Το e-mail ως ιδιωτικό (ηλεκτρονικό) έγγραφο κατά τον ΚΠολΔ και έκδοση διαταγής πληρωμής βάσει αναγνώρισης της απαίτησης μέσω ηλεκτρονικής αλληλογραφίας
Ως ηλεκτρονικό έγγραφο θεωρείται το σύνολο των εγγραφών δεδομένων στον μαγνητικό δίσκο ενός ηλεκτρονικού υπολογιστή, οι οποίες, αφού γίνουν αντικείμενο επεξεργασίας από την κεντρική μονάδα επεξεργασίας, αποτυπώνονται με βάση τις εντολές του προγράμματος κατά τρόπο αναγνώσιμο από τον άνθρωπο είτε στην οθόνη του μηχανήματος είτε στον προσαρτημένο εκτυπωτή του.
Το ηλεκτρονικό έγγραφο δεν συγκεντρώνει μεν τα στοιχεία του παραδοσιακού εγγράφου κατά τον ΚΠολΔ, λόγω κυρίως της έλλειψης του στοιχείου της σταθερότητας κατά την ενσωμάτωση του σε υλικό που παρουσιάζει διάρκεια ζωής, αλλά πρόκειται για μια ενδιάμεση μορφή, την οποία ο νομοθέτης ορθώς εξομοίωσε προς τα ιδιωτικά έγγραφα, ενόψει της εγγύτητας προς αυτά (βλ. Κουσούλη, Σύγχρονες μορφές έγγραφης συναλλαγής, 1992, 138/142).
Έχει γίνει δε δεκτό στη νομολογία ότι η απεικόνιση της διεύθυνσης του αποστολέα πάνω στο μήνυμα καθιστά τον αποστολέα απολύτως συγκεκριμένο για τον παραλήπτη, με συνέπεια να μην είναι δυνατόν να επέλθει σύγχυση του με άλλον χρήστη του ίδιου συστήματος, ενώ η ταύτιση του με το περιεχόμενο του μηνύματος είναι άρρηκτη (βλ. ΜονΠρΑθ (ΔΙΑΤ.ΠΛΗΡΩΜ) 1932/2011, ΜονΠρΑθ 1932/2011, ΕιρΑθ 8444/2011, ΔΠλΜΠρΑΘ 1327/2001, ΔΕΕ 2001. 377επ.).
Κρίσιμο στοιχείο για την υπαγωγή του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου στους κανόνες των άρθρων 443 και 444 ΚΠολΔ αποτελεί η κατανόηση του τρόπου λειτουργίας του, διότι αυτό δεν είναι απλά ένα ηλεκτρονικό έγγραφο το οποίο υπάρχει αποθηκευμένο στο λογισμικό ενός ηλεκτρονικού υπολογιστή, ή ένα έγγραφο του οποίου η απεικόνιση μεταφέρεται ενσύρματα ή ασύρματα (τηλεομοιοτυπία, τηλετύπημα). Η τεχνική αποστολής του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου οδηγεί υποχρεωτικά στην ταύτιση μηνύματος και αποστολέα, κατά τέτοιον τρόπο ώστε να μην είναι μεταβιβάσιμο το μήνυμα, αν δεν συνοδεύεται από την ηλεκτρονική διεύθυνση του αποστολέα και βεβαίως δεν έχει και συγκεκριμένο, υπαρκτό παραλήπτη. Αυτό έχει ως λογική συνέπεια ότι, κατά την αποστολή ενός μηνύματος μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, η δήλωση βούλησης του αποστολέα ταυτίζεται με την ηλεκτρονική του διεύθυνση, αποτελεί ένα ενιαίο σύνολο, ώστε να καταστεί δυνατή τεχνικά η παραλαβή της από τον παραλήπτη και φυσικά είναι ήσσονος σημασίας η μορφή ή η διάταξη με την οποία απεικονίζεται μηχανικά στο έντυπο.
Επομένως, ο καθορισμός της ηλεκτρονικής διεύθυνσης κατά τρόπο μοναδικό από τον ίδιο το χρήστη και η δήλωση της σε κάθε αποστελλόμενο ηλεκτρονικό μήνυμα συνιστά απόδειξη της ταυτότητας του εκδότη του και, κατ’ αναλογία με τα οριζόμενα για το παραδοσιακό έγγραφο του άρθρου 443 ΚΠολΔ, η μηχανική του απεικόνιση σε έντυπο εμπίπτει, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 444 ΚΠολΔ, στην έννοια του ιδιωτικού εγγράφου, με αποδεικτική δύναμη σε βάρος του εκδότη του (συνδυασμός των άρθρων 443, 444, 445 ΚΠολΔ), διότι αυτή ακριβώς η μοναδική για κάθε χρήστη ηλεκτρονική διεύθυνση, που έχει ορισθεί και εφαρμοσθεί από τον ίδιο τον αποστολέα, έχει τον χαρακτήρα της ιδιόχειρης υπογραφής, έστω και αν δεν έχει την παραδοσιακή μορφή της τελευταίας.
Τα ανωτέρω ισχύουν ανεξαρτήτως της θέσης στην οποία εμφανίζεται η ηλεκτρονική διεύθυνση του αποστολέα σε σχέση με το κείμενο το οποίο συνοδεύει, κατά την εμφάνιση του στην οθόνη του υπολογιστή ή τη μηχανική του απεικόνιση σε χαρτί, και αυτό διότι θα πρέπει να ληφθεί υπ’ όψιν ότι η πιστοποίηση του πρώτου προσώπου του αποστολέα και η δέσμευση του με τη δήλωση βούλησης που περιλαμβάνει το μήνυμα προκαλείται από τη συνολική οργάνωση της συγκεκριμένης διαδικασίας, με την έννοια ότι το οποιοδήποτε κείμενο ως ηλεκτρονικό σήμα συνδυάζεται μόνον με τη συγκεκριμένη ηλεκτρονική διεύθυνση σε ένα ενιαίο σύνολο, ανεξάρτητα με το με ποιες μορφές μπορεί αυτό να απεικονισθεί με μηχανικό τρόπο και η οποία ουσιωδώς διαφέρει από την παραδοσιακή έννοια του εγγράφου (βλ. ΜονΠρΑθ (ΔΙΑΤ.ΠΛΗΡΩΜ) 1932/2011, ΜονΠρΑθ 1932/2011, ΕιρΑθ 8444/2011, ΔΠλΜΠρΑΘ 1327/2001, ΔΕΕ 2001. 377επ).
Συνεπώς, το επικυρωμένο κατά τον νόμο αντίγραφο του σταλθέντος ηλεκτρονικού μηνύματος, το οποίο περιέχεται στον σκληρό δίσκο του παραλήπτη, αποτελεί πλήρη απόδειξη ότι η περιλαμβανόμενη σε αυτό δήλωση προέρχεται από τον εκδότη-αποστολέα του σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθ. 445 του ΚΠολΔ (βλ. ΜονΠρΑθ (ΔΙΑΤ.ΠΛΗΡΩΜ) 1932/2011, ΜονΠρΑθ 1932/2011, ΕιρΑθ 8444/2011, ΜονΠρΑθ 1327/2001 (ΔΙΑΤ.ΠΛΗΡΩΜ), ΜΠρΑΘ 6302/2004, Αρμ 2005.239 επ), και μπορεί έτσι να εκδοθεί διαταγή πληρωμής από e-mail από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι ο οφειλέτης αναγνωρίζει την οφειλή του, εφόσον με τον τρόπο αυτό πληρούται η προϋπόθεση της έγγραφης απόδειξης για έκδοση διαταγής πληρωμής, συνδυαζόμενων των δελτίων αποστολής, των τιμολογίων και του ηλεκτρονικού αυτού εγγράφου αναγνώρισης της οφειλής που αποδεικνύουν ότι ο αγοραστής-οφειλέτης παρέλαβε τα εμπορεύματα που αναγράφονται στα τιμολόγια και ομολογεί την ύπαρξη και το ύψος της χρηματικής απαίτησης (βλ. Μπρακατσούλας Β., Διαταγές Πληρωμής, Πιστωτικοί Τίτλοι και Διαδικασία, 2004, σελ. 46 και 48 και ΑΠ 933/2011 ΧρΙΔ 2012.198, ΕφΑθ 6459/2008 ΕλλΔνη 2009.1467).
Θεώνη Κάδρα, Δικηγόρος
e-mail: info@efotopoulou.gr