Δικηγορικό Γραφείο Ευγενίας Α. Φωτοπούλου
Βασιλίσσης Σοφίας 6 Αθήνα 106 74
Τηλέφωνο: 210 36 24 769, 211 7 80 80 80
210 30 09 019
Email: info@efotopoulou.gr

Οι αστυνομικές αρχές, όταν συναλλάσσονται με δικηγόρους που εκπροσωπούν υπηκόους τρίτων χωρών κατ’ εφαρμογή της νομοθεσίας για τη μετανάστευση, οφείλουν να ζητούν έγγραφη απόδειξη της πληρεξουσιότητας των εντολέων τους (ΓνμδΝΣΚ 186/2017)

Το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους (Τμήμα Β΄ Διακοπών, Συνεδρίαση της 23ης Αυγούστου 2017), δυνάμει της υπ’ αριθμ. 186/2017 γνωμοδοτήσεώς του[1], σε ερώτημα που του ετέθη εάν οι αστυνομικές υπηρεσίες υποχρεούνται, όταν δεν υπάρχει ειδική νομοθετική πρόβλεψη περί του τρόπου αποδείξεως της πληρεξουσιότητας, να συναλλάσσονται με δικηγόρους που φέρονται ότι εκπροσωπούν υπηκόους τρίτων χωρών, βασιζόμενες απλά στην προφορική δήλωσή τους ότι εκπροσωπούν συγκεκριμένους εντολείς τους, ή εάν πρέπει, αντιθέτως, να έχει παρασχεθεί στους δικηγόρους σχετικό έγγραφο από τους εντολείς τους εκ του οποίου να αποδεικνύεται η πληρεξουσιότητά τους, έκρινε, κατά πλειοψηφία, τα ακόλουθα:

«…η νομοθεσία που αφορά στα θέματα της μεταναστεύσεως και των παρανόμως διαμενόντων στη χώρα υπηκόων τρίτων χωρών (ν. 4251/2014, ν. 3907/2011 άρθρα 16 επ., οδηγία 2008/115) αποτελεί ένα συνεκτικό σύνολο ουσιαστικών και διαδικαστικών κανόνων που εφαρμόζονται στις έννομες σχέσεις των εν λόγω υπηκόων με τις αρχές της χώρας, στο πλαίσιο της αποτελεσματικής διαχειρίσεως της μεταναστευτικής πολιτικής με πλήρη σεβασμό των θεμελιωδών δικαιωμάτων και της αξιοπρέπειας των υπηκόων τρίτων χωρών, αλλά και προάσπιση της εθνικής ασφάλειας και δημόσιας τάξης της Χώρας. Οι διατάξεις της εν λόγω νομοθεσίας ρυθμίζουν είτε ευθέως είτε κατά παραπομπή, μεταξύ άλλων, την είσοδο ή την απαγόρευση εισόδου στη χώρα (άρθρα 3-5 ν. 4251/2014, άρθρα 26, 27 και 38 παρ. 2 ν. 39072011), την ενδεχόμενη αναγραφή στον Ε.Κ.ΑΝ.Α. (άρθρο 38 παρ. 1 ν. 3907/2011), την χορήγηση και ανανέωση ή μη άδειας διαμονής (άρθρα 8 παρ. 2, άρθρ. 9 παρ. 2, άρθρα 33 παρ. 5 ν. 4251/2014), την κράτηση με σκοπό την απομάκρυνση (άρθρα 30-33 ν. 3907/2011), την χορήγηση παρατάσεως προθεσμίας οικειοθελούς αναχωρήσεως (άρθρο 22 παρ. 2 και άρθρο 36 ν. 3907/2011), την χορήγηση σχετικών εγγυήσεων κατά το χρονικό διάστημα της οικειοθελούς αναχωρήσεως (άρθρο 29 ν. 3907/2011) και την αναγκαστική επιστροφή (άρθρα 21-25, 28 και 37 ν. 3907/2011), περιλαμβανομένων των διοικητικών προσφυγών και των αιτήσεων πληροφοριών για όλα τα ανωτέρω.

Περαιτέρω ο ν. 3907/2011 εξακολουθεί να ισχύει ως προς τις διατάξεις του των άρθρων 16 επ., με τις οποίες μεταφέρθηκε στο εθνικό δίκαιο η οδηγία 2008/115. Με τις διατάξεις αυτές ρυθμίζονται ειδικότερα ζητήματα επιστροφής των παρανόμως διανεμόντων στη χώρα υπηκόων τρίτων χωρών, στο πλαίσιο των θεμελιωδών δικαιωμάτων που εγγυώνται η ενωσιακή νομοθεσία, οι διεθνείς συμβάσεις και αρχές του διεθνούς δικαίου, συμπεριλαμβανομένων των υποχρεώσεων προστασίας των προσφύγων και των υποχρεώσεων για τα ανθρώπινα δικαιώματα (πρβλ. άρθρ. 1 της οδηγίας 2008/115 και άρθρ. 16 ν. 3907/2011).

Ακολούθως, οι διατάξεις του άρθρου 8 του Κώδικα Μετανάστευσης (ν. 4251/2014) εφαρμόζονται κατά παραπομπή της παραγράφου 5 του άρθρου 33 αυτού, κατά την εξέταση της αιτήσεως για τη χορήγηση της άδειας διαμονής για λόγους σπουδών, της εξετάσεως της αιτήσεως νοούμενης ως περιλαμβάνουσας τη συνολική εκτίμηση τόσο των τυπικών όσο και των ουσιαστικών προϋποθέσεων ευδοκιμήσεώς της. Ειδικότερα, από τις διατάξεις του άρθρου 8 παρ. 2[2], του άρθρου 9 παρ. 2[3] και του άρθρου 33 παρ. 5[4] του ως άνω Κώδικα συνάγεται, προδήλως, ότι, λόγω των σοβαρών νομικών συνεπειών που απορρέουν από τη χορήγηση ή ανανέωση της άδειας διαμονής που συνδέονται άμεσα τόσο με την προσωπική κατάσταση και τα θεμελιώδη δικαιώματα του αιτούντος, όσο και με θέματα υπέρτερου δημοσίου συμφέροντος, τουτέστιν θέματα εθνικής ασφάλειας και δημόσιας τάξης της Χώρας, η διασφάλιση της γνησιότητας της βουλήσεως των υπηκόων τρίτων χωρών που ζητούν με αίτησή τους την άδεια να διαμείνουν στη χώρα, επιβάλλει την υποχρέωση εγγράφου αποδείξεως της πληρεξουσιότητας προς τον δικηγόρο που υποβάλει για λογαριασμό τους την αίτηση διαμονής, με θεώρηση του γνησίου της υπογραφής από οποιαδήποτε δημόσια αρχή. Η ανάγκη αυτή επιβεβαιώνεται και από τον εν πολλοίς μεγάλο αριθμό των εκπροσωπούμενων από δικηγόρο υπηκόων τρίτων χωρών, καθώς και από το ότι το αντικείμενο των υποβαλλομένων αιτήσεων είναι δυνατόν να άπτεται ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων, για το επιτρεπτό της επεξεργασίας των οποίων επιβάλλεται η ρητή (γραπτή) συναίνεση του ενδιαφερομένου (βλ. άρθρο 7 παρ. 2 περ. α΄ ν. 2472/1997).

Οι ανωτέρω διατάξεις των άρθρων 8 παρ. 2, 9 παρ. 2 και 33 παρ. 5 θεσπίζουν μια υποχρέωση, η οποία, όμως, επιτρέπεται να εφαρμοστεί, κατ’ αναλογία, και σε περιπτώσεις που δεν συντρέχει η ίδια ακριβώς περίπτωση της αιτήσεως χορηγήσεως ή ανανεώσεως άδειας διαμονής. Αντιθέτως, τις ίδιες, αν όχι σοβαρότερες, έννομες συνέπειες στην προσωπική κατάσταση και στα θεμελιώδη δικαιώματα των υπηκόων τρίτων χωρών και σε θέματα εθνικής ασφάλειας και δημόσιας τάξης της Χώρας, συνεπάγονται οι παρόμοιες περιπτώσεις της οικείας νομοθεσίας που προαναφέρθηκαν και απασχολούν το ερώτημα (απαγόρευση εισόδου στη χώρα, αναγραφή στον Ε.Κ.ΑΝ.Α, κράτηση με σκοπό την απομάκρυνση, χορήγηση παρατάσεως προθεσμίας οικειοθελούς αναχωρήσεως, αναγκαστική επιστροφή κλπ.). Οι περιπτώσεις αυτές συνδέονται άμεσα με τη χορήγηση ή μη άδειας διαμονής στη χώρα, για την οποία η υποβαλλόμενη από δικηγόρο αίτηση υπόκειται στις διατυπώσεις της έγγραφης πληρεξουσιότητας. Επομένως, για την ταυτότητα του νομικού λόγου, η ίδια σχετικά με την απόδειξη της πληρεξουσιότητας του δικηγόρου υποχρέωση επιβάλλεται να ισχύει, κατ’ αναλογία, και σε όλες τις παρόμοιες περιπτώσεις υποβολής αιτήσεων ή άσκησης διοικητικών προσφυγών των υπηκόων τρίτων χωρών που προαναφέρθηκαν, κατά παραδεκτή εν προκειμένω πλήρωση των υφιστάμενων κενών της οικείας περί τη μετανάστευση και των παρανόμως διαμενόντων στη χώρα υπηκόων τρίτων χωρών νομοθεσίας. Είναι αυτονόητο ότι η εφαρμογή της υποχρεώσεως αυτής στις εξεταζόμενες περιπτώσεις της εν λόγω ειδικής νομοθεσίας για τη μετανάστευση και τους παρανόμως διαμένοντες στη χώρα υπηκόους τρίτων χωρών ουδόλως επηρεάζει τα γενικώς ισχύοντα περί του ατύπου ή μη της εντολής προς δικηγόρο για το χειρισμό υποθέσεων των εντολέων ενώπιον της Διοίκησης βάσει του Κώδικα περί Δικηγόρων και των σχετικών εγκυκλίων.

Ενόψει όλων των ανωτέρω, κατά τη γνώμη της πλειοψηφίας, στο πρώτο ερώτημα προσήκει η απάντηση ότι οι αστυνομικές αρχές, όταν συναλλάσσονται με δικηγόρους που εκπροσωπούν υπηκόους τρίτων χωρών, κατ’ εφαρμογή της νομοθεσίας περί μετανάστευσης και των παρανόμως διαμενόντων στο κράτος μέλος υπηκόων τρίτων χωρών (ν. 4251/2014, ν. 3907/2011 άρθρα 16 επ., οδηγία 2008/115 κλπ.), οφείλουν να ζητούν απόδειξη της πληρεξουσιότητας αυτών, κατ’ ανάλογο εφαρμογή του άρθρου 8 παρ. 2, του άρθρου 9 παρ. 2 και του άρθρου 33 παρ. 5 του ν. 4251/2014…».

Σημειωτέον ότι, παρά το γεγονός ότι διαμορφώθηκε ικανή πλειοψηφούσα γνώμη (με ψήφους 12 έναντι 7 μειοψηφούντων), το επιληφθέν Τμήμα αποφάσισε ομοφώνως, ένεκα της σπουδαιότητας του νομικού ζητήματος που ετέθη με το ανωτέρω ερώτημα, την παραπομπή του στην Ολομέλεια του ΝΣΚ, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 6 παρ. 3 του Ν. 3086/2002.

Εμμανουέλα Μανωλιδάκη, δικηγόρος

info@efotopoulou.gr

[1] Διαθέσιμη ηλεκτρονικά στο http://www.nsk.gr/web/nsk/anazitisi-gnomodoteseon.

[2] «Οι αιτήσεις για τη χορήγηση των αδειών διαμονής κατατίθενται στην υπηρεσία μιας στάσης της αρμόδιας Διεύθυνσης Αλλοδαπών και Μετανάστευσης της Αποκεντρωμένης Διοίκησης του τόπου διαμονής του αιτούντος ή στην αρμόδια Διεύθυνση Μεταναστευτικής Πολιτικής του Υπουργείου Εσωτερικών, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 2 του ν. 4018/2011 (Α 215). Η υποβολή των αιτήσεων για τη χορήγηση αρχικής άδειας διαμονής, η υποβολή συμπληρωματικών δικαιολογητικών και η παραλαβή της άδειας διαμονής ή της απορριπτικής απόφασης ή άλλων εγγράφων από τον οικείο φάκελο μπορεί να γίνεται είτε με αυτοπρόσωπη παρουσία του πολίτη τρίτης χώρας είτε με εκπροσώπηση του από πληρεξούσιο δικηγόρο είτε από συζύγους, ανιόντες και ενήλικους κατιόντες. Η πληρεξουσιότητα αποδεικνύεται εγγράφως με θεώρηση του γνησίου της υπογραφής του εξουσιοδοτούντος από οποιαδήποτε δημόσια αρχή. Επίδοση οποιουδήποτε εγγράφου ή δικαιολογητικών για τη χορήγηση άδειας διαμονής ή την ανανέωση της με δικαστικό επιμελητή δεν επιτρέπεται».

[3] «Οι αιτήσεις για την ανανέωση των αδειών διαμονής κατατίθενται στην υπηρεσία μιας στάσης της αρμόδιας Διεύθυνσης της Αποκεντρωμένης Διοίκησης του τόπου διαμονής του αιτούντος ή στην αρμόδια Διεύθυνση του Υπουργείου Εσωτερικών, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 2 του ν. 4018/2011. Η υποβολή των αιτήσεων, η υποβολή συμπληρωματικών δικαιολογητικών και η παραλαβή της άδειας διαμονής ή της απορριπτικής απόφασης ή άλλων εγγράφων από τον οικείο φάκελο μπορεί να γίνεται είτε με εκπροσώπηση του από πληρεξούσιο δικηγόρο είτε από συζύγους, ανιόντες και ενήλικους κατιόντες. Η πληρεξουσιότητα αποδεικνύεται εγγράφως με θεώρηση του γνησίου της υπογραφής του εξουσιοδοτούντος από οποιαδήποτε δημόσια αρχή. Επίδοση οποιουδήποτε εγγράφου ή δικαιολογητικών για τη χορήγηση άδειας διαμονής ή την οποιουδήποτε εγγράφου ή δικαιολογητικών για τη χορήγηση άδειας διαμονής ή την ανανέωση της με δικαστικό επιμελητή δεν επιτρέπεται».

[4] «Κατά την εξέταση της αίτησης για τη χορήγηση της άδειας διαμονής [για λόγους σπουδών] και για την έκδοση της σχετικής απόφασης εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 8».

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Το email σας δεν θα δημοσιευτεί