μεταξύ δύο σημείων πρέπει να στηρίζεται στη συνολική εντύπωση που προκαλούν τα σημεία, λαμβανομένων υπόψη, μεταξύ άλλων, των διακριτικών και κυρίαρχων στοιχείων τους (βλ. σχ. αποφάσεις C- 251/95 SABEL σκέψη 23 και C- 342/97 Lloyd Schuhfabrik Meyer, σκέψη 25). Για την αξιολόγηση της συνολικής εντύπωσης που προκαλούν τα σήματα εξετάζεται η οπτική, ηχητική και εννοιολογική ομοιότητα αυτών.

Συνεπώς, η συνολική εκτίμηση του κινδύνου συγχύσεως πρέπει, όσον αφορά την οπτική, ακουστική και εννοιολογική εκτίμηση των εξεταζομένων σημάτων, να στηρίζεται στη συνολική εντύπωση που προκαλούν τα σήματα, λαμβανομένων υπόψη, μεταξύ άλλων, των διακριτικών και κυρίαρχων στοιχείων τους, εφόσον ο μέσος καταναλωτής προσλαμβάνει το σήμα ως ολότητα και δεν επιδίδεται στην εξέταση των επιμέρους λεπτομερειών του, καθώς κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, λαμβάνεται υπόψη η γενική εντύπωση που δημιουργείται στον αποδέκτη των υπηρεσιών ή προϊόντων.

Σε υπόθεση του γραφείο μας και κατόπιν της άσκησης ανακοπής γνωστής εταιρείας σούπερ μάρκετ (που είχε κατοχυρώσει το σήμα CHIRIMA) κατά του σήματος εντολέως μας με την ονομασία CHIMERA, η Διοικητική Επιτροπή Σημάτων έκρινε τα κάτωθι, σύμφωνα με την ως άνω υπ’ αρ. 19/2017 απόφασή της (βλ. το κείμενο της δικαστικής απόφασης πατώντας εδώ):

  • Aπό την επισκόπηση των συγκρινόμενων σημάτων, προκύπτει ότι δεν υφίσταται καμία οπτική ομοιότητα μεταξύ τους, εφόσον το σήμα CHIMERAείναι σύνθετο, αποτελούμενο από απεικονιστικό και λεκτικό μέρος, εκ των οποίων το μεν πρώτο περιλαμβάνει ένα μυθικό τέρας, τη χίμαιρα σε μαύρη απόχρωση, ήτοι ένα ζώο με σώμα κατσίκας, ουρά φιδιού και κεφάλι λιονταριού, από το στόμα του οποίου εκπέμπεται φωτιά δράκου, ενώ το δεύτερο (λεκτικό) αποτελείται από τη λέξη CHIMERA”. Αντιθέτως, το σήμα της ανακόπτουσας εταιρείας είναι αμιγώς λεκτικό, αποτελούμενο από την λεκτική ένδειξη “CHIRIMA” με μαύρα κεφαλαία γράμματα και λατινικούς χαρακτήρες. Εξάλλου, κρίθηκε ότι η λεκτική ένδειξη “CHIMERA του σήματος, αποτυπώνεται με μία γραμματοσειρά γοτθικού τύπου ενώ στο σήμα “CHIRIMA” η γραμματοσειρά που χρησιμοποιείται είναι απλή.
  • Ουδεμία ηχητική ομοιότητα υφίσταται, εφόσον το σήμα CHIMERA προφέρεται ως «-χί-μαι-ρα-» (CHIMERA) ενώ το σήμα της ανακόπτουσας προφέρεται «χι-ρι-μα» (“CHIRIMA”) με αποτέλεσμα να μην δημιουργείται κανένας ηχητικός συνειρμός που να παραπέμπει στο σήμα της ανακόπτουσας.
  • Ούτε εννοιολογική ομοιότητα υφίσταται μεταξύ των αντιπαρατιθέμενων σημάτων, εφόσον η λέξη “CHIMERA” παραπέμπει στο μυθικό τέρας και στην έννοια που αυτό συμβολίζει (το οποίο μάλιστα απεικονίζεται τόσο ως εικόνα αλλά και αποτυπώνεται ως λέξη) και μάλιστα τόσο στην ελληνική γλώσσα όσο και στην αγγλική, λέξη η οποία είναι πανομοιότυπη και στην αγγλική γλώσσα ως chimera και επομένως η έννοιά της είναι γνωστή τόσο στο ελληνικό όσο και στο διεθνές καταναλωτικό κοινό. Αντίθετα εννοιολογικά η λέξη “CHIRIMA” στο σήμα της ανακόπτουσας είναι άγνωστη τόσο στο ελληνικό όσο και στο αλλοδαπό κοινό εφόσον δεν παραπέμπει σε καμία έννοια.

Με βάση τα ανωτέρω, κρίθηκε ότι δεν υφίσταται καμία οπτική, ηχητική ή εννοιολογική ομοιότητα μεταξύ των εκατέρωθεν σημάτων. Το γεγονός δε ότι τα προϊόντα που διακρίνει το σήμα “CHIMERA” υπάγονται στην ίδια κλάση 33 κοινή – με βάση την ταξινόμηση της Νίκαιας- με το σήμα της ανακόπτουσας, δεν προεξοφλεί, άνευ άλλου τινός, το ομοειδές των προϊόντων αυτών μεταξύ τους, ούτε και αντιστρόφως (βλ.σχ. ΣτΕ 3132/1971, ΕΕμπΔ 1972, σελ. 291).

Μαρία Τζαβέλα

Δικηγόρος, LL.M.

E-mail: info@efotopoulou.gr

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Το email σας δεν θα δημοσιευτεί