Δικηγορικό Γραφείο Ευγενίας Α. Φωτοπούλου
Βασιλίσσης Σοφίας 6 Αθήνα 106 74
Τηλέφωνο: 210 36 24 769, 211 7 80 80 80
210 30 09 019
Email: info@efotopoulou.gr

Η διαδικασία ενώπιον των πειθαρχικών δικαστηρίων

Σύμφωνα με το άρθρο 91 Ν. 2830/20001 αν το πειθαρχικό συμβούλιο κρίνει το συμβολαιογράφο που διώχθηκε ενώπιον του υπαίτιο του πειθαρχικού αδικήματος και τιμωρητέο με την ποινή της οριστικής παύσης, εκδίδει αιτιολογημένη απόφαση για την παραπομπή της υπόθεσης στο αρμόδιο δικαστήριο. Η απόφαση αυτή κοινοποιείται στον εγκαλούμενο και διαβιβάζεται αμέσως μαζί με τη δικογραφία στον πρόεδρο του παραπάνω δικαστηρίου. Κατά της απόφασης για παραπομπή κανένα ένδικο μέσο, τακτικό ή έκτακτο, δεν επιτρέπεται.

Σύμφωνα με το άρθρο 92 ο πρόεδρος του δικαστηρίου στον οποίο περιέρχεται η απόφαση για παραπομπή ορίζει ένα από τα μέλη του ως εισηγητή. Η πράξη του εισηγητή κοινοποιείται με επίδοση στον εγκαλούμενο. Κατά την Προδικασία δεν απαιτείται επανάληψη αυτών που ορίζονται στα άρθρα 72 έως 79, για δε τα υπόλοιπα ισχύουν αναλόγως τα όσα ορίζονται στα άρθρα 74 και 80 του παρόντος.

Κατά το άρθρο 93 τα σχετικά με τη συνεδρίαση του δικαστηρίου διέπονται από τις οργανικές διατάξεις που το αφορούν.  Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται αναλόγως όσα ορίζονται στα άρθρα 80 και 85 του παρόντος. Κατά τη συζήτηση ενώπιον του δικαστηρίου μπορεί να παρίσταται ο εγκαλούμενος και με πληρεξούσιο δικηγόρο.

Κατά το άρθρο 80 ο πρόεδρος του συμβουλίου αφού παραλάβει το φάκελο μετά την περάτωση της ανάκρισης ή αν κρίνει ότι η ανάκριση δεν είναι αναγκαία, ορίζει με πράξη του δικάσιμο για τη συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του πειθαρχικού συμβουλίου, η οποία κοινοποιείται με απόδειξη σε όλα τα μέλη αυτού. Η δικάσιμος αυτή δεν μπορεί να απέχει χρονικά λιγότερο από δεκαπέντε (15) ημέρες και περισσότερο από τριάντα (30) ημέρες από την κοινοποίηση. Η πράξη της προηγούμενης παραγράφου κοινοποιείται και στον εγκαλούμενο με κλήση δέκα (10) τουλάχιστον ημέρες πριν από τη δικάσιμο για να προσέλθει και λάβει γνώση της δικογραφίας και να παρασταθεί κατά τη συζήτηση. Περί του ότι ο εγκαλούμενος έλαβε γνώση της δικογραφίας συντάσσεται έκθεση. Η πρόοδος της πειθαρχικής δίκης δεν εμποδίζεται αν ο εγκαλούμενος δεν προσέλθει να λάβει γνώση της δικογραφίας πριν από τη συνεδρίαση του πειθαρχικού συμβουλίου. Ο πρόεδρος του συμβουλίου αυτεπαγγέλτως ή μετά από αίτηση του εγκαλούμενου μπορεί να καλέσει ενώπιον του συμβουλίου μάρτυρες.

Κατά το άρθρο 81 με την έναρξη της συνεδρίασης βεβαιώνεται η νόμιμη σύνθεση του συμβουλίου και η παρουσία του εγκαλούμενου. Εφόσον προκύπτει ότι οι προσκλήσεις των μελών του συμβουλίου, καθώς και η κλήση του εγκαλούμενου, δεν έγιναν όπως αρμόζει ή εμπροθέσμως ή ότι ο εγκαλούμενος δεν προσήλθε εξαιτίας ανυπέρβλητου κωλύματος, ορίζεται νέα δικάσιμος και παραγγέλλεται η γνωστοποίησή της σε όλους. Το συμβούλιο μπορεί να αναβάλει μία φορά τη συνεδρίαση σε νέα δικάσιμο, έστω και αν δε συντρέχουν οι όροι της προηγούμενης παραγράφου, εξαιτίας της μη προσέλευσης του εγκαλούμενου ή μάρτυρα του οποίου η εμφάνιση κρίνεται από το συμβούλιο αναγκαία.  Για τους μάρτυρες εφαρμόζονται οι διατάξεις του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. Ο εγκαλούμενος μπορεί να ζητήσει την εξαίρεση έως δύo μελών, κατ’ ανώτατο όριο, του πειθαρχικού συμβουλίου, αναφέροντας τους λόγους εξαίρεσης. Επί της αίτησης αυτής, που υποβάλλεται εγγράφως, έως την έναρξη της συνεδρίασης, αποφαίνεται το συμβούλιο, χωρίς τη συμμετοχή του μέλους του οποίου ζητήθηκε η εξαίρεση με αιτιολογημένη απόφαση, που καταχωρίζεται στα πρακτικά.  Τα μέλη για την εξαίρεση των οποίων αποφάνθηκε το συμβούλιο αντικαθίστανται από τους αναπληρωτές τους. Ο εισαγγελέας που ασκεί την πειθαρχική δίωξη δικαιούται να παρίσταται στη συζήτηση είτε αυτοπροσώπως είτε με άλλον εισαγγελικό λειτουργό και αποχωρεί μετά το τέλος της συζήτησης και πριν από την έναρξη της διάσκεψης. Αν δεν υπάρχει θέμα αναβολής της συνεδρίασης σύμφωνα με τα παραπάνω, το συμβούλιο προχωρεί παρουσία του εγκαλουμένου, στη συζήτηση της υπόθεσης, κατά την οποία ο εισηγητής διαβάζει την πειθαρχική αγωγή και το πόρισμα της ανάκρισης που τυχόν διενεργήθηκε.

 Ο πρόεδρος καλεί για εξέταση τους μάρτυρες και ακολούθως δίνει το λόγο στον εγκαλούμενο για να αναπτύξει προφορικά την απολογία του και να απαντήσει στα ερωτήματα που θα του θέσει το συμβούλιο.  Η απουσία του εγκαλούμενου δεν εμποδίζει την πρόοδο της συζήτησης της υπόθεσης. Ο εγκαλούμενος δικαιούται να υποβάλει συγχρόνως υπόμνημα για συμπλήρωση της απολογίας του ή για οποιοδήποτε άλλο θέμα της πειθαρχικής διαδικασίας.

Κατά το άρθρο 82 ο πρόεδρος του συμβουλίου διευθύνει τη συζήτηση, δίνει το λόγο στον εισαγγελέα, στον εισηγητή και στον εγκαλούμενο, απευθύνει ερωτήσεις και δίνει άδεια στα μέλη του συμβουλίου να υποβάλλουν ερωτήσεις. Για τη συνεδρίαση του πειθαρχικού συμβουλίου συντάσσεται από τον γραμματέα πρακτικό, το οποίο καθαρογράφεται και υπογράφεται από τον ίδιο και από τον πρόεδρο. Τo πρακτικό περιέχει με συντομία τις καταθέσεις των μαρτύρων και του εγκαλούμενου, καθώς και έκθεση για οποιοδήποτε γεγονός άξιο λόγου που συνέβη κατά τη διάρκεια της συνεδρίασης. Ο πρόεδρος μπορεί να διατάξει την αυτολεξεί καταχώρηση ουσιωδών μερών των καταθέσεων ή δηλώσεων που έγιναν κατά τη συνεδρίαση, επιτρέποντας ενδεχομένως και την υπαγόρευσή τους.

Κατά το άρθρο 83 το συμβούλιο εκτιμά κατ’ ελεύθερη κρίση τα αποδεικτικά στοιχεία και αν τα κρίνει ανεπαρκή, μπορεί με απόφασή του να διατάξει περισσότερες αποδείξεις. Στην περίπτωση αυτή η απόφαση κοινοποιείται με επίδοση στον εγκαλούμενο και μετά το τέλος όσων διατάσσονται σ` αυτή, επαναλαμβάνεται η Κύρια Διαδικασία, σύμφωνα με όσα ορίζονται στο άρθρο 80 του παρόντος.

Κατά το άρθρο 84 για την έκδοση της οριστικής απόφασης το συμβούλιο διασκέπτεται και ακολουθεί ψηφοφορία με την παρουσία και του γραμματέα.  Αν σε κάποιο ζήτημα σχηματίζονται περισσότερες από δύο γνώμες, όσοι ψήφισαν υπέρ της δυσμενέστερης για τον εγκαλούμενο γνώμης ή υπέρ της βαρύτερης ποινής προσχωρούν στην αμέσως ευνοϊκότερη. Το αποτέλεσμα της ψηφοφορίας σε καθένα από τα ζητήματα που έχουν τεθεί βεβαιώνεται από το πρακτικό της διάσκεψης, το οποίο υπογράφεται από όλους τους παρισταμένους. Η οριστική απόφαση πρέπει να περιέχει τη σύνθεση του συμβουλίου,το ονοματεπώνυμο του εγκαλούμενου, μνεία της παράστασής του ή της προσήκουσας κλήσης του, περίληψη της κατηγορίας, καθώς και την απολογία του εγκαλούμενου, που υποβλήθηκε μαζί με τους ουσιώδεις ισχυρισμούς, το αιτιολογικό και το διατακτικό. Η απόφαση πρέπει να στηρίζεται σε αποδεδειγμένα πραγματικά περιστατικά και όχι σε απλές υπόνοιες και πρέπει να αιτιολογείται τόσο για τη διαπίστωση της ενοχής όσο και για την επιβολή ή την επιμέτρηση της ποινής. Το σχέδιο της απόφασης υπογράφεται από τα μέλη του συμβουλίου και το πρωτότυπο από τον πρόεδρο και τον γραμματέα και καταχωρίζεται στο βιβλίο αποφάσεων του συμβουλίου. Ως χρόνος έκδοσης της απόφασης λαμβάνεται η ημερομηνία υπογραφής της από τον πρόεδρο.

Κατά το άρθρο 85 η οριστική απόφαση επιδίδεται στον εγκαλούμενο με φροντίδα του γραμματέα μέσα σε προθεσμία τριάντα ημερών από την έκδοσή της. Η αναφερόμενη απόφαση κοινοποιείται και στον οικείο Συμβολαιογραφικό Σύλλογο και σε όσους έχουν το δικαίωμα έφεσης.

Η πειθαρχική δίκη ενώπιον του δικαστηρίου μπορεί να επαναληφθεί κατά τους όρους του άρθρου 87. Οι πειθαρχικές αποφάσεις των εφετείων υπόκεινται σε αναίρεση ενώπιον του ποινικού τμήματος του Αρείου Πάγου κατά τους όρους και τη διαδικασία των σχετικών διατάξεων του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, που εφαρμόζονται ανάλογα. Με την επιφύλαξη των ανωτέρω, οι πειθαρχικές αποφάσεις των δικαστηρίων δεν υπόκεινται σε κανένα ένδικο μέσο, τακτικό ή έκτακτο.

Λένα Πολύζου, δικηγόρος,

Email: info@efotopoulou.gr

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Το email σας δεν θα δημοσιευτεί