ΔιατΕισΠρΑθ 201/2017: Δεν συνιστά απόπειρα απάτης επί δικαστηρίω μόνη η προβολή αναληθούς ισχυρισμού ενώπιον αυτού. Δεν στοιχειοθετεί συκοφαντική δυσφήμηση η περιέλευση ισχυρισμού σε γνώση προσώπου ως εκ του καθήκοντός του
Σύμφωνα με την υπ’ αριθμ. 201/2017 Διάταξη του Εισαγγελέως Πρωτοδικών Αθηνών κου Νικολάου Δεληδήμου, όσον αφορά στο έγκλημα της απάτης επί Δικαστηρίω που διαπράττεται με παραπλάνηση του Δικαστού δια της ενώπιόν Του υποβολής ψευδούς ισχυρισμού, ο οποίος υποστηρίζεται με την εν γνώσει του υποβάλλοντος αυτόν προσκομιδή ψευδών αποδεικτικών μέσων, δηλαδή πλαστών ή νοθευμένων εγγράφων ή γνησίων μεν, αλλά ψευδών κατά το περιεχόμενό τους εγγράφων (ψευδής κατάθεση μάρτυρα κ.λπ.), εκ των οποίων προκύπτει η προρρηθείσα παραπλάνηση του Δικαστού και η παρ’ αυτού έκδοση αποφάσεως που, ως διαθετική πράξη, βλάπτει την περιουσία τρίτου προσώπου (βλ. ΑΠ 238/2015, ΠΧρΞΣΤ, σελ. 340), δεν συνιστά πράξη περιέχουσα αρχή εκτελέσεως μόνη η προβολή αναληθούς ισχυρισμού, που μπορεί να γίνει και με το εισαγωγικό ακόμα δικόγραφο (βλ. ΑΠ 2051/2010, ΠΧρΞΒ, σελ. 19, καθώς και Ν. Ανδρουλάκη, «Είναι νοητή η απάτη επί Δικαστηρίω», ΠΧρΚ, σελ 561). Τούτο, διότι η επίκληση και προσκομιδή αποδεικτικών μέσων προς απόδειξη των ισχυρισμών του διαδίκου κρίνεται υπό τους όρους της αιτιώδους συνάφειας ανάμεσα σε αυτή τη δικονομική συμπεριφορά και τη θεωρούμενη ως διαθετική πράξη δικαστική απόφαση (βλ. ΑΠ 1188/2014, ΠΧρΞΕ, σελ. 506, ΑΠ 1103/2014, ΠΧρΞΕ, σελ. 531), όπερ σημαίνει ότι, σε περιπτώσεις κατά τις οποίες δεν χωρεί τεκμήριο ομολογίας, ως συμβαίνει κατά κανόνα, και το Δικαστήριο προβαίνει στην έκδοση αποφάσεως κατά συνεκτίμηση και αξιολόγηση όλων των αποδεικτικών στοιχείων που προσκομίζονται από όλους τους διαδίκους (βλ. σχετ. ΑΠ 977/2009, Αρμεν. 2009, σελ. 1743), η βλάβη της περιουσίας του ηττηθέντος διαδίκου δεν είναι παράνομη, το μεν διότι δεν αποτελεί άμεσο και αποκλειστικό αποτέλεσμα της ψευδούς παράστασης κατά τη θεωρία του ισοδυνάμου των όρων, που απαιτεί να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος όχι μόνο ανάμεσα στην απατηλή συμπεριφορά του δράστη και την πλάνη του διαθέτοντος, αλλά και ανάμεσα σε αυτή και τη βλαπτική περιουσιακή διάθεση (βλ. σχετ. ΔιατΕισΠρωτΘεσ 67/2007, ΠΧρΝΘ, σελ. 668), το δε διότι συνιστά αντανακλαστική συνέπεια νόμιμης, συνταγματικής περιωπής (άρθρο 20 Συν/τος) διαδικασίας, βάσει του ισχύοντος θετικού δικαίου (βλ. Ανδρουλάκη, ε.α., σελ. 569). Ακριβώς η συνεκτίμηση από το Δικαστήριο όλων των αποδεικτικών μέσων αποκλείει και αυτή ακόμα την απόπειρα διαπράξεως του εγκλήματος, διότι η επίκληση και η προσκομιδή αποκλειστικών στοιχείων ψευδών, έστω, κατά περιεχόμενο δεν οδηγεί άνευ ετέρου στην έκδοση σύμφωνης προς αυτά και μόνον δικαστικής αποφάσεως σε περίπτωση που, για οποιονδήποτε λόγο, δεν ανακοπεί η προς αυτήν διαδρομή των πραγμάτων (βλ. ΑΠ 1021/2015, ε.α., ΑΠ 391/2015, ε.α.). Περαιτέρω, ο παρέχων κάποιο αποδεικτικό μέσο, όπως π.χ. ένορκη κατάθεση ή ένορκη βεβαίωση ενώπιον αρμοδίας αρχής, δεν σημαίνει ότι παρέχει συνδρομή, άμεση (46 παρ. 1β ΠΚ) ή απλή (47 παρ. 1 ΠΚ), στον κατηγορούμενο για απάτη επί Δικαστηρίω, δεδομένου ότι ο δόλος αυτού πρέπει να περιλαμβάνει τη γνώση του ότι συνδράμει τρίτο πρόσωπο που πράττει αξιόποινα κατά τον χρόνο τέλεσης της πράξεως του τελευταίου ή πριν από αυτή, καθώς και την επιθυμία του να παράσχει την αναγκαία ή οποιαδήποτε συνδρομή (βλ. ΑΠ 308/2016, ΝοΒ 64, σελ. 2267, ΑΠ 1506/2016 ΠΧρΞΑ, σελ. 529 και ΑΠ 928/2015, ΠΧρΞΣΤ, σελ. 600, ΑΠ 1673/2010, ΠΧρΞΑ, σελ. 665, αντιστοίχως). Επομένως, βάσει των προλεχθέντων, αλλά και του παρακολουθηματικού χαρακτήρα της συμμετοχής στη διάπραξη εγκλήματος, δεν στοιχειοθετείται ουδεμίας μορφής συνέργεια στο έγκλημα της απάτης επί Δικαστηρίω.
Εξ ετέρου, σύμφωνα με την ίδια ως άνω εισαγγελική διάταξη (ΔιατΕισΠρΑθ 201/2017), από τις διατάξεις των άρθρων 362 και 363 ΠΚ προκύπτει ότι το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφημήσεως στοιχειοθετείται εφόσον ο αντικειμενικώς ψευδής ισχυρισμός προβάλλεται ή η αντικειμενικώς ψευδής διάδοση γίνεται ενώπιον τρίτου προσώπου. Δεν είναι, όμως, «τρίτος» υπό την έννοια του νόμου εκείνος ο οποίος λαμβάνει γνώσει ισχυρισμών εκ λόγων καθήκοντος, όπως είναι οι δικαστικοί λειτουργοί, οι δικαστικοί υπάλληλοι και οι δικαστικοί επιμελητές (βλ. σχετ. Θρασ. Κονταξή, «Η έννοια του τρίτου στο έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης, ΠοινΔικ 2015, σελ. 357 επ). Τυχόν αντίθετη θέση θα οδηγούσε σε φαλκίδευση του συνταγματικού δικαιώματος δικαστικής προστασίας και εξάρτηση της ασκήσεώς του από το μέγεθος της ψυχικής αντοχής ή ανθεκτικότητας του προτιθέμενου να το ασκήσει στο ενδεχόμενο καταμηνύσεώς του, για τούτο και μόνον, εκ μέρους εκείνου κατά του οποίου στρέφεται, δια της θεώρησης των εκπροσώπων της Δικαστικής Λειτουργίας ως «τρίτων» (βλ. ΠολΠρωτΑθ 373/2016, Χρ.Ι.Δ. ΙΣΤ, σελ. 270). Επιπλέον, τυχόν αντίθετη άποψη θα προσέθετε στα ανωτέρω πρόσωπα και άλλα, μάλιστα δε απροσδιορίστου αριθμού και ταυτότητας, όπως οι παρευρισκόμενοι στα ακροατήρια των Δικαστηρίων κατά την εκδίκαση υποθέσεων, οι οποίοι – αυτονοήτως – δεν είναι δυνατόν να εντάσσονται στον κύκλο των ατόμων ενώπιον των οποίων ο ισχυριζόμενος ή διαδίδων προτίθεται να βλάψει την τιμή κάποιου προσώπου (βλ. και Διον. Σπινέλλη, «Προβλήματα εκ των εγκλημάτων διακινδύνευσης», ΠΧρ ΚΓ, σελ. 241 επ.). Εξάλλου, ο χαρακτήρας του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης ως αφηρημένης διακινδυνεύσεως ουδόλως σημαίνει ότι η βλάβη της τιμής νοείται υποθετικά (βλ. Θρ. Κονταξή, ε.α.). Επομένως, δεν νοείται δυσφήμηση – για παράδειγμα – του εναγομένου δια των δικογράφων του ενάγοντος ή δια των ισχυρισμών που διαλαμβάνονται σε απευθυνόμενο στον πρώτο εξώδικο εκ μέρους του δευτέρου.
Ανδρέας Ματσακάς
LL.M. Ποινικών Επιστημών
Advanced LL.M. Δικαίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων
E-mail: info@efotopoulou.gr