Άσκηση αντέφεσης ως προς το κεφάλαιο της αποζημίωσεως από αδικοπραξία όταν προσβάλλεται με την έφεση το κεφάλαιο της υπαιτιότητας
Με το επικοινωτικό αποτέλεσμα της εφέσεως παρέχεται η δυνατότητα στον εφεσίβλητο να ζητήσει με την αντέφεση την εξαφάνιση ή την μεταρρύθμιση της εκκαλουμένης απόφασης, χωρίς να δεσμεύεται από την προθεσμία προς άσκηση εφέσεως. Προϋποτίθεται η έκδοση αποφάσεως που βλάπτει και τους δύο διαδίκους, ιδίως επί εν μέρει αποδοχής της αγωγής. Έτσι, με την αντέφεση ανοίγεται στο εφετείο η οδός όχι μόνον για να κινηθεί αυτό μεταξύ αποδοχής και απορρίψεως της εφέσεως του εκκαλούντος, αλλά και για να υπερκεράσει την απλή απόρριψη, καθιστώντας έτσι επιβλαβέστερη τη θέση του εκκαλούντος σε σύγκριση με τη πρωτοβάθμια κρίση της διαφοράς. Εξ άλλου, με την αντέφεση παρέχεται η δυνατότητα στον εφεσίβλητο να ανακόψει την τελεσιδικία των κεφαλαίων της αποφάσεως που δεν προσβλήθηκαν από ον εκκαλούντα, συνέχονται όμως αναγκαίως με αυτά (ΕΝΔΙΚΑ ΜΕΣΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΟΠΕΣ, ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΠΑΝΤΑΖΟΠΟΥΛΟΣ, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΣΑΚΚΟΥΛΑ, 2020, σελ. 87).
Όπως έχει νομολογηθεί παγίως «Κατά τη διάταξη του άρθρου 523 παρ. 1 του KΠολΔ, ο εφεσίβλητος μπορεί, και αφού περάσει η προθεσμία της εφέσεως, να ασκήσει αντέφεση, ως προς τα κεφάλαια της αποφάσεως, που προσβάλλονται με την έφεση και, ως προς εκείνα, που συνέχονται αναγκαστικώς με αυτά, ακόμη και εάν αποδέχθηκε την απόφαση ή παραιτήθηκε από την έφεση. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό και με τη διάταξη του άρθρου 522 του KΠολΔ, προκύπτει ότι, η άσκηση της αντεφέσεως, για να είναι παραδεκτή, πρέπει να αφορά τα κεφάλαια της αποφάσεως, που προσβάλλονται με την έφεση ή τα αναγκαίως με αυτά συνεχόμενα, δηλαδή, η άσκησή της πρέπει να βρίσκεται μέσα στα όρια του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της εφέσεως, αφού, με την άσκησή της, δεν μεταβιβάζεται στο σύνολό της η υπόθεση στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, αλλά, μόνον, κατά τα διαγραφόμενα από την έφεση όρια.
Κεφάλαιο, κατά την έννοια του άρθρου 523 παρ. 1 του KΠολΔ, όπως, άλλωστε και κατά την ταυτόσημη έννοια του άρθρου 520 παρ. 2 του KΠολΔ, σε σχέση με τους πρόσθετους λόγους της εφέσεως, είναι κάθε οριστική διάταξη της πρωτόδικης αποφάσεως, που κρίνει για το παραδεκτό ή το βάσιμο κάθε αυτοτελούς αιτήσεως παροχής έννομης προστασίας, η οποία εισάγει, αντίστοιχα, ένα ιδιαίτερο αντικείμενο δίκης, διαφοροποιούμενο από τα λοιπά είτε, ως προς το αίτημα είτε, ως προς την ιστορική βάση είτε, ως προς αμφότερους τους παράγοντες, που το οριοθετούν [Μακρίδου «Πρόσθετοι λόγοι εφέσεως κατά τον KΠολΔ», 2000, σ. 42-43]. Αντίθετα, πρόκειται για το αυτό αντικείμενο δίκης και, επομένως και για το αυτό κεφάλαιο της αποφάσεως, όταν υπάρχει ταύτιση, τόσο, ως προς το αίτημα, όσον και, ως προς την ιστορική βάση. Ως αίτηση, πάντως, αυτοτελής δεν νοείται, οπωσδήποτε, το αίτημα της διαδικαστικής πράξεως, δηλαδή, δεν πρόκειται για ισοδύναμους όρους, αλλά, χαρακτηρίζεται, ως αυτοτελής η αίτηση, που εισάγει για κρίση στο Δικαστήριο ένα αυτοτελές και αμφισβητούμενο δικαίωμα.
Εξάλλου, αναγκαίως συνεχόμενα με τα κεφάλαια της αποφάσεως, που εφεσιβλήθηκαν, είναι όσα από τα λοιπά κεφάλαιά της παρουσιάζουν προς τα πρώτα στενή συνάφεια είτε διότι βρίσκονται σε σχέση προδικαστικότητας προς αυτά, δηλαδή, αφορούν προκριματικά – για την παραδοχή τους – ζητήματα, είτε διότι έχουν, ως αντικείμενο, δικαιώματα, που απορρέουν από την αυτή ιστορική αιτία, οπότε και δημιουργείται κίνδυνος αντίθετων ή, απλώς, ασύμβατων αποφάσεων, εάν η κρίση περιορισθεί, μόνο, στα εκκληθέντα κεφάλαια και συμβεί αυτή να είναι αντίθετη προς την κρίση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, ως προς τα λοιπά απρόσβλητα κεφάλαια της αποφάσεως. […] Περαιτέρω, επί αγωγής αποζημιώσεως από αδικοπραξία (άρθρα 914, 297, 292 ΑΚ), αν ο εκκαλών με την έφεση προσβάλλει την πρωτόδικη απόφαση ως προς την υπαιτιότητα, μπορεί ο εφεσίβλητος να ασκήσει αντέφεση ως προς το κεφάλαιο της αποζημιώσεως για υλικές ζημίες, αλλά και για το κεφάλαιο της χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης, γιατί στο εκκληθέν κεφάλαιο της υπαιτιότητας περιλαμβάνονται και εκείνα της αποζημιώσεως και χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης. Δεν ισχύει, όμως, και το αντίστροφο, δηλαδή αν εκκαλείται μόνον το κεφάλαιο της αποζημιώσεως και της χρηματικής ικανοποιήσεως μόνον αυτό μεταβιβάζεται στο Εφετείο, όχι, δε, και το κεφάλαιο της υπαιτιότητας, γιατί το τελευταίο δεν συνέχεται με τα εν λόγω κεφάλαια. Και τούτο για το λόγο ότι στην περίπτωση αυτή μεταβιβάζονται στο Εφετείο, μόνον, τα κεφάλαια της αποζημιώσεως και χρηματικής ικανοποιήσεως από απόψεως ποσοτικού προσδιορισμού τους, η επί των οποίων διάφορη κρίση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου δεν επιδρά επί εκείνου της υπαιτιότητας και με την έννοια αυτή δεν συνέχονται αναγκαστικώς μετ’ αυτού (ΟλΑΠ 10/2015, ΑΠ 634/2017, ΝΟΜΟΣ).» (811/2025 Εφετείο Αθηνών, NOMOS).
Έλενα Ψαρρού
Δικηγόρος
info@efotopoulou.gr