Η απαίτηση του Φ.Π.Α. ζητείται, κατ’ άρθρο 69 παρ. 1 περ ε’ του ΚΠολΔ, από την επέλευση του χρονικού σημείου καταβολής του ποσού της κύριας οφειλής, που αποτελεί την επέλευση του γεγονότος και για το λόγο αυτό δεν μπορεί να ζητείται, ούτε να οφείλεται και τόκος (άρθρα 345, 346 ΑΚ) πριν την επέλευση του γεγονότος αυτού
Η απαίτηση ΦΠΑ σύμφωνα με άρθρο 1 του Ν. 2859/2000, «Κώδικας Φόρου Προστιθέμενης Αξίας», επιβάλλεται ως φόρος κύκλου εργασιών στον φορολογικά υπόχρεο, έναντι του δημοσίου, για την καταβολή του. Μπορεί, δε, να επιρρίπτεται από τον κατά νόμο υπόχρεο σε βάρος του αντισυμβαλλόμενού του, σύμφωνα με το εδ. 2 του άνω άρθρου. Σύμφωνα με το αρθ. 16 ιδίου νόμου, η φορολογική αυτή υποχρέωση, του κατά νόμο υπόχρεου, γεννάται και ο φόρος γίνεται απαιτητός από το Δημόσιο κατά το χρόνο που πραγματοποιείται η παράδοση αγαθών και η παροχή υπηρεσιών.
Όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1, 2 § 1, 3 § 1, 8 § 1, 12 § 1, 16 § 1 εδ α, 21, 38 και από τον κώδικα βιβλίων και στοιχείων, ο έναντι του Δημοσίου υπόχρεος για την καταβολή ΦΠΑ οφείλει να εκδώσει το προβλεπόμενο φορολογικό στοιχείο, ανεξάρτητα αν εισέπραξε το ποσό ή όχι από τον αντισυμβαλλόμενό του, κατά το χρόνο που γίνεται η καταβολή της αμοιβής του, για την πώληση αγαθών ή την παροχή υπηρεσιών. Εάν ο υπόχρεος για την καταβολή του ΦΠΑ δεν τηρήσει την υποχρέωσή του, δεν καθίσταται ληξιπρόθεσμη και απαιτητή και η οφειλή του αντισυμβαλλόμενού του, στον οποίο επιρρίπτεται η υποχρέωση της καταβολής του. Διαφορετικά θα ανατρέπονταν ο σκοπός των διατάξεων, που είναι η εξασφάλιση της απόδοσης του εν λόγω φόρου στο Δημόσιο. Ο ΦΠΑ, που θα υποχρεωθεί να καταβάλλει ο αντισυμβαλλόμενος του υπόχρεου, θα είναι το ποσό που οφείλει ο πρώτος στο δημόσιο, κατά το χρόνο έκδοσης του φορολογικού στοιχείου, και θα υπολογιστεί με βάση το συντελεστή που ισχύει, κατά το χρόνο που γίνεται η καταβολή.
Η απαίτηση συνεπώς του ΦΠΑ ζητείται, κατ αρθ. 69§1 περ ε ΚΠολΔ, από την επέλευση του χρονικού σημείου καταβολής του ποσού της κύριας οφειλής, που αποτελεί την επέλευση του γεγονότος και για το λόγο αυτό δεν μπορεί να ζητείται, ούτε να οφείλεται και τόκος (αρθ. 345, 346 ΑΚ) πριν την επέλευση του γεγονότος. Πριν, δηλαδή, προκύψει η υποχρέωση και καταστεί το ποσό απαιτητό (ΑΠ 80/99, Νόμος- ΕφΑθ 8884/2003, ΕλλΔνη 2004, 1104- ΠΠρΑθ 1369/10- ΠΠρΡοδ 118/06, Νόμος, βλ. σχετικά και την υπ’ αριθμ. 511/2016 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, δημ. ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).
Κωνσταντίνα Β. Πουρνάρα
Δικηγόρος